Λαγκάρντ: «Ή θα φτιάξουμε δική μας τεχνητή νοημοσύνη ή θα εξαρτόμαστε από ΗΠΑ και Κίνα»
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι η υπερβολική εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενες τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης —κυρίως από τις ΗΠΑ— απειλεί την οικονομική και στρατηγική της αυτονομία
Snapshot
- Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ προειδοποίησε ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης των ΗΠΑ και της Κίνας απειλεί την οικονομική και στρατηγική της αυτονομία.
- Η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει δικά της μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης και να ενισχύσει τις εγχώριες υποδομές κέντρων δεδομένων για να αποφύγει αποκλεισμούς από τις ΗΠΑ ή την Κίνα.
- Η ΕΕ αντιμετωπίζει την επιλογή μεταξύ καθυστέρησης της τεχνολογίας για προστασία δεδομένων και άμεσης υιοθέτησης με κίνδυνο απώλειας ελέγχου στην οικονομία της.
- Η εξάρτηση από ξένες τεχνολογίες δημιουργεί κίνδυνο παράλυσης βασικών τομέων της ευρωπαϊκής οικονομίας σε περίπτωση περιορισμών πρόσβασης ή αλλαγών στους κανόνες χρήσης.
- Η ανισορροπία στην ανάπτυξη τεχνολογίας και υποδομών δεδομένων ενισχύει τη δυνατότητα πιέσεων και εκβιασμών από εμπορικούς εταίρους, ενώ επιβαρύνει και το κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η Ευρώπη οφείλει να αναπτύξει τα δικά της μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης και να ενισχύσει τις εγχώριες υποδομές κέντρων δεδομένων, προκειμένου να εξουδετερώσει την απειλή πιθανού αποκλεισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα. Σε ομιλία της στη Βιέννη, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, υπογράμμισε ότι η απόκτηση αυτόνομων ψηφιακών εργαλείων —αρκετά ικανών να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες της οικονομίας— αποτελεί τη μοναδική οδό για τη γηραιά ήπειρο.
Σύμφωνα με τη Λαγκάρντ, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «αμήχανη επιλογή»: είτε θα καθυστερήσει την υιοθέτηση της τεχνολογίας για να προστατεύσει τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών της —θυσιάζοντας την οικονομική της ανάπτυξη— είτε θα την υιοθετήσει ταχέως, και θα γίνει απόλυτα εξαρτημένη, ρισκάροντας την ελευθερία να οργανώνει την οικονομία της με βάση τις δικές της αξίες.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ μίλησε με συγκεκριμένα στοιχεία. Κατά το περασμένο έτος, οι ΗΠΑ παρήγαγαν 59 αξιοσημείωτα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης και η Κίνα 35, την ώρα που η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ανέπτυξαν μόλις από ένα. Παράλληλα, οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν το 75% της παγκόσμιας υπολογιστικής ικανότητας που προσφέρουν τα data centers, με την Ευρώπη να κατέχει μόλις το 5%. Αυτό το χάσμα κινδυνεύει να εξαπλασιαστεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, την στιγμή μάλιστα που τα κέντρα δεδομένων αποτελούν συχνά αντικείμενο διεθνών δικαστικών διαμαχών για το κλίμα.
Η αποκοπή της Ευρώπης από τις τεχνολογίες ΑΙ ή μια μονομερής τροποποίηση των όρων πρόσβασης σε αυτές θα είχε άμεσες και καταστροφικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε η πρόεδρος της ΕΚΤ, σε λίγα μόλις χρόνια η Τεχνητή Νοημοσύνη θα διαχειρίζεται τους τελωνειακούς ελέγχους στα σύνορα, θα συτάσσει τις φορολογικές δηλώσεις, θα ρυθμίζει τα δρομολόγια των τρένων, θα παρακολουθεί την υγεία των νοσηλευόμενων ασθενών και θα εκκαθαρίζει τις τραπεζικές συναλλαγές. Υπό αυτό το πρίσμα, μια τυχόν ανάκληση της πρόσβασης ή μια δυσμενής αλλαγή στους κανόνες χρήσης θα προκαλούσε ταυτόχρονη παράλυση σε κάθε τομέα της καθημερινότητας και της οικονομικής δραστηριότητας
Αυτή η εξάρτηση δημιουργεί ένα πρωτοφανές μέσο πίεσης στα χέρια των εμπορικών εταίρων, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός εκβιασμού σε διαπραγματεύσεις για δασμούς ή τη φορολόγηση ψηφιακών κολοσσών. Παρότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ παραμένουν σύμμαχοι, η πολιτική αβεβαιότητα και οι αποφάσεις της αμερικανικής ηγεσίας —όπως η επιβολή δασμών, οι εδαφικές διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία ή η απόσυρση στρατευμάτων— έχουν ήδη κλονίσει την εμπιστοσύνη.
Παρά τη δυνατότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης να ενισχύσει την παραγωγικότητα στην Ευρώπη κατά 4% στη δεκαετία, η Κριστίν Λαγκάρντ εκπέμπει σήμα κινδύνου. Το έλλειμμα της ηπείρου σε κέντρα δεδομένων προβλέπεται να υπερεξαπλασιαστεί, ενώ οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων αντλώντας εγχώρια κεφάλαια. Επιπλέον, η μεγάλη εξάρτηση των ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων από αμερικανικές μετοχές εκθέτει τις αποταμιεύσεις των πολιτών στον κίνδυνο μιας πιθανής πτώσης των αγορών.