Explainer: Ο πραγματικός στόχος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή - Κίνα, Ιράν, Πακιστάν και...Ελλάδα
Η πιθανότητα ανάδειξης μιας ιρανικής κυβέρνησης περισσότερο φιλικής προς τη Δύση θεωρείται επιθυμητή, ιδιαίτερα εάν το Ιράν μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο γεωπολιτικό άξονα που περιλαμβάνει την Ινδία, το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ (αριστερά) συνομιλεί με την επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ενώ επιβλέπει την «Επιχείρηση Epic Fury» στο Mar-a-Lago στις 28 Φεβρουαρίου 2026 στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα
Με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή να κλιμακώνεται διαρκώς, ενδιαφέρον έχει μια πιο διεισδυτική ματιά στα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης.
Ο Άρεφ Αλομπέιντ Δρ. Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής ο οποίος πριν από σχεδόν δύο χρόνια είχε αναλύσει στο Newsbomb.gr τις εξελίξεις στο Ιράν έδωσε πολύ ενδιαφέρουσες απαντήσεις στο ερώτημα: Γιατί εντείνεται η πίεση κατά του Ιράν
Αναλυτικά ανέφερε:
Η διατήρηση των κρατών της Μέσης Ανατολής σε κατάσταση πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής αδυναμίας έχει αποτελέσει διαχρονικά βασικό άξονα της στρατηγικής ασφάλειας των ισραηλινών κυβερνήσεων, στο όνομα της εθνικής ασφάλειας . Στο πλαίσιο αυτό, η περιφερειακή άνοδος του Ιράν θεωρήθηκε εξαρχής απειλή για την ισορροπία ισχύος στην περιοχή.
Παρά ταύτα, η σταδιακή είσοδος και εδραίωση της ιρανικής επιρροής μετά το 2003 σε χώρες όπως το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος και η Υεμένη πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με την ανοχή –αν όχι τη σιωπηρή συναίνεση– των Ηνωμένων Πολιτειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική ανάδειξη φιλοϊρανικών δυνάμεων στο Ιράκ μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, καθώς και η δυνατότητα της Χεζμπολάχ να επιχειρεί στη Συρία, γεγονός που δύσκολα θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την έμμεση ανοχή τόσο της Ουάσιγκτον όσο και του Τελ Αβίβ.
Η μεταβολή της στάσης απέναντι στο Ιράν συνδέεται πρωτίστως με τη στρατηγική αναπροσαρμογή των ΗΠΑ, οι οποίες πλέον θέτουν ως υπέρτατη προτεραιότητα τον περιορισμό της ανόδου της Κίνα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον επιδίωξε να περιορίσει κρίσιμες πηγές ενεργειακού εφοδιασμού του Πεκίνου, όπως φάνηκε αρχικά στην περίπτωση της Βενεζουέλας. Εκτιμάται ότι, μετά από μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση ή αναδιάταξη της κρίσης με το Ιράν, η Τεχεράνη θα παύσει να λειτουργεί ως βασικός προμηθευτής πετρελαίου για την κινεζική οικονομία.
Παράλληλα, η κρίση συνδέεται με τη γεωστρατηγική επιδίωξη περικύκλωσης και αναχαίτισης του Πακιστάν. Η πιθανότητα ανάδειξης μιας ιρανικής κυβέρνησης περισσότερο φιλικής προς τη Δύση θεωρείται επιθυμητή, ιδιαίτερα εάν το Ιράν μπορούσε να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο γεωπολιτικό άξονα που περιλαμβάνει την Ινδία, το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το Πακιστάν, ως πυρηνική δύναμη, έχει τα τελευταία χρόνια ενισχύσει σημαντικά τις στρατιωτικές του δυνατότητες, ιδίως μετά τη σταδιακή απομάκρυνσή του από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, η στρατηγική του συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, η οποία φέρεται να περιλαμβάνει και στοιχεία πυρηνικής συνεργασίας, καταδεικνύει την πρόθεση του Ισλαμαμπάντ να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στη Μέση Ανατολή, ακόμη και σε αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Τέλος, καθίσταται σαφές ότι οι στρατηγικοί στόχοι του Ισραήλ παραμένουν κατά βάση περιφερειακοί, με έμφαση στη διαχείριση συμμαχιών χωρίς ουσιαστικές ανταποδοτικές δεσμεύσεις. Αντίθετα, οι αμερικανικοί σχεδιασμοί υπερβαίνουν τα όρια της Μέσης Ανατολής και εκτείνονται σε ένα παγκόσμιο γεωπολιτικό πλαίσιο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Κίνα, τη Γροιλανδία, την Κούβα, τη Βενεζουέλα και τη Συρία κλπ. Στο πλαίσιο αυτό, η αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής εμφανίζεται ως αναγκαία, ακόμη και μέσω της συγκρότησης ανταγωνιστικών στρατοπέδων, εφόσον αυτά παραμένουν ελέγξιμα από την Ουάσιγκτον.
Διαβάστε επίσης