Ηράκλειο: Και οι έξι σφαίρες πέτυχαν στον κορμό τον Νικήτα σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση

τα ευρήματα αποδεικνύουν την πρωτοφανή αγριότητα με την οποία έδρασε ο 54χρονος κατά τη διάρκεια της δολοφονίας που συγκλόνισε την Κρήτη.

Ηράκλειο: Και οι έξι σφαίρες πέτυχαν στον κορμό τον Νικήτα σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση
Snapshot
  • Ο 21χρονος Νικήτας δέχθηκε έξι σφαίρες, όλες στον κορμό, κατά τη δολοφονία στο Ηράκλειο.
  • Πέντε από τις σφαίρες ήταν διαμπερείς και μία τυφλή, με μία να τον βρίσκει πισώπλατα.
  • Η θανατηφόρα βολή πιθανότατα ήταν αυτή κοντά στη μασχάλη του θύματος.
  • Τέσσερις πυροβολισμοί έγιναν από απόσταση 2
  • 3 μέτρων, ενώ δύο από πολύ κοντινή απόσταση.
  • Οι αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο χαριστικής βολής όταν ο Νικήτας ήταν ήδη βαριά τραυματισμένος.
Snapshot powered by AI

Ανατριχιαστικά είναι τα στοιχεία που φέρνει στο φως η ιατροδικαστική εξέταση στη σορό του 21χρονου Νικήτα που δολοφονήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα ευρήματα αποδεικνύουν την πρωτοφανή αγριότητα με την οποία έδρασε ο 54χρονος κατά τη διάρκεια της δολοφονίας που συγκλόνισε την Κρήτη.

Σύμφωνα με το πόρισμα, ο άτυχος νέος δέχθηκε συνολικά έξι σφαίρες, οι οποίες κατέληξαν όλες στον κορμό του. Από τα συγκεκριμένα τραύματα, τα πέντε περιγράφονται ως διαμπερή και το ένα ως τυφλό.

Αναφορικά με τη φορά των πυροβολισμών, προκύπτει το εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο ότι ένα από τα βλήματα έπληξε το θύμα πισώπλατα. Ειδικότερα, οι ειδικοί εντόπισαν ένα έγκαυμα στην πλάτη του 21χρονου, γεγονός που υποδεικνύει το συγκεκριμένο σημείο ως πύλη εισόδου της σφαίρας.

Αν και παραμένει ασαφές μέχρι αυτή την ώρα ποια ακριβώς βολή ήταν η θανατηφόρα, οι ιατροδικαστές θεωρούν πως το πλέον μοιραίο χτύπημα ήταν πιθανότατα εκείνο που εντοπίστηκε κοντά στη μασχάλη.

Παράλληλα, η ιατροδικαστική έρευνα καταδεικνύει ότι οι τέσσερις πυροβολισμοί ρίχτηκαν από απόσταση περίπου δύο με τριών μέτρων. Αντιθέτως, οι άλλες δύο βολές φαίνεται πως έγιναν από πολύ πιο κοντινή απόσταση. Για τον λόγο αυτό οι αρχές ερευνούν το σενάριο της χαριστικής βολής, εξετάζοντας την πιθανότητα ο 54χρονος να πλησίασε σε απόσταση αναπνοής τον νεαρό όταν εκείνος βρισκόταν ήδη βαριά τραυματισμένος στο έδαφος.

Αμετανόητος ο Παρασύρης για τη δολοφονία του Νικήτα

Για ένα πράγμα παρακάλεσε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης, ο οποίος εκτέλεσε εν ψυχρώ τον αδικοχαμένο Νικήστρατο Γεμιστό, λίγο πριν ολοκληρώσει την πολύωρη απολογία του στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου, το βράδυ της Πέμπτης.

«Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετίσω…» παρακάλεσε, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του Cretalive.gr.

Για τον εαυτό του είπε ότι δεν τον νοιάζει τι θα απογίνει και τι θα πάθει. Δεν τον ενδιέφερε άλλωστε ούτε πριν. Και είναι ανατριχιαστικό πραγματικά ότι στη διάρκεια της απολογίας του ομολόγησε ότι «αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι…».

Τόσο ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης όσο και η 56χρονη σύζυγος του, η οποία επίσης κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη για συνέργεια στην εκτέλεση του αδικοχαμένου παλικαριού, θα μεταχθούν σε φυλακές εκτός Κρήτης.

Η απολογία του Παρασύρη μετά την εκτέλεση του Νικήτα

«Ήμουν πλέον ένας τρελός. Στο πρόσωπό του έβλεπα τον φονιά του γιου μου». Είναι κάποιες από τις φράσεις που χρησιμοποίησε ο 54χρονος Κώστας Παρασύρης, απολογούμενος για τη στυγερή δολοφονία που έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη.

Με αλλεπάλληλες αναφορές στην ψυχική του κατάρρευση μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου του, στην οργή που, όπως υποστηρίζει, συσσώρευε επί δυόμιση χρόνια και στο αίσθημα ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη, ο 54χρονος επιχείρησε να εξηγήσει πώς έφθασε στην αδιανόητη εν ψυχρώ εκτέλεση του 21χρονου.

«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής», ήταν οι πρώτες του κουβέντες, όπως αναφέρει το cretalive.gr. «Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί». Περιέγραψε ότι η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε μια αδιάκοπη διαδρομή πένθους.

«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, εκφράζοντας την αγανάκτησή του.

«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο - έστω - συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».

«Δεν είχα κλείσει μάτι τις τελευταίες 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα…»

Ο 54χρονος αναφέρει ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου». Περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».

Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιγράφει ότι βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του. Όπως υποστηρίζει, στον δρόμο προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι ο νεαρός τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία. «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου - χωρίς να το καταλάβω - έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».

Ο 54χρονος ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή της εκτέλεσης είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του. «Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή