Κατώτατος μισθός: Οι πρώτες αντιδράσεις κομμάτων και φορέων της αγοράς
Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι μια τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε στο Υπουργικό Συμβούλιο της Πέμπτης την αύξηση του κατώτατου μισθού σε 920 ευρώ, μέτρο που θα εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου, επιβεβαιώνοντας πλήρως ρεπορτάζ του Newsbomb.gr. .
Μετά τις ανακοινώσεις ήρθαν και οι πρώτες αντιδράσεις από πλευράς φορέων της αγοράς αλλά και κάποιων κομμάτων.
Η ΓΣΕΕ σε ανακοίνωσή της αναφέρει:
Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό.
Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι μια τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων.
Τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1052 ευρώ μεικτά.
Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μία φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Η μόνη ουσιαστική θεσμική διαδικασία παραμένει η επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς η πρόσφατη κοινωνική συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων.
Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται με τρόπο δίκαιο και βιώσιμο, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους.
«Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς "λίγα ευρώ παραπάνω". Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά,την οικονομία», δήλωσε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης και πρόσθεσε:
«Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα "χρήματα στην τσέπη" και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία. Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί σαν βάση για όλο το μισθολογικό σύστημα και συμπαρασύρει όλη την αγορά μισθών, αφού η αύξηση δεν μένει μόνο στον κατώτατο, αλλά ανεβάζει όλους τους μισθούς που επηρεάζονται από τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες. Η αύξηση των 22 επιδομάτων και, κυρίως, των βασικών, που αφορούν στους περισσότερους εργαζόμενους, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας, κοινωνικών παροχών, καθώς ανεργίας και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν μηνιαία αύξηση, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια.
Ωστόσο, χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα, για αυτό και οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του "μοναδιαίου κόστους εργασίας" και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα φανεί πρώτα στο Δώρο Πάσχα, το οποίο θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου. Ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας. Τέλος, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζόμενους τους και έμμεσα, σημαίνει "αυτοχρηματοδότηση" της αγοράς».
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας Γιάννης Χατζηθεοδοσίου δήλωσε για την αύξηση του κατώτατου μισθού τα εξής:
Κάθε ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών βρίσκει σύμφωνο το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, οπότε τασσόμαστε υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού. Είναι μία σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.
Δεν μπορούμε όμως να μένουμε μόνο στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Γιατί πρόκειται για μία εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις. Οπότε στην εξίσωση πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα.
Όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση.
Θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Τέλος, οφείλω να σημειώσω ότι η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η όποια κυβέρνηση. Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους.
Τι λένε τα κόμματα
Για «αναιμική αύξηση» του κατώτατου μισθού έκανε λόγο ο τομεάρχης Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Γιώργος Γαβρήλος σε δήλωσή του στο περιστύλιο της Βουλής.
«Χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα η αναιμική αύξηση του κατώτατου μισθού μπροστά στην ακρίβεια που βιώνουν οι εργαζόμενοι. Ανάγκη για μείωση των φόρων τώρα, έλεγχο της αγοράς και επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας», υπογράμμισε.
«Η "αύξηση" του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης είναι στην πραγματικότητα μια λογιστική απάτη», υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή της η Νέα Αριστερά.
«Από τα περίπου 40 ευρώ μεικτά, στην τσέπη των εργαζομένων μένουν μόλις 27-30 ευρώ καθαρά. Δηλαδή 0,92 ευρώ τη μέρα. Ούτε μισό λίτρο βενζίνης. Και όλα αυτά την ώρα που η ακρίβεια σε καύσιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, ενώ το αυξημένο μεταφορικό κόστος προμηνύει νέο κύμα ανατιμήσεων», σημειώνει, υπενθυμίζοντας πως «η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ (η γνωστή) προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις στην ενέργεια δεν έχουν ακόμη φανεί πλήρως».
«Τα δύσκολα είναι μπροστά και επίσημα από τα πλέον φιλελεύθερα χείλη. Και σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση δίνει ψίχουλα και τα παρουσιάζει ως στήριξη, διατηρώντας τον κατώτατο μισθό κάτω από τα 800 ευρώ καθαρά, περίπου στα 771,6 ευρώ», σχολιάζει η Νέα Αριστερά και τονίζει: «Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο: χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς πραγματικές αυξήσεις και με πολιτικές που κρατούν τους μισθούς χαμηλά, η κοινωνία οδηγείται σε διαρκή φτωχοποίηση. Ο κ. Μητσοτάκης κάνει την κρίση ευκαιρία και δίνει μικρότερη αύξηση από αυτή που ο ίδιος προανήγγειλε».
«Η Νέα Αριστερά απαιτεί πραγματικές αυξήσεις μισθών, επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ουσιαστική στήριξη της εργασίας. Γιατί κανείς και καμία δεν ζει καλύτερα με 0,92 ευρώ παραπάνω τη μέρα», καταλήγει.
Από πλευράς "Νίκης" ο πρόεδρος του κόμματος, Δημήτρης Νατσιός, δήλωσε για την αύξηση του κατώτατου μισθού:
Η αύξηση του κατώτατου μισθού που προωθεί η Κυβέρνηση διά στόματος Πρωθυπουργού είναι αύξηση «κοροϊδία»! Συνιστά εμπαιγμό των πολιτών που νιώθουν καθημερινά «στο πετσί τους» την ακρίβεια. Το ποσό που ανακοινώθηκε έχει εξανεμιστεί, πριν καν ανακοινωθεί. Οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο, αλλά πληρώνονται λιγότερο από όλους τους Ευρωπαίους. Και η Ελλάδα προβάλλει τελευταία στην λίστα αγοραστικής δύναμης των Ευρωπαίων.
Τα στοιχεία της EUROSTAT μιλούν από μόνα τους. Η Ελλάδα είναι η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό «υποκειμενικής φτώχειας», με τα δύο τρίτα (2/3) των Ελλήνων να θεωρούν τον εαυτό τους «φτωχό». Η πενιχρή αύξηση δεν προσφέρει απολύτως τίποτα, με την ακρίβεια να καλπάζει, για την οποία η Κυβέρνηση δεν κάνει απολύτως τίποτα.
Διαβάστε επίσης