Κρήτη: Αμετανόητος ο Παρασύρης για τη δολοφονία του Νικήτα - «Αν είχα 1.000 σφαίρες θα τις έριχνα»

Αμετανόητος ο δολοφόνος του 21χρονου 

Κρήτη: Αμετανόητος ο Παρασύρης για τη δολοφονία του Νικήτα - «Αν είχα 1.000 σφαίρες θα τις έριχνα»
Snapshot
  • Ο Κώστας Παρασύρης παρέμεινεμετανόη για τη δολοονία του χρονου Νικήτα και δήλωσε ότι θα πυροβολούσε ξανά αν είχε περισσότερες σφαίρες.
  • Ο 54χρονος απολογήθηκε υποστηρίζοντας ότι βρισκόταν σε ψυχική κατάρρευση και ότι θεωρούσε το θύμα υπεύθυνο για τον θάνατο του γιου του.
  • Η σύζυγος του Παρασύρη κρίθηκε επίσης προσωρινά κρατούμενη για συνέργεια και θα μεταφερθούν και οι δύο σε φυλακές εκτός Κρήτης.
  • Ο δράστης ανέφερε ότι είχε βιώσει έντονο πένθος και οργή για δύο χρόνια λόγω της απώλειας του γιου του και την καθυστέρηση στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
  • Κατά την επίθεση, ο Παρασύρης ισχυρίστηκε ότι είχε χάσει τον έλεγχο και δεν έβλεπε τον νεαρό ως άνθρωπο, αλλά ως τον "φονιά" του γιου του.
Snapshot powered by AI

Για ένα πράγμα παρακάλεσε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης, ο οποίος εκτέλεσε εν ψυχρώ τον αδικοχαμένο Νικήστρατο Γεμιστό, λίγο πριν ολοκληρώσει την πολύωρη απολογία του στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου, το βράδυ της Πέμπτης.

«Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετίσω…» παρακάλεσε, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του Cretalive.gr.

Για τον εαυτό του είπε ότι δεν τον νοιάζει τι θα απογίνει και τι θα πάθει. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε ούτε πριν. Και είναι ανατριχιαστικό πραγματικά ότι στη διάρκεια της απολογίας του ομολόγησε ότι «αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…».

Τόσο ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης όσο και η 56χρονη σύζυγος του, η οποία επίσης κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη για συνέργεια στην εκτέλεση του αδικοχαμένου παλικαριού, θα μεταχθούν σε φυλακές εκτός Κρήτης.

Η απολογία του Παρασύρη μετά την εκτέλεση του Νικήτα

«Ήμουν πλέον ένας τρελός. Στο πρόσωπό του έβλεπα τον φονιά του γιου μου». Είναι κάποιες από τις φράσεις που χρησιμοποίησε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης, απολογούμενος για τη στυγερή δολοφονία που έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη.

Με αλλεπάλληλες αναφορές στην ψυχική του κατάρρευση μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου του, στην οργή που, όπως υποστηρίζει, συσσώρευε επί δυόμιση χρόνια και στο αίσθημα ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη, ο 54χρονος επιχείρησε να εξηγήσει πώς έφθασε στην αδιανόητη εν ψυχρώ εκτέλεση του 21χρονου.

«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής», ήταν οι πρώτες του κουβέντες, όπως αναφέρει το cretalive.gr. «Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί». Περιέγραψε ότι η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε μια αδιάκοπη διαδρομή πένθους.

«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, εκφράζοντας την αγανάκτησή του.

«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο - έστω - συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».

«Δεν είχα κλείσει μάτι τις τελευταίες 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα…»

Ο 54χρονος αναφέρει ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου». Περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».

Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιγράφει ότι βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του. Όπως υποστηρίζει, στον δρόμο προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία. «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου - χωρίς να το καταλάβω - έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».

Ο 54χρονος ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή της εκτέλεσης είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του. «Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή