Δίκη Λιγνάδη: «Όλα έγιναν χωρίς προειδοποίηση», είπε ο 29χρονος για τον βιασμό του από τον ηθοποιό
Τι κατέθεσε στη δίκη ο άνδρας που κατήγγειλε τον Δημήτρη Λιγνάδη για δύο βιασμούς όταν ήταν μόλις 17 ετών
Snapshot
- Ο τρίτος καταγγέλλων κατέθεσε ότι παρέμεινε στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη από ανάγκη λόγω προβλημάτων στο οικογενειακό του περιβάλλον.
- Περιέγραψε περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης που έλαβαν χώρα χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αντίδραση από τους παρόντες.
- Ανέφερε πως δεν προσέφυγε στις Αρχές λόγω ανηλικότητας και φόβου, καθώς δεν είχε υποστηρικτικό περιβάλλον ή νόμιμα έγγραφα.
«Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έμενα εκεί από ανάγκη». Με αυτή τη φράση ο τρίτος καταγγέλλων στη δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη επιχείρησε να εξηγήσει στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο γιατί, παρά τα όσα -σύμφωνα με την κατάθεσή του- είχαν προηγηθεί, συνέχισε να διαμένει στο σπίτι του κατηγορούμενου.
Ο 29χρονος σήμερα μάρτυρας περιέγραψε ότι η προβληματική κατάσταση στο οικογενειακό του περιβάλλον, καθώς οι γονείς του αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού, τον οδήγησε να φιλοξενηθεί στο σπίτι του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Όπως ανέφερε, η επικοινωνία τους ξεκίνησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και στη συνέχεια, σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ακολούθησαν περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης.
Ο μάρτυρας είπε ότι προσπάθησε να απομακρύνει τον κατηγορούμενο, λέγοντάς του πως ενδιαφερόταν για άλλο πρόσωπο, χωρίς όμως -όπως υποστήριξε- να αλλάξει κάτι.
Περιγράφοντας το περιστατικό που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, κατέθεσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος με φίλο του όταν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος.
«Προσπαθούσα να αντιδράσω και δεν είχα τη δυνατότητα. Όλα έγιναν χωρίς καμία προειδοποίηση. (…) Ο Ά. έφυγε από το κρεβάτι, τον κοίταξα, δεν αντέδρασε και παραδόθηκα. Πήγα στο μπάνιο, σκουπίστηκα και προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Όταν βγήκα, τον είδα να μιλά με τους άλλους και να γελά. Κανείς δεν αντέδρασε», ανέφερε.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου τον ρώτησε αν οι υπόλοιποι που βρίσκονταν στο σπίτι κατάλαβαν τι συνέβη.
Πρόεδρος: «Δεν κατάλαβαν οι άλλοι;»
Μάρτυρας: «Δεν ξέρω. Δεν μπορούσαν να δουν, αλλά δεν ξέρω αν άκουσαν γιατί είχε μουσική. Όλοι έπιναν αλκοόλ που μας πρόσφερε ο κατηγορούμενος. Δεν ξέρω αν κατάλαβαν ότι έκλαιγα. Απομονώθηκα και δεν μίλησα. Ένιωσα σαν να ήταν αποδεκτό από τους άλλους».
Παρά το περιστατικό, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι παρέμεινε στο σπίτι, καθώς δεν είχε πού αλλού να πάει. «Έμεινα εκεί γιατί δεν είχα πού να πάω. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε σημασία. Έκατσε, είδε τηλεόραση και πήγε στο δωμάτιό του»
Στην παρατήρηση της εισαγγελέως ότι συνέχισε να διαμένει μαζί του, απάντησε πως δεν υπήρχε εναλλακτική. «Δεν υπήρχε άλλη επιλογή να μένω κάπου αλλού. Έμενα εκεί από ανάγκη. Δεν είχα υποστηρικτικό περιβάλλον. Όταν έφυγα, ένιωθα ότι είχα μερίδιο ευθύνης και ενοχές».
Ερωτηθείς γιατί δεν προσέφυγε στις Αρχές, απάντησε ότι ήταν ανήλικος, ενώ αργότερα δεν διέθετε νόμιμα έγγραφα και φοβόταν την αστυνομία λόγω των όσων είχε ζήσει στο οικογενειακό του περιβάλλον.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, αναφέρθηκε στις συνέπειες που, όπως είπε, είχαν τα γεγονότα στη ζωή του. «Ήρθα να πω αυτό που έχω βιώσει. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με προβλήματα και να το εκμεταλλευτείς έτσι. Μου έχει στερήσει σχέσεις και επαφές. Γνώρισα τον φόβο και ακόμη τον παλεύω με τον ψυχολόγο μου»,είπε απευθυνόμενος στο δικαστήριο.
Διαβάστε επίσης