Έχει διδακτορικό από το Πρίνστον, αλλά δεν μπορεί να βρει δουλειά - Ο εφιάλτης ενός νέου επιστήμονα
Ένας διδακτορικός από το Πρίνστον έκανε αίτηση για 2.300 θέσεις εργασίας, αλλά ακόμα δεν μπορεί να βρει ούτε μία
Snapshot
- Ο Τζακ Βάις, κάτοχος διδακτορικού από το Πρίνστον, υπέβαλε πάνω από 2.300 αιτήσεις εργασίας από το 2024 χωρίς να βρει θέση εργασίας.
- Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη διαδικασία προσλήψεων δυσκολεύει την πρόσβαση των υποψηφίων, καθώς πολλοί αξιολογούνται από αλγορίθμους χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
- Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από περιορισμένες προσλήψεις και απολύσεις, με πολλούς εργαζόμενους να παραμένουν στις θέσεις τους, μειώνοντας τις ευκαιρίες για νέους επιστήμονες.
- Ο Βάις εργάστηκε προσωρινά στην εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η σύμβασή του διακόπηκε, αφήνοντάς τον ξανά άνεργο.
- Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, ο Βάις εξετάζει νέες επαγγελματικές επιλογές, όπως σπουδές Νομικής και επιχειρηματικότητα, συνεχίζοντας την αναζήτηση εργασίας και υποτροφιών.
Ο Τζακ Βάις συνηθίζει να αστειεύεται ότι είναι ακόμη ένας άνεργος που ζει στο υπόγειο του σπιτιού των γονιών του. Μόνο που αυτή η περιγραφή παραλείπει ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες: Από το 2024, όταν ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη Χημική Μηχανική στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, έχει υποβάλει περισσότερες από 2.300 αιτήσεις για εργασία. Και εξακολουθεί να μην έχει δουλειά.
Αρχικά αναζήτησε θέσεις επιστημονικής έρευνας σε επιχειρήσεις και περιζήτητες μεταδιδακτορικές υποτροφίες σε εθνικά ερευνητικά εργαστήρια. Στη συνέχεια διεύρυνε την αναζήτησή του, στέλνοντας αιτήσεις για θέσεις μηχανικού λογισμικού και άλλες ειδικότητες. Τελικά, δεν λάμβανε καν απάντηση ούτε για δουλειές στην προετοιμασία τροφίμων, μεταξύ άλλων, σε εταιρεία που πουλά κατεψυγμένες καβουροκροκέτες.
Για ένα διάστημα βρήκε περιστασιακή απασχόληση στην εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, αξιοποιώντας τις γνώσεις του στη μηχανική και τη μηχανική ρευστών. Όμως και αυτή η δουλειά σταμάτησε.
Η δημοσιογράφος της Wall Street Journal, Λίντσεϊ Έλις, μίλησε πρώτη φορά μαζί του στα τέλη της περασμένης χρονιάς, μία ημέρα πριν κλείσει τα 30. Στο πλαίσιο της έρευνάς της για την αγορά εργασίας, επιχείρησε να συναντήσει ανθρώπους που αναζητούσαν δουλειά και στις 50 αμερικανικές πολιτείες. Στόχος της ήταν να καταλάβει γιατί τόσοι πολλοί αντιμετωπίζουν το μέλλον τους με απαισιοδοξία.
Σε έρευνα της Gallup τον Αύγουστο, μόλις το 34% των Αμερικανών θεωρούσε ότι ήταν καλή περίοδος για να βρει κανείς μια αξιόλογη θέση εργασίας.
Η εικόνα παραμένει θολή. Τα τελευταία στοιχεία για τη δημιουργία θέσεων εργασίας ήταν πολύ κατώτερα των προσδοκιών. Η ανεργία παραμένει χαμηλή, όμως το ποσοστό των ανέργων που αναζητούν δουλειά επί τουλάχιστον 27 εβδομάδες ήταν το καλοκαίρι υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, με εξαίρεση την πανδημία και το διάστημα αμέσως μετά.
Οι προσδοκίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και η ανησυχία για τις εφαρμογές της, επιβαρύνουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι νέοι πτυχιούχοι δυσκολεύονται περισσότερο από ό,τι συνήθως να βρουν εργασία. Για όσους δεν διαθέτουν πανεπιστημιακό τίτλο, η τάση είναι αντίστροφη.
Πάνω από το 70% των Αμερικανών που συμμετείχαν σε έρευνα του Pew Research Center, η οποία δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα, δήλωσε ότι αναμένει πως η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει συνολικά σε λιγότερες θέσεις εργασίας.
Έπειτα από δεκάδες συνεντεύξεις σε ολόκληρη τη χώρα, η ιστορία του Βάις ξεχώρισε για τη δημοσιογράφο της WSJ. Αποτυπώνει τη βαθιά στασιμότητα που έχει παραλύσει την αγορά εργασίας τα τελευταία χρόνια: αυτό που οι οικονομολόγοι περιγράφουν ως περιβάλλον περιορισμένων προσλήψεων και περιορισμένων απολύσεων.
Πολλοί έχουν δουλειά, αλλά δεν την εγκαταλείπουν. Έτσι, περιορίζονται οι ευκαιρίες για τους υπόλοιπους. Όσοι βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας παραμένουν αποκλεισμένοι από μια αναπτυσσόμενη οικονομία, σαν να βρίσκονται έξω από τα τείχη ενός φρουρίου. Και δυσκολεύονται να συμβιβάσουν την εμπειρία τους με τους τίτλους για χαμηλή ανεργία και επιτάχυνση της ανάπτυξης.
Σύμφωνα με νέα έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Ρίτσμοντ, εργαζόμενοι που απολύθηκαν από σταθερές θέσεις και διαθέτουν δεξιότητες τις οποίες αναλαμβάνει πλέον σε μεγάλο βαθμό η τεχνητή νοημοσύνη έχουν πολύ μικρότερες πιθανότητες να βρουν δουλειά σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια.
Βιογραφικά απέναντι σε αλγορίθμους
Μέρος του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη έχει εισχωρήσει στην ίδια τη διαδικασία των προσλήψεων.
Οι εργοδότες κατακλύζονται από εκατοντάδες αιτήσεις, πολλές από τις οποίες συντάσσονται ή υποβάλλονται με τη βοήθεια της AI. Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν αντίστοιχα εργαλεία για να ξεχωρίσουν τους υποψηφίους.
Ο Βάις προσπάθησε να παρακάμψει το αδιέξοδο των διαδικτυακών πλατφορμών και των συνεντεύξεων με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, αναζητώντας προσωπικές επαφές μέσα στις εταιρείες.
Όπως λέει, απόφοιτοι του Πρίνστον δέχονταν να μιλήσουν μαζί του, αλλά στη συνέχεια τον παρέπεμπαν στις ιστοσελίδες προσλήψεων των επιχειρήσεών τους. Εκείνος περίμενε ότι το βιογραφικό του θα χανόταν ξανά στο ψηφιακό κενό.
«Νιώθεις την καρδιά σου να βουλιάζει», περιγράφει.
Γιος δύο γιατρών, ο Βάις αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση από το Πανεπιστήμιο Rice και ξεκίνησε το διδακτορικό του στο Πρίνστον το 2018. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η έρευνά του για τον σχηματισμό πάγου μνημονεύθηκε από την επιτροπή Νόμπελ κατά την απονομή του βραβείου Φυσικής το 2024.
Άρχισε να αναζητεί εργασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις περιόριζαν τις προσλήψεις αποφοίτων, έπειτα από το κύμα προσλήψεων της πανδημίας.
Έχοντας μελετήσει χημικές αρχές και μοριακές αλληλεπιδράσεις, στόχευε σε επιστημονικές θέσεις σε φαρμακευτικές εταιρείες. Στις πολυάριθμες αιτήσεις του, η απάντηση ήταν κυρίως σιωπή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απόρριψη.
Σύντομα διεύρυνε την αναζήτησή του τόσο γεωγραφικά όσο και σε άλλους κλάδους. Έστειλε εκατοντάδες συνοδευτικές επιστολές και βιογραφικά, συχνά χωρίς να εξασφαλίσει ούτε συνέντευξη.
Απευθύνθηκε σε αποφοίτους των πανεπιστημίων Πρίνστον και Rice. Έψαξε τις μικρές αγγελίες της Salt Lake Tribune. Παρακολουθούσε τις ενημερώσεις της PitchBook για νεοφυείς επιχειρήσεις που είχαν εξασφαλίσει χρηματοδότηση, ελπίζοντας ότι θα προχωρούσαν σε προσλήψεις.
Η μητέρα του, δρ Χόλι Κάρβεθ, εξέτασε τις αιτήσεις του, προσπαθώντας να εντοπίσει κάποιο στοιχείο που ίσως προβλημάτιζε τους εργοδότες. Δεν βρήκε τίποτε. Τα κείμενα φαίνονταν προσεγμένα.
«Είναι πραγματικά πολύ παράξενο», λέει. «Δεν μπορώ να το εξηγήσω».
Καθώς περνούσαν οι μήνες, ακόμη και τα προσωπικά ραντεβού γίνονταν δύσκολα όταν η συζήτηση έφθανε στη δουλειά. Στην αρχή, ο Βάις έλεγε ότι μόλις είχε ολοκληρώσει το διδακτορικό του. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, «ακούγεται κάπως παράξενο να συνεχίζεις να το λες», παραδέχεται.
Συνεντεύξεις χωρίς άνθρωπο στην άλλη πλευρά
Ο Βάις και πολλοί άλλοι υποψήφιοι περιέγραψαν στη WSJ συνεντεύξεις στις οποίες δεν συμμετείχε κανένας άνθρωπος από την πλευρά του εργοδότη. Οι ίδιοι βιντεοσκοπούσαν τις απαντήσεις τους σε ερωτήσεις που εμφανίζονταν ψηφιακά.
Η πρακτική γίνεται όλο και συχνότερη. Πάνω από το 60% των Αμερικανών που αναζητούσαν εργασία και συμμετείχαν σε έρευνα της Greenhouse δήλωσε ότι είχε περάσει από τέτοια τεχνολογικά υποστηριζόμενη συνέντευξη τον τελευταίο χρόνο.
Δεν οφείλονταν, πάντως, όλες οι χαμένες ευκαιρίες στα αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης. Ορισμένες δοκιμασίες είχαν εξαιρετικά στενές προθεσμίες, κάτι που ο Βάις θεωρούσε ότι αποσκοπούσε στη μείωση του αριθμού των υποψηφίων.
Σε μία περίπτωση, είχε μόλις ξεκινήσει μια πεζοπορική εκδρομή όταν η McKinsey τού έστειλε ηλεκτρονικά μια δοκιμασία για θέση συμβούλου. Έπρεπε να παίξει ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, οργανώνοντας ένα οικοσύστημα φυτών και ζώων σε ένα εικονικό δάσος.
Η προθεσμία ήταν 72 ώρες. Τις 48 από αυτές, ο Βάις βρισκόταν σε πραγματικό δάσος και δεν είχε δει το μήνυμα. Η εταιρεία ανέφερε ότι οι υποψήφιοι μπορούν να ζητούν παράταση όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το χρονοδιάγραμμα.
Ολοκλήρωσε τη δοκιμασία όταν επέστρεψε. Απορρίφθηκε.
Εκπαίδευε την AI με 70 δολάρια την ώρα
Τον Ιανουάριο βρήκε περιστασιακή δουλειά μέσω της Mercor, μιας νεοφυούς εταιρείας τεχνολογίας που αμείβει ειδικούς για να εκπαιδεύουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα τους. Η αμοιβή ήταν 70 δολάρια την ώρα.
Η εταιρεία, η οποία αποτιμήθηκε πέρυσι στα 10 δισ. δολάρια, έχει συνεργαστεί με την OpenAI και την Anthropic. Απασχολεί εξωτερικούς συνεργάτες σε πεδία που εκτείνονται από την αστρονομία και τη δημιουργική γραφή έως τη νομική και την επενδυτική τραπεζική.
Σε κάθε βάρδια, ο Βάις συνδεόταν σε ένα πρόγραμμα που ονομαζόταν Studio. Έργο του ήταν να συντάσσει ερωτήσεις χημικής μηχανικής και να τις εισάγει σε ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο. Στη συνέχεια αξιολογούσε τις απαντήσεις και προσπαθούσε να τις βελτιώσει.
Άλλοτε εργαζόταν 20 ώρες την εβδομάδα και άλλοτε μόλις τέσσερις.
Κάποιες ημέρες, οι οδηγίες προς το σύστημα ήταν απλές
«Εξήγησέ το σε επίπεδο μαθητή της ΣΤ΄ Δημοτικού». Άλλες φορές, η δουλειά ήταν πιο απαιτητική, ιδίως όταν αφορούσε τεχνικές προδιαγραφές.
Όταν δυσκολευόταν να σκεφτεί νέες ερωτήσεις, ζητούσε από την AI να υιοθετήσει παράξενους ρόλους:
«Είσαι το φάντασμα του Μαυρογένη. Εξήγησε σε 300 λέξεις τις αρχές λειτουργίας ενός πυρηνικού σταθμού».
Όσο εργαζόταν, το λογισμικό κατέγραφε την οθόνη του.
Αρχικά υπήρχαν μερικές ημέρες χωρίς διαθέσιμη εργασία από τον πελάτη, η ταυτότητα του οποίου δεν του είχε γνωστοποιηθεί. Σταδιακά, αυτές οι ημέρες έγιναν συχνότερες. Και τελικά έγιναν εβδομάδες.
Στα μέσα Μαρτίου, η Mercor διέκοψε τη σύμβασή του. Το έμαθε από ένα μήνυμα σε ομάδα του Slack με 810 μέλη:
«Αν και όταν συνεχιστεί το έργο, πιθανότατα θα επικοινωνήσουμε ξανά μαζί σας! 😊».
«Η φιλία με τη Mercor τελείωσε. Τώρα η ανεργία είναι η καλύτερή μου φίλη», έγραψε σκωπτικά σε μήνυμά του προς τη δημοσιογράφο.
Αργότερα προσκλήθηκε σε έναν γάμο στη Γαλλία. Επρόκειτο για ένα από τα τελευταία ζευγάρια φίλων του από το πανεπιστήμιο που παντρευόταν και θεωρούσε σημαντικό να παρευρεθεί. Χρησιμοποίησε τα χρήματα από τη Mercor για να πληρώσει το εισιτήριο.
Εκείνη την περίοδο, όπως έγραψε, έβλεπε έναν «ύποπτα μεγάλο» αριθμό διαφημίσεων που τον καλούσαν να γίνει δωρητής σπέρματος.
Ρεκόρ στο χρηματιστήριο, αδιέξοδο στην εργασία
Ο Βάις αναγνωρίζει την παράξενη οικονομική αντίφαση που βιώνουν πολλοί στη θέση του. Από τότε που υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του, πριν από δύο χρόνια, ο δείκτης Dow Jones έχει κλείσει σε ιστορικό υψηλό περισσότερες από 50 φορές.
Μένοντας στο πατρικό του, έχει περιορίσει τα έξοδά του και έχει πραγματοποιήσει ορισμένες επενδύσεις. Δεν επιβαρύνθηκε με χρέος για το διδακτορικό του, καθώς οι υποψήφιοι διδάκτορες αμείβονται για την έρευνά τους αντί να καταβάλλουν μεγάλα ποσά σε δίδακτρα.
«Είναι ωραίο που οι μετοχές μου συνεχίζουν να ανεβαίνουν, δεν με ενοχλεί αυτό», έλεγε νωρίτερα φέτος. «Αλλά κάνει την κατάσταση ακόμη πιο παράξενη».
Οι γονείς του συζητούν με άλλες οικογένειες των οποίων τα ενήλικα παιδιά δυσκολεύονται να βρουν δουλειά. Εξακολουθούν να εκπλήσσονται από την κατάσταση και ανησυχούν για το αν ο γιος τους θα μπορέσει να χτίσει τη ζωή του και, κάποια ημέρα, να δημιουργήσει οικογένεια.
«Δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι θα αντιμετώπιζε δυσκολίες. Έχει φθάσει στην ανώτατη βαθμίδα των προσκόπων, βοηθά τους άλλους, έχει περιβαλλοντική συνείδηση, είναι σε καλή φυσική κατάσταση», λέει ο πατέρας του, δρ Τζον Βάις.
«Είναι πιο έξυπνος από εμένα, εκφράζεται καλύτερα από εμένα. Έχει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις ιστορίας».
Ο ίδιος εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να σπουδάσει Νομική και έχει δηλώσει συμμετοχή στις εισαγωγικές εξετάσεις LSAT του Νοεμβρίου.
Έχει επίσης δραστηριοποιηθεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της Γιούτα και έχει υποβάλει αιτήματα αλλαγής κανονισμών σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Ένα από αυτά αφορά την αποσύνδεση της ασφάλισης υγείας από την απασχόληση. Το σκεπτικό του είναι ότι, εάν λιγότεροι εργαζόμενοι παραμένουν σε μια θέση μόνο για να διατηρούν την ασφαλιστική τους κάλυψη, ενδέχεται να ανοίξουν περισσότερες θέσεις.
Παράλληλα, δοκιμάζει τις δυνάμεις του στην επιχειρηματικότητα. Χρησιμοποίησε την τεχνητή νοημοσύνη για να σχεδιάσει ένα drone με λέιζερ LED, με στόχο την εξόντωση ενός χωροκατακτητικού ζιζανίου, της ευφορβίας της μυρσινίτη.
«Αν πιστεύω πραγματικά ότι έχω κάποια αξία, πρέπει να βγω εκεί έξω και να τη διεκδικήσω», λέει.
Εξακολουθεί, πάντως, να υποβάλει αιτήσεις για νέες υποτροφίες.
Τον Οκτώβριο συνδέθηκε ξανά στον λογαριασμό του στην πλατφόρμα προσλήψεων του Εθνικού Εργαστηρίου του Λος Άλαμος. Τότε διαπίστωσε ότι μια θέση για την οποία είχε υποβάλει αίτηση το 2024 είχε επιτέλους καλυφθεί.
Επί δύο χρόνια, η ένδειξη παρέμενε αμετάβλητη:
«Η αξιολόγηση βρίσκεται σε εξέλιξη».
Πηγή: The Wall Street Journal