Φλωρίδης για Γιωτόπουλο: «Όχι μόνο μεταμέλεια δεν υπάρχει, αλλά μάλλον δεν του καίγεται καρφί»
Ο υπουργός Δικαιοσύνης σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις με την απόφαση αναίρεσης του Αρείου Πάγου και την επιστροφή του καταδικασμένου ως καθοδηγητή της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» στις φυλακές
Την αναίρεση της απόφασης τησ αποφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου και την επιστροφή του στην φυλακή αποφάσισε σήμερα ο Άρειος Πάγος, Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
«Αυτός που είναι 83 ετών έχει 17 φόνους στην πλάτη του», απάντησε για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης.
Μιλώντας στο ACTION24 σχολίασε τις τελευταίες εξελίξεις με την απόφαση αναίρεσης του Αρείου Πάγου και την επιστροφή του καταδικασμένου ως καθοδηγητή της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» στις φυλακές.
«Το σκεπτικό αν δει κανείς την απόφαση είναι πολύ σημαντικό. Ο Άρειος Πάγος ξεκαθαρίζει ένα ζήτημα που το Εφετείο νομίζω το είδε λάθος. Δηλαδή έχουμε μια νεότερη διάταξη η οποία καθορίζει χρόνο μεγαλύτερο στην έκτιση της ποινής, το Εφετείο είπε ότι ισχύει η παλιότερη, που ήταν επιεικέστερη. Αλλά ο ΑΠ είπε ότι αφορά μια ρύθμιση άλλης κατάστασης», τόνισε.
Είπε επίσης ότι κρίθηκε ότι δεν υπάρχει μεταμέλεια. «Όχι μόνο μεταμέλεια δεν υπάρχει, αλλά μάλλον δεν του καίγεται καρφί», επισήμανε.
To σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου
Υπενθυμίζεται ότι με εκτενές και αναλυτικό σκεπτικό, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι στην περίπτωση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης, ανατρέποντας το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και παραπέμποντας την υπόθεση για νέα κρίση.
Κομβικό σημείο της απόφασης αποτελεί η ερμηνεία των διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα για τους καταδίκους που εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού» το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών, ακόμη και για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.
Παράλληλα, οι αρεοπαγίτες απορρίπτουν την επίκληση της ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, τονίζοντας ότι αυτή «δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία» για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρουν, η αρχή του ευμενέστερου νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ μιας νομοθετικής διάταξης και μιας δικαστικής ερμηνείας που είχε καλύψει προγενέστερο νομοθετικό κενό.
Πέρα όμως από το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, το ανώτατο δικαστήριο ασκεί αυστηρή κριτική και στην αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κρίνοντας ότι αυτό «δεν διέλαβε… την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» για τη διαπίστωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υφ’ όρον απόλυσης.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου
Σύμφωνα με την απόφαση, στοιχεία όπως η συνεπής τήρηση των όρων των αδειών, η ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και η απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή του κρατουμένου. Αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά «στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής», η οποία, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, πρέπει να αντανακλά μια ουσιαστική και εσωτερική αποδοχή των κανόνων της έννομης τάξης.
Αναφορά γίνεται και στην εκπαιδευτική πορεία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, με το δικαστήριο να αναγνωρίζει ότι οι σπουδές του αποδεικνύουν «την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του». Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι αυτό το στοιχείο δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο σωφρονισμός ή η ηθική του βελτίωση.
Ελλιπής χαρακτηρίζεται, κατά τους αρεοπαγίτες, και η αιτιολόγηση ως προς τις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατουμένου, καθώς δεν εξηγείται πώς συγκεκριμένες επιστολές ή δημόσιες τοποθετήσεις του συνδέονται με μεταβολή της στάσης του απέναντι στην έννομη τάξη ή αποτελούν ένδειξη πραγματικού σωφρονισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στο ζήτημα της μεταμέλειας. Η απόφαση σημειώνει ότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν», ενώ επισημαίνεται ότι το ίδιο το βούλευμα δέχεται πως ο καταδικασμένος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια». Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη ηθική μεταστροφή.
Δεν συνέτρεχε ούτε η τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση
Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν συνέτρεχε ούτε η τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση, καθώς για καταδικασθέντα που εκτίει 17 ποινές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών «ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα… είναι τα 25 έτη» και όχι τα 23 που είχε δεχθεί το Συμβούλιο Εφετών. Με αυτά τα δεδομένα, έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το βούλευμα αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο με διαφορετική σύνθεση.
Διαβάστε επίσης