Όταν οι πολίτες παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους - Ποινικολόγος εξηγεί τι ισχύει με τις ποινές
Αυτοδικία και «βρασμός ψυχικής ορμής» - Τι εξηγεί στο Newsbomb ο ποινικολόγος Φώτης Σπυρόπουλος
Snapshot
- Η αυτοδικία θεωρείται ποινικά κολάσιμη πράξη σύμφωνα με το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα και δεν αποτελεί νομική γκρίζα ζώνη.
- Η έννοια του «βρασμού ψυχικής ορμής» εφαρμόζεται μόνο στην ανθρωποκτονία με δόλο και απαιτεί συνεχή ψυχική κατάσταση κατά τη λήψη απόφασης και εκτέλεση της πράξης.
- Η αυτοδικία συχνά εκφράζει έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς απονομής δικαιοσύνης και μπορεί να προκαλέσει κοινωνική απορρύθμιση μέσω φαύλων κύκλων βίας.
- Ο ρόλος του δικηγόρου σε περιπτώσεις σκέψεων αυτοδικίας είναι αποτρεπτικός και αποφορτιστικός, βοηθώντας στην επαναφορά του ατόμου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου.
- Η δικαιοπολιτική απαξία της αυτοδικίας παραμένει έντονη καθώς αμφισβητεί τον αποκλειστικό ρόλο των θεσμών στην απονομή δικαιοσύνης.
Με αφορμή τα πρόσφατα περιστατικά βίας που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη και επανέφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από την αυτοδικία, ο δικηγόρος – ποινικολόγος Φώτης Σπυρόπουλος μίλησε στο Newsbomb, αναλύοντας τα όρια του νόμου, τη νομική διάσταση του «βρασμού ψυχικής ορμής» αλλά και το βαθύτερο κοινωνικό υπόβαθρο τέτοιων υποθέσεων.
Ο κ. Σπυρόπουλος ξεκαθαρίζει αρχικά πως η αυτοδικία δεν αποτελεί μια γκρίζα νομική ζώνη, αλλά συνιστά ποινικά κολάσιμη πράξη.
Όπως επισημαίνει, «η αυτοδικία σε ποινικό επίπεδο αποτελεί και αυτή έγκλημα», παραπέμποντας στο άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο «όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται…».

Ωστόσο, εξηγεί πως στην κοινωνική πραγματικότητα ο όρος χρησιμοποιείται διαφορετικά, περιγράφοντας όσους «παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους». Όπως αναφέρει, πρόκειται ουσιαστικά για «υποκατάσταση της θεσμικής απονομής δικαιοσύνης από την ιδιωτική αντίδραση του παθόντος ή τρίτων».
Σε εγκληματολογικό επίπεδο, σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιες συμπεριφορές αναδεικνύουν «κρίση εμπιστοσύνης προς τους επίσημους μηχανισμούς απονομής δικαιοσύνης και προς την έννομη τάξη», η οποία πολλές φορές θεωρείται από τους πολίτες ότι «καθυστερεί, αδρανεί ή αδυνατεί να αποκαταστήσει την αδικία».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η αυτοδικία εμφανίζεται συχνά «ως έκφραση θυμού, εκδίκησης και ανάγκης άμεσης αποκατάστασης της ηθικής ισορροπίας», προειδοποιώντας ωστόσο πως «η πρακτική αυτή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, διότι δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο αντεκδίκησης, βίας και κοινωνικής απορρύθμισης».
Τι ισχύει για τον «βρασμό ψυχικής ορμής»
Αναφερόμενος στη νομική έννοια του «βρασμού ψυχικής ορμής», ο Φώτης Σπυρόπουλος διευκρινίζει ότι αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικά σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Όπως εξηγεί, «η έννοια του “βρασμού ψυχικής ορμής” υπάρχει μόνο στην παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ αναφορικά με την ανθρωποκτονία με δόλο και όχι για τυχόν άλλα εγκλήματα που να αφορούν π.χ. στην πρόκληση σωματικής βλάβης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, για να γίνει δεκτός από τα δικαστήρια ο βρασμός ψυχικής ορμής, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται στην ίδια ψυχική κατάσταση τόσο «κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης».
Ο ποινικολόγος επισημαίνει ότι, όπως προβλέπει η θεωρία του ποινικού δικαίου αλλά και η πάγια νομολογία, «αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη».
Όπως τονίζει, στην πράξη «μιλούμε για απρομελέτητο δόλο» και συνεπώς «ο “βρασμός ψυχικής ορμής” δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε προμελετημένα εγκλήματα».
Ερωτηθείς αν οι πρόσφατες υποθέσεις συνδέονται με ευρύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, ο κ. Σπυρόπουλος απαντά πως σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου «κυριαρχούν η δυσπιστία προς τους θεσμούς, η κουλτούρα τιμής ή η ανοχή στη βία», η αυτοδικία μπορεί να αποκτήσει ακόμη και «συμβολική νομιμοποίηση».
Παρότι σημειώνει πως θα ήταν ευκταίο να πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, παραδέχεται ότι όταν τέτοιες υποθέσεις εμφανίζονται «με μεγάλη χρονική εγγύτητα», αυτό «δεν είναι πλέον τόσο ρεαλιστικό».
Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζει ότι «η δικαιοπολιτική απαξία της αυτοδικίας παραμένει έντονη», καθώς «αμφισβητεί τον πυρήνα του κράτους δικαίου: ότι η απονομή δικαιοσύνης ανήκει αποκλειστικά στους αρμόδιους θεσμούς και όχι στην ιδιωτική εκδίκηση».
Ο ρόλος του δικηγόρου
Ο Φώτης Σπυρόπουλος αποκαλύπτει ότι υποθέσεις με στοιχεία αυτοδικίας έχουν απασχολήσει αρκετές φορές το δικηγορικό του γραφείο, ενώ όπως λέει ακόμη συχνότερα πελάτες έχουν εκφράσει μπροστά του σκέψεις εκδίκησης ή αυτοδικίας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, θεωρεί ότι ο ρόλος του δικηγόρου είναι κρίσιμος και πολυδιάστατος.
Όπως τονίζει, «ο ρόλος του δικηγόρου σε περιπτώσεις όπου πελάτης εκφράζει σκέψεις αυτοδικίας είναι πρωτίστως αποτρεπτικός, θεσμικός και αποφορτιστικός».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο δικηγόρος λειτουργεί «ως κρίσιμος παράγοντας εκτόνωσης της έντασης και επαναφοράς του ατόμου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου».
Μάλιστα, σε εγκληματολογικό επίπεδο, επισημαίνει ότι ο νομικός κόσμος «μπορεί και οφείλει και σε δεοντολογικό επίπεδο να παίξει ρόλο μηχανισμού άτυπου κοινωνικού ελέγχου».
Όπως εξηγεί, σε στιγμές «έντονου θυμού, ταπείνωσης ή αίσθησης αδικίας», είναι απαραίτητη «η παρουσία ενός επαγγελματία που επαναφέρει την ορθολογική σκέψη για να αποτρέπει παρορμητικές πράξεις και να διασφαλίσει την προσφυγή στη δικαστική προστασία».

Ο Φώτης Σπυρόπουλος. δικηγόρος- ποινικολόγος Επ. Καθηγητής Ποινικού Δικαίου Philips University Υπεύθυνος ακαδημαϊκών δράσεων Κέντρου Μελέτης του Εγκληματος (ΚΕ.Μ.Ε.)
Διαβάστε επίσης