Πανεπιστήμιο Cornell: Ανατριχιαστική καταγγελία για ομαδικό βιασμό φοιτήτριας

Ακολουθούν όσα πρέπει να ξέρετε για την υπόθεση

Πανεπιστήμιο Cornell: Ανατριχιαστική καταγγελία για ομαδικό βιασμό φοιτήτριας
Snapshot
  • Μια 20χρονη φοιτήτρια Πανεπιστημίου κατήγγειλε ομαδικό βιασμό από επτά μέλη αδελφότητας το 2024, με ισχυρισμούς για χορήγηση ναρκωτικών χωρίς τη θέλησή της.
  • Η φοιτήτρια κατέθεσε αστική αγωγή κατά του πανεπιστημίου, της αδελφότητας και των δραστών, κατηγορώντας το ίδρυμα για πλημμελή προστασία και αμέλεια στην τιμωρία των υπευθύνων.
  • Το Πανεπιστήμιο Cornell διεξήγαγε εσωτερική έρευνα, απέβαλε δύο από τους φερόμενους δράστες και ανέστειλε τη λειτουργία της αδελφότητας Chi Phi, ενώ αρνείται ότι δεν τιμώρησε επαρκώς τους υπόλοιπους.
  • Η υπόθεση ξανάνοιξε από τον εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς, ο οποίος θα καλέσει μεγάλο δικαστικό σώμα για να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να αποφασίσει για ποινικές κατηγορίες.
  • Υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ της αρχικής κατάθεσης της φοιτήτριας και των μεταγενέστερων ισχυρισμών της, με τον εισαγγελέα να υποστηρίζει ότι δεν είχε δει την πλήρη κατάθεση πριν την επανεξέταση της υπόθεσης.
Snapshot powered by AI

Αποτροπιασμό έχει προκαλέσει ο βιασμός μιας 20χρονης στο Πανεπιστήμιο Cornell το 2024 από επτά άνδρες, σε μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις για τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία και το εκπαιδευτικό ίδρυμα χειρίστηκαν το περιστατικό.

Οι εισαγγελείς της Νέας Υόρκης άνοιξαν και πάλι την υπόθεση της 20χρονης αυτήν την εβδομάδα, αφού η γυναίκα κατέθεσε αστική αγωγή κατά του πανεπιστημίου στις 16 Σεπτεμβρίου, ισχυριζόμενη ότι της χορηγήθηκαν ναρκωτικά και ότι βιάστηκε σε μια αδελφότητα του campus.

Η γυναίκα, η οποία θέλει να παραμείνει ανώνυμη, κατηγορεί το Πανεπιστήμιο Cornell ότι δεν την προστάτευσε, ούτε τιμώρησε επαρκώς τους επτά άνδρες που την βίασαν, οι οποίοι είναι μέλη φοιτητικής αδελφότητας του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Το Πανεπιστήμιο Cornell δήλωσε ότι υποστηρίζει την παραπομπή της υπόθεσης σε ένα μεγάλο δικαστικό σώμα, ενώ απέρριψε ως «ψευδείς» τους ισχυρισμούς ότι δεν τιμώρησε τους άνδρες.

Ακολουθούν όσα πρέπει να ξέρετε για την υπόθεση.

Τι ισχυρίζεται η γυναίκα στην αγωγή;

Σύμφωνα με την αστική αγωγή 101 σελίδων, όλα έγιναν το βράδυ της 19ης Οκτωβρίου του 2024, όταν η γυναίκα κατευθύνθηκε στο κτήριο της αδελφότητας Chi Phi του Πανεπιστημίου Cornell, για να συναντήσει έναν φίλο της που έμενε εκεί.

Όταν βρέθηκε στο σημείο, επτά από τους φοιτητές που έμεναν εκεί την κακοποίησαν για περισσότερες από επτά ώρες, αφού την πίεσαν να εισπνεύσει κεταμίνη, να καπνίσει μαριχουάνα και να πιει αλκοόλ. Σύμφωνα με την αγωγή, είχε χάσει εντελώς τις αισθήσεις της, ενώ οι επτά άνδρες την κακοποιούσαν σεξουαλικά. Την εποχή εκείνη, η γυναίκα ήταν 20χρονη προπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Cornell.

Οι άνδρες έχουν ταυτοποιηθεί ως οι Μάθιου Ίνγκαλς, Τζόναθαν Νιούελ, Γουίνστον Λι, Γκίλιο Λόπες, Ντιέγκο Σαράμπια, Σκοτ Νόρις και Σκοτ Κρέτσμαρ.

Cornell Seven

Η αγωγή, η οποία περιλαμβάνει κατηγορίες για σεξουαλική επίθεση, σωματική βία, αμέλεια και πλημμελής εποπτεία, παραβίαση σύμβασης και παραβιάσεις του Νόμου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Νέας Υόρκης, κατατέθηκε εναντίον του πανεπιστημίου, της αδελφότητας και των ανδρών που εμπλέκονται στην επίθεση.

Ο δικηγόρος της γυναίκας δήλωσε ότι η πελάτισσά του είναι «τραυματισμένη, σε κατάσταση σοκ και ανίκανη να λειτουργήσει ή να αποδεχτεί τον τρόμο του συμβάντος» μετά την επίθεση, την οποία κατήγγειλε στην Αστυνομία του Πανεπιστημίου Cornell στις 8 Νοεμβρίου του 2024.

Η δημόσια κατακραυγή έγινε ακόμη πιο έντονη, αφού η γυναίκα αποκάλυψε στην αγωγή της ότι οι άνδρες δεν κατηγορήθηκαν ποτέ επίσημα για βιασμό, ούτε και συνελήφθησαν, αλλά το μόνο που χρειάστηκε να κάνουν ήταν να γράψουν... μια έκθεση. Ωστόσο, ο δικηγόρος της γυναίκας ανέφερε ότι δύο από τους εμπλεκόμενους αποβλήθηκαν από το Πανεπιστήμιο.

Η συντακτική ομάδα της πανεπιστημιακής εφημερίδας δημοσίευσε τα ονόματα των εναγομένων στην αγωγή στις 21 Σεπτεμβρίου σε ένα άρθρο με τίτλο «Αφού δεν θα το κάνει το Cornell, θα το κάνουμε εμείς».

Έστειλαν μηνύματα σε άλλα μέλη της αδελφότητας για να έρθουν και να κακοποιήσουν την γυναίκα

Στην αγωγή, αναφέρεται, επίσης, ότι οι επτά άνδρες έστειλαν πολλαπλά μηνύματα σε μια ομαδική στο SnapChat, με τα οποία καλούσαν άλλα μέλη της αδελφότητας, να έρθουν για να κακοποιήσουν και εκείνοι σεξουαλικά την γυναίκα.

Το Αστυνομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Cornell παρέδωσε στους εισαγγελείς, ως αποδεικτικό στοιχείο, μια φωτογραφία της ομάδας στο Snapchat με τον τίτλο «Chi Phi Actives» τον Νοέμβριο του 2024.

Στην συνομιλία, φαίνονται ξεκάθαρα τα ονόματα των μελών, καθώς καλούν φίλους τους να έρθουν να κακοποιήσουν την γυναίκα, χαρακτηρίζοντας την ως «free p*ssy».

Μηνύματα - Cornell Seven

Παράλληλα, το CBS News New York δημοσίευσε επίσης αποσπάσματα από επιπλέον SMS, σύμφωνα με πληροφορίες, ανταλλάχθηκαν μεταξύ ενός από τους κατηγορούμενους και της γυναίκας που υπέβαλε την αγωγή. Τα μηνύματα φέρεται να στάλθηκαν δύο ημέρες μετά την επίθεση.

Σε ένα από τα μηνύματα, ένας από τους άνδρες φαίνεται να ζητά συγγνώμη για το «πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα», λέγοντας ότι δεν θυμάται πολλά από αυτά που έγιναν και ότι εκείνος και ένας άλλος άνδρας ένιωθαν άσχημα επειδή ήταν πολύ μεθυσμένοι για να «σταματήσουν την κατάσταση και να διώξουν τους ανθρώπους πριν τα πράγματα ξεφύγουν εντελώς από τον έλεγχο».

Στη συνέχεια, η γυναίκα απάντησε λέγοντας ότι ούτε εκείνη θυμάται πολλά και ότι «όλοι ήμασταν μεθυσμένοι», εξηγώντας ότι «καμία από τις σεξουαλικές πράξεις που σημειώθηκαν δεν ήταν παράνομες» και ότι της άρεσε «που συνευρέθηκε μαζί του και με έναν ακόμη άνδρα ερωτικά».

«Να το ξανακάνουμε, αλλά αυτήν την φορά να μην υπάρχει άλλοι επιπλέον 5 δισεκατομμύρια άνδρες και κεταμίνη», φέρεται να έγραψε.

Πώς αντέδρασε το Πανεπιστήμιο Cornell;

Σύμφωνα με την αγωγή, η γυναίκα απευθύνθηκε στην Αστυνομία του Πανεπιστημίου Cornell δύο εβδομάδες μετά την επίθεση και λίγες ημέρες αργότερο το εκπαιδευτικό ίδρυμα εξέδωσε μια δημόσια δήλωση σχετικά με τις «σοβαρές και βαθιά ανησυχητικές καταγγελίες για κατάχρηση ναρκωτικών και σεξουαλική βία στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi».

Σύμφωνα με το εκπαιδευτικό ίδρυμα, το αστυνομικό τμήμα του πανεπιστημίου διεξήγαγε έρευνα σχετικά με το περιστατικό και κάποιους φοιτητές και ότι είχε θέσει σε αναστολή τη λειτουργία της αδελφότητας Chi Phi.

Το Κορνέλ ανέφερε επίσης ότι είχε ξεκινήσει εσωτερική έρευνα, καθώς και έρευνα σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα βάσει του νόμου «Title IX», ο οποίος απαγορεύει τη διάκριση λόγω φύλου σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων πανεπιστημίων.

Ωστόσο, στην νέα αγωγή, η γυναίκα κατηγορεί το πανεπιστήμιο ότι δεν διερεύνησε επαρκώς την υπόθεση, ούτε τιμώρησε τους δράστες, ισχυρισμούς που το Cornell αρνείται.

Δύο από τους φερόμενους ως δράστες αποβλήθηκαν, μετά από την εσωτερική έρευνα του Πανεπιστημίου Cornell, ενώ στους άλλους πέντε επιτράπηκε να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αφού... έγραψαν μια έκθεση, παρακολούθησαν ένα εργαστήριο ή απομακρύνθηκαν προσωπινά από το campus.

Το πανεπιστήμιο δεν αρνήθηκε ότι η τιμωρία για ορισμένους από τους εμπλεκόμενους ήταν απλά μια έκθεση, αλλά, ανέφερε: «Σε κανένα από τα άτομα που κατηγορήθηκαν δεν προσφέρθηκε η δυνατότητα να συντάξει μια απλή έκθεση ως μοναδική συνέπεια της εμπλοκής τους στο περιστατικό».

Σε δήλωση που εξέδωσε την Τρίτη, το Cornell ανέφερε ότι επιβλήθηκαν «προσωρινές αποβολές και άλλα περιοριστικά μέτρα στους εμπλεκόμενους» όταν έγινε η καταγγελία.

«Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πανεπιστημιακό μας συγκρότημα το 2024 ήταν αποτρόπαια τότε και είναι ακόμη και σήμερα. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καλλιεργήσουμε μια κουλτούρα όπου η σεξουαλική κακοποίηση δεν θα γίνεται ποτέ ανεκτή», ανέφερε.

Ένα παράρτημα της αδελφότητας Chi Phi έκλεισε το 2024 και εξακολουθεί να απαγορεύεται η παρουσία του στο campus.

Γιατί άνοιξε τώρα ξανά η υπόθεση;

Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι θα ξεκινήσει εκ νέου έρευνα για το περιστατικό.

«Μόλις καθοριστούν οι κατάλληλες κατηγορίες, η υπόθεση θα διωχθεί με τον πιο αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο μέσω ενός μεγάλου δικαστικού σώματος», δήλωσε ο ίδιος.

Στο αμερικανικό νομικό σύστημα, οι εισαγγελείς συγκαλούν μεγάλα δικαστικά σώματα για να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τις καταθέσεις και, τελικά, να ψηφίσουν εάν δικαιολογούνται να υποβληθούν ποινικές κατηγορίες.

Ο εισαγγελέας ανέφερε ότι, κατά την περίοδο της επίθεσης, το γραφείο του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία από την κατάθεση της γυναίκας στις αρχές δεν πληρούσαν τα νομικά κριτήρια για την άσκηση κατηγοριών.

«Στην ένορκη κατάθεση της γυναίκας τον Νοέμβριο του 2024, η ίδια δεν είχε πει ότι της χορηγήθηκαν ναρκωτικά παρά τη θέλησή της ή ότι υπέστη ομαδικό βιασμό», δήλωσε ο Βαν Χάουτεν σε ανακοίνωση τη Δευτέρα. «Αντίθετα, περιέγραφε μια κατάσταση στην οποία έκανε χρήση ναρκωτικών με την θέληση της και ότι συνευρέθηκε ερωτικά με τους άνδρες με συναίνεση».

Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του CBS News New York το οποίο απέκτησε ένα αντίγραφο της κατάθεσης της γυναίκας από την αστυνομία του πανεπιστημίου, η γυναίκα ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε από τους άνδρες. «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι βιάστηκα», ανέφερε στην κατάθεση της.

Ο Βαν Χούτεν δήλωσε στο CBS News ότι δεν είχε δει ποτέ την πλήρη κατάθεση.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή