Ο Στέλιος Τζανετής αποχαιρετά τη Μαίρη Λίντα: «Αφήνει ένα κενό που δεν πρόκειται να αναπληρωθεί»
Το «μπουζούκι» της Μαίρης Λίντα την αποχαιρετά - «Ήταν ο δικός μου άνθρωπος»
Snapshot
- Ο Στέλιος Τζανετής, που υπήρξε το μπουζούκι της Μαίρης Λίντα επί 13 χρόνια, αποχαιρετά τη σπουδαία τραγουδίστρια.
- Η Μαίρη Λίντα ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, προσφέροντας μοναδικές σκηνικές εμφανίσεις παρά την κούραση και τις δυσκολίες των περιοδειών.
- Ο Τζανετής περιγράφει τη Λίντα ως έναν άνθρωπο με σεβασμό και αγάπη προς τους μουσικούς της και ως μια καλλιτέχνιδα που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική.
- Η απουσία της Μαίρης Λίντα αφήνει ένα κενό στην ελληνική μουσική που, σύμφωνα με τον Τζανετή, δεν πρόκειται να αναπληρωθεί.
Με μία μακροσκελή και συναισθηματικά φορτισμένη ανάρτηση, αποχαιρέτισε τη Μαίρη Λίντα ο Στέλιος Τζανετής, που υπήρξε επί 13 χρόνια το «μπουζούκι» της σπουδαίας τραγουδίστριας.
«Στα 13 χρόνια που παίζαμε μαζί, δεν ήταν απλώς η τραγουδίστρια που συνόδευα. Ήταν ο δικός μου άνθρωπος», γράφει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, ο μουσικός στην ανάρτησή του, στην οποία μοιράζεται άγνωστες ιστορίες από την κοινή πορεία του με τη Μαίρη Λίντα.
«Σε ευχαριστώ για όλα, Μαίρη. Για τους δρόμους που οργώσαμε, για τις νότες που μοιραστήκαμε, για την αγάπη σου», καταλήγει ο Στέλιος Τζανετής, ο οποίος ανέφερε πως η «Μαίρη Λίντα αφήνει στην ελληνική μουσική ένα κενό που δεν πρόκειται να αναπληρωθεί».
Αναλυτικά η ανάρτησή του
«Όταν το τηλέφωνο χτύπησε για να μου πουν πως η Μαίρη έφυγε, το μυαλό μου δεν πήγε στα πρωτοσέλιδα, ούτε στους χρυσούς δίσκους και τις ελληνικές ταινίες. Το μυαλό μου γύρισε πίσω, στα τέλη του 1999 με αρχές 2000 Στον Βόλο.Εκεί, σε έναν χορό, με πάνω από 1500 άτομα ήταν η πρώτη φορά που βρεθήκαμε στο ίδιο πάλκο. Εγώ με το μπουζούκι στα χέρια κι εκείνη με αυτό το εκτυφλωτικό χαμόγελο που γέμιζε τον χώρο πριν καν ακουστεί η πρώτη νότα. Δεν φανταζόμουν τότε πως εκείνος ο χορός στον Βόλο θα ήταν η αρχή μιας κοινής πορείας που θα κρατούσε 13 ολόκληρα χρόνια. Από εκείνη τη νύχτα και μετά, γίναμε αυτοκόλλητοι.Ακολούθησαν 13 χρόνια στους δρόμους.Και πού δεν πήγαμε...
Γυρίσαμε όλη την Ελλάδα, σπιθαμή προς σπιθαμή. Αμέτρητα χιλιόμετρα, αμέτρητες πόλεις φτάσαμε μέχρι την Αίγυπτο την Αυστραλία και τον Καναδά, ατελείωτες ώρες,σε αεροπλάνα σε καράβια στο αυτοκίνητο, σε καμαρίνια, σε ξενοδοχεία. Κι όμως, όσο κι αν άλλαζαν οι σκηνές, οι πόλεις και τα πρόσωπα του κοινού, ένα πράγμα έμενε πάντα το ίδιο: η ανθρώπινη, ζεστή, μοναδική της πάστα.Για μένα δεν ήταν η μακρινή «σταρ» που έβλεπε ο κόσμος. Ήταν η Μαίρη που με φώναζε πάντα με εκείνη την ιδιαίτερη, αγαπημένη της κουβέντα: «Μανίτσα».
Όσοι ζουν στη δουλειά μας με τις περιοδείες γνωρίζουν καλά πως πίσω από τη λάμψη υπάρχει τεράστια σωματική και ψυχική κόπωση. Θυμάμαι πόσες και πόσες φορές, πριν βγούμε στη σκηνή, ερχόταν εξαντλημένη, με κοίταζε στα μάτια και μου έλεγε με παράπονο:«Μανίτσα, απόψε δεν θα τα καταφέρω, είμαι χάλια. Δεν έχω κοιμηθεί καθόλου, η φωνή μου... ούτε να μιλήσω δεν μπορώ! Να δω πώς θα τραγουδήσω απόψε...»
Κι εγώ την κοιτούσα, χαμογελούσα εσωτερικά και περίμενα. Γιατί ήξερα τι θα συνέβαινε.Ξεκινούσε η εισαγωγη, άναβαν τα φώτα και μόλις η Μαίρη πάταγε το πόδι της πάνω στη σκηνή, γινόταν το θαύμα. Με έναν τρόπο ανεξήγητο, μαγικό, λες και μεταμορφωνόταν στη στιγμή, εξαφανιζόταν κάθε ίχνος κούρασης. Έπαιρνε το μικρόφωνο κι έσκιζε! Η φωνή της έβγαινε καμπάνα, κρύσταλλο, γέμιζε την αίθουσα, ξεσήκωνε τον κόσμο. Κοιταζόμασταν πάνω στο πάλκο, και ήξερα τι ήθελε. Το μεγαλείο της; μια αληθινή δύναμη της φύσης, μια καλλιτέχνιδα που γεννήθηκε για τη σκηνή και που το κοινό της έδινε ζωή.
Στα 13 χρόνια που παίζαμε μαζί, δεν ήταν απλώς η τραγουδίστρια που συνόδευα. Ήταν ο δικός μου άνθρωπος. Μοιραστήκαμε αγωνίες, γέλια, ιστορίες από τα παλιά, κούραση αλλά και στιγμές αποθέωσης που μόνο η μουσική μπορεί να σου χαρίσει. Φερόταν στους μουσικούς της με απεριόριστο σεβασμό, με αγάπη και με αληθινό, νοιαστικό ενδιαφέρον.
Ένα βράδυ είμαστε καλεσμένοι να παίξουμε στο κτήμα Νάσιουτζικ
Εκείνη μένει στο Φάληρο και εγώ έχω φτάσει ήδη με το δικό μου αυτοκίνητο...Βρίσκεται κάπου στο δρόμο της λεωφόρου Σπάτων
Και μιλάμε στο τηλέφωνο πώς θα έρθει...
Της εξηγώ ,της λέω θα δεις εκείνο το σημείο και θα στρίψεις αριστερά. -κάτσε βρε μου λέει βρήκα έναν κύριο εδώ στη στάση θα τον ρωτήσω.
Κάνει να ρωτήσει η Μαίρη πού είναι το κτήμα Νάσιουτζικ και πέφτει πάνω σε κωφάλαλο....Το τι γέλιο κάναμε δεν περιγράφεται!!!
Κάποια στιγμή βρισκόμαστε στην Κατερίνη δεν θυμάμαι αν έχουμε παίξει ή αν θα παίζαμε το βράδυ θυμάμαι όμως ότι περπατούσαμε στην πλατεία την κεντρική, ξαφνικά όπως κοιτάζαμε τα μαγαζιά βλέπω ένα φωτογραφείο που έγραφε πάνω στην ταμπέλα "Μαίρη Λίντα"
Της λέω Μαίρη δεν ήξερα ότι είσαι και φωτογράφος...
-τι είναι αυτό μου λέει;
Πάμε να μάθουμε της λέω.
Μπαίνουμε στο μαγαζί, λέει η Μαίρη
Είδα την ταμπέλα που έγραφε "Μαίρη Λίντα" και επειδή με λένε και εμένα Μαίρη Λίντα ήθελα να μάθω αν έχουμε συγγένεια....
Χαχαχα
Σηκώθηκε μία κυρία την έπιασαν τα κλάματα την αγκαλιάζει και της λέει ο σύζυγός μου ο συγχωρεμένος ήταν λάτρης της Μαίρη Λίντα και του Μανώλη Χιώτη και για αυτό το λόγο ονόμασε το μαγαζί Μαίρη Λίντα....
Η Μαίρη Λίντα αφήνει στην ελληνική μουσική ένα κενό που δεν πρόκειται να αναπληρωθεί. Γιατί η Μαίρη Λίντα δεν ήταν απλώς μια μεγάλη φωνή· ήταν μια ολόκληρη εποχή ήθους, αισθητικής και αυθεντικότητας που δυστυχώς φεύγει μαζί της.
Για μένα, κάθε φορά που θα πιάνω το μπουζούκι στα χέρια μου και θα παίζω εκείνες τις γνώριμες εισαγωγές, θα είναι σαν να ακούω ακόμα τη φωνή της να μου ψιθυρίζει στο καμαρίνι: «Μανίτσα, πάμε».
Σε ευχαριστώ για όλα, Μαίρη. Για τους δρόμους που οργώσαμε, για τις νότες που μοιραστήκαμε, για την αγάπη σου.Υ
.ΓΌπως έγραψα πιο πάνω ήταν ένας άνθρωπος που σεβάστηκε και εκτιμούσε τους συναδέλφους της,
Μεγάλη εντύπωση μου έκανε εκτός τον Κώστα Καράλη Γιώργο Σαλαμπάση Και την Νάντια Καραγιάννη δεν ήρθε κανένας άλλος τραγουδιστής...Κρίμα!!!»