Η Έριν Μπρόκοβιτς επέστρεψε: Η διάσημη ακτιβίστρια αντιμετωπίζει τώρα τη Meta και την Google
Η διάσημη ακτιβίστρια που έγινε ταινία στο Χόλιγουντ επανέρχεται στο προσκήνιο αγωνιζόμενη ενάντια στην αδιαφάνεια των μεγάλων κέντρων δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη
Snapshot
- Η Έριν Μπρόκοβιτς έγινε γνωστή για την επιτυχημένη δικαστική υπόθεση κατά της Pacific Gas and Electric Company το 1996, που οδήγησε σε αποζημίωση 333 εκατ. δολαρίων για μολυσμένα υπόγεια ύδατα στην Καλιφόρνια.
- Σήμερα, η Μπρόκοβιτς εναντιώνεται σε μεγάλες εταιρείες όπως η Meta και η Google, απαιτώντας διαφάνεια και ενημέρωση για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τα data centers τεχνητής νοημοσύνης.
- Υποστηρίζει ότι οι τοπικές κοινότητες πρέπει να έχουν ενεργό ρόλο και πρόσβαση σε πληροφορίες πριν τη λήψη αποφάσεων για μεγάλα έργα που τις επηρεάζουν.
- Η εμπειρία της Μπρόκοβιτς αναδεικνύει τη σημασία της βιωματικής γνώσης σε συνδυασμό με την επιστημονική έρευνα, χωρίς όμως να υποστηρίζει την παραπληροφόρηση.
- Η δράση της συνεχίζει να τονίζει την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική ευθύνη, με έμφαση στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών.
Πριν από 26 χρόνια, η ιστορία της Έριν Μπρόκοβιτς έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Χόλιγουντ. Η ομώνυμη ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ, που κυκλοφόρησε το 2000, απέφερε σχεδόν 260 εκατ. δολάρια και έκανε την Τζούλια Ρόμπερτς την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό της εποχής. Η Ρόμπερτς πήρε 20 εκατ. δολάρια και κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.
Η πραγματική Έριν Μπρόκοβιτς, όμως, δεν ήταν κινηματογραφική ηρωίδα. Ήταν μια γυναίκα χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, μητέρα τριών παιδιών, που έπειτα από σοβαρό τροχαίο αντιμετώπιζε σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες. Κι όμως, τα έβαλε με έναν από τους ισχυρότερους ενεργειακούς ομίλους της Καλιφόρνιας, την Pacific Gas and Electric Company (PG&E).
Στην πόλη Χίνκλεϊ, η εταιρεία είχε μολύνει επί χρόνια τα υπόγεια ύδατα με εξασθενές χρώμιο, ένα ιδιαίτερα καρκινογόνο στοιχείο. Η Μπρόκοβιτς συμμετείχε στην έρευνα της υπόθεσης, συγκέντρωσε στοιχεία και συνέδεσε τις καταγγελίες των κατοίκων με τα επίσημα αρχεία.
Η υπόθεση κατέληξε το 1996 σε συμβιβασμό ύψους 333 εκατ. δολαρίων για περίπου 600 κατοίκους και πρώην κατοίκους του Χίνκλεϊ.
Σήμερα, η Μπρόκοβιτς βρίσκεται ξανά απέναντι σε πανίσχυρες εταιρείες. Αυτή τη φορά στο στόχαστρό της βρίσκονται τα τεράστια data centers που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ για την τεχνητή νοημοσύνη.
Αν στη δεκαετία του 1990 αντιμετώπισε την ισχυρή PG&E, τώρα εστιάζει για άλλη μια φορά τον ακτιβισμό της στον αδιαφανή και αδιάκριτο πολλαπλασιασμό των κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης (AI) στις ΗΠΑ. Και το κάνει αυτό με έναν πιο οργανωμένο τρόπο λειτουργίας , μια ισχυρή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την υποδομή της δικής της εταιρείας περιβαλλοντικών συμβούλων, Brockovich Research & Consulting.
Επιπλέον, δημιούργησε την πλατφόρμα Brockovich Data Center Reporting, μια διαδραστική πλατφόρμα συμμετοχής των πολιτών για τη συλλογή κάθε είδους δεδομένων σχετικά με την μαζική ανάπτυξη αυτών των τεράστιων συγκροτημάτων από τεχνολογικούς γίγαντες όπως η Meta, η Google και η Microsoft.
Αμφισβητεί την ακραία μυστικότητα που περιβάλλει την απόκτηση γης από αυτές τις εταιρείες για τα έργα τους, τα οποία εκτείνονται σε χιλιάδες εκτάρια και των οποίων η υψηλή κατανάλωση ενέργειας και νερού δημιουργεί σοβαρή υδατική πίεση. Μεγάλο μέρος του νερού που χρησιμοποιείται στους πύργους ψύξης δεν επιστρέφει αμέσως στον τοπικό κύκλο του νερού, επειδή εξατμίζεται κατά τη διαδικασία, μειώνοντας την πραγματική διαθεσιμότητα του υδροφορέα.
Άλλα σοβαρά μειονεκτήματα περιλαμβάνουν την 24ωρη ηχορύπανση, τη χρήση επίμονων χημικών ουσιών (PFAS), την παραγωγή ηλεκτρονικών αποβλήτων και την έλλειψη ποιοτικών τοπικών θέσεων εργασίας σε σχέση με την περιοχή που καταλαμβάνουν αυτές οι εγκαταστάσεις.
Η νέα μάχη έχει πολλά κοινά με εκείνη του Χίνκλεϊ: μεγάλες εταιρείες, τοπικές κοινωνίες που αισθάνονται ότι δεν ακούγονται και ανησυχίες για το νερό, την ενέργεια, την υγεία και το περιβάλλον. Η Μπρόκοβιτς δεν τάσσεται γενικά κατά των data centers. Ζητά, όμως, ενημέρωση, δημόσιο έλεγχο και πραγματικά στοιχεία για τις επιπτώσεις τους.
Η κινηματογραφική Έριν Μπρόκοβιτς, Τζούλια Ρόμπερτς
Η δύναμη της βιωματικής γνώσης
Η Μπρόκοβιτς χρειάστηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο έναν εταιρικό κολοσσό αλλά και τα στερεότυπα της εποχής. Ήταν γυναίκα, δεν είχε ακαδημαϊκή κατάρτιση και η εμφάνισή της δεν ταίριαζε με την εικόνα που πολλοί είχαν για μια περιβαλλοντική ακτιβίστρια.
Κατά τη διάρκεια της υπόθεσης του Χίνκλεϊ, ορισμένοι δικηγόροι και νομικοί αμφισβήτησαν την έρευνά της και αρνήθηκαν να τη θεωρήσουν ισότιμη συνομιλήτρια.
Η υπόθεση, όμως, ανέδειξε κάτι σημαντικό: η εμπειρία των ανθρώπων που πλήττονται μπορεί να αποκαλύψει προβλήματα που δεν έχουν ακόμη εντοπίσει οι επιστήμονες ή οι κρατικοί θεσμοί.
Ο καθηγητής Ιστορίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας Αλφρέδο Μενέντεθ Ναβάρο έχει μελετήσει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Όπως εξηγεί, η Μπρόκοβιτς «άκουσε τους ανθρώπους που είχαν πληγεί, συνέδεσε τις επιμέρους εμπειρίες, αναζήτησε έγγραφα και έφερε την τοπική γνώση σε επαφή με τα επίσημα αρχεία και την επιστημονική γνώση».
Ο ίδιος χαρακτηρίζει αυτή τη διαδικασία «επιδημιολογία σε ανθρώπινη κλίμακα».
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη διάκριση. Η υπεράσπιση της βιωματικής γνώσης δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για fake news.
«Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη γνώση μιας κοινότητας, η οποία ελέγχεται, αναζητά στοιχεία και συνομιλεί με την επιστημονική γνώση, και σε έναν ψευδή ισχυρισμό που παρουσιάζεται ως αληθινός επειδή κάποιος τον μεταφέρει μέσα από την προσωπική του εμπειρία ή πεποίθηση», προειδοποιεί ο Μενέντεθ Ναβάρο.
Γιατί χρειαζόμαστε ακόμη την Έριν Μπρόκοβιτς
Για την φιλόσοφο Αλίθια Χ. Πουλέο, μορφές όπως η Μπρόκοβιτς είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίες από ποτέ.
«Οδεύουμε προς μια οικολογική και πολιτισμική κατάρρευση», υποστηρίζει, την ώρα που η κοινωνία συχνά απαντά με αδιαφορία και έναν ναρκισσιστικό ηδονισμό, χωρίς να σκέφτεται το μέλλον ή τις συνέπειες των επιλογών της.
Η ίδια θεωρεί ότι οι νεότερες γενιές μπορούν να διδαχθούν από την Μπρόκοβιτς την αίσθηση δικαιοσύνης, την αγανάκτηση απέναντι στην εξαπάτηση και την παραβίαση δικαιωμάτων, αλλά κυρίως την επιμονή.
«Χωρίς αυτήν, όλα μένουν σε επίπεδο εντυπωσιασμού», λέει.
Είκοσι έξι χρόνια μετά την ταινία που την έκανε παγκόσμια γνωστή, η Έριν Μπρόκοβιτς εξακολουθεί να κάνει αυτό που έκανε πάντα: ακούει ανθρώπους που αισθάνονται ότι κανείς δεν τους ακούει και στρέφεται απέναντι σε όσους θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να δώσουν εξηγήσεις.
Από το εξασθενές χρώμιο της PG&E στα data centers της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης, ο αντίπαλος αλλάζει. Η ερώτηση παραμένει ίδια: ποιος αποφασίζει και ποιος πληρώνει το κόστος; Και η απάντηση της Μπρόκοβιτς εξακολουθεί να είναι η ίδια: οι πολίτες πρέπει να έχουν λόγο. «Χρειαζόμαστε περισσότερες Έριν Μπρόκοβιτς», λέει η Αλίθια Χ. Πουλέο.