Μιλένα Αποστολάκη: Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί οργανωμένο σύστημα που εξυπηρέτησε διπλό σκοπό
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η λειτουργία του μηχανισμού αυτού αλλοίωσε όχι μόνο την οικονομική πραγματικότητα των αγροτών, αλλά και το πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης και επιρροής.
Η Μιλένα Αποστολάκη / Eurokinissi
Snapshot
- Η Μιλένα Αποστολάκη χαρακτηρίζει το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ως οργανωμένο σύστημα που εξυπηρέτησε παράνομο πλουτισμό και πολιτική επιρροή, αλλοιώνοντας την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα των αγροτών.
- Η διαχείριση του σκανδάλου από την κυβέρνηση περιλάμβανε προσπάθειες συγκάλυψης, όπως την αποτροπή σύστασης προανακριτικής επιτροπής και τη μετατόπιση της συζήτησης σε διαχρονικές ευθύνες.
- Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει κοινωνικές επιπτώσεις, με χιλιάδες αγρότες να χάνουν εισοδήματα και να εγκαταλείπουν την παραγωγή, επιδεινώνοντας την ερήμωση της περιφέρειας.
- Το σκάνδαλο των υποκλοπών αποτελεί θεσμική κρίση, με παρακολουθήσεις πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων, και υποψίες οργανωμένης παρέμβασης στη λειτουργία των θεσμών.
- Το ΠΑΣΟΚ δεν επιδιώκει απλή εναλλαγή στην εξουσία με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά την ανατροπή της πολιτικής της, προτείνοντας πολιτικές με κοινωνικό πρόσημο και αρνούμενο συνεργασία λόγω ιδεολογικών διαφορών.
Η συνέντευξη που παραχώρησε η Μιλένα Αποστολάκη στην εφημερίδα Attica Times αναδεικνύει τρεις βασικούς άξονες πολιτικής αντιπαράθεσης στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα: το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την υπόθεση των υποκλοπών και τη συνολική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Μέσα από την τοποθέτησή της, επιχειρεί να αναδείξει όχι μόνο ευθύνες της κυβέρνησης, αλλά και μια ευρύτερη εικόνα θεσμικής εκτροπής και πολιτικής στόχευσης.
Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι πολιτικές του προεκτάσεις
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο η ίδια χαρακτηρίζει ως υπόθεση με βαθιές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες. Σύμφωνα με την Αποστολάκη, δεν πρόκειται απλώς για μια περίπτωση κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων, αλλά για ένα οργανωμένο σύστημα που εξυπηρέτησε διπλό σκοπό: τον παράνομο πλουτισμό συγκεκριμένων δικτύων και την ενίσχυση πολιτικής επιρροής, ιδιαίτερα στην Κρήτη.
Η ίδια υποστηρίζει ότι η λειτουργία του μηχανισμού αυτού αλλοίωσε όχι μόνο την οικονομική πραγματικότητα των αγροτών, αλλά και το πολιτικό τοπίο, δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης και επιρροής. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία θα έπρεπε να στηρίζουν τους πραγματικούς παραγωγούς, κατέληξαν –όπως αναφέρει, σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με την αγροτική παραγωγή.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η διαχείριση του θέματος από την κυβέρνηση χαρακτηρίστηκε από προσπάθειες συγκάλυψης. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε θεσμικές παρεμβάσεις που εμπόδισαν τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπήρχε φόβος πολιτικού κόστους και διαρροών από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Επιπλέον, ασκεί έντονη κριτική στη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής με διευρυμένο χρονικό ορίζοντα, υποστηρίζοντας ότι επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η συζήτηση σε «διαχρονικές ευθύνες», αποφεύγοντας την εστίαση στα πρόσφατα γεγονότα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την κλήση προσώπων που δεν είχαν καμία σχέση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, προκειμένου, όπως υποστηρίζει, να αποδυναμωθεί η ουσία της υπόθεσης.
Η κ. Αποστολάκη δίνει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές επιπτώσεις. Υποστηρίζει ότι χιλιάδες αγρότες βρίσκονται σήμερα χωρίς τα αναμενόμενα εισοδήματα, γεγονός που οδηγεί σε εγκατάλειψη της παραγωγής και επιτείνει την ερήμωση της περιφέρειας. Το σκάνδαλο, κατά την ίδια, δεν είναι απλώς οικονομικό, αλλά πλήττει τη συνολική βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα.
Υποκλοπές και κρίση θεσμών
Το δεύτερο μεγάλο θέμα που αναδεικνύεται είναι το σκάνδαλο των υποκλοπών, το οποίο η Μιλένα Αποστολάκη περιγράφει ως βαθιά θεσμική κρίση. Αναφέρεται σε παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, ακόμη και μελών της κυβέρνησης και των Ενόπλων Δυνάμεων, θέτοντας ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Εκφράζει έντονο προβληματισμό για το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, πρόσωπα που παρακολουθήθηκαν δεν αντέδρασαν θεσμικά, κάτι που η ίδια ερμηνεύει ως ένδειξη πολιτικής πίεσης ή συμμόρφωσης. Παράλληλα, κάνει λόγο για ένα ευρύτερο σύστημα ελέγχου και χειραγώγησης, το οποίο εκτείνεται πέρα από μεμονωμένα περιστατικά.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται σε όσα, σύμφωνα με την ίδια, προέκυψαν από δικαστικές διαδικασίες. Υποστηρίζει ότι υπήρξαν μάρτυρες που κατέθεσαν ψευδώς ενώπιον της Βουλής, κατόπιν καθοδήγησης, ενώ αναφέρει ότι τους είχαν δοθεί ακόμη και συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που θα δέχονταν. Οι αναφορές αυτές, εάν ισχύουν, ενισχύουν την εικόνα οργανωμένης παρέμβασης στη λειτουργία των θεσμών.
Επιπλέον, αναφέρεται σε δηλώσεις κατηγορουμένων που εμπλέκονται στην υπόθεση, σύμφωνα με τις οποίες το λογισμικό παρακολούθησης χρησιμοποιούνταν από κρατικές δομές ή κυβερνήσεις. Αν και σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύδονται επισήμως, επιμένει ότι η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Η ίδια τονίζει ότι η απόπειρα αρχειοθέτησης της υπόθεσης δεν πείθει την κοινή γνώμη και ότι υπάρχουν ακόμη ανοιχτά ερωτήματα. Για τον λόγο αυτό, υπογραμμίζει τη σημασία της συνέχισης της διερεύνησης τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θεωρώντας ότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά τη δημοκρατία συνολικά.
Η πολιτική πρόταση και η ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ
Πέρα από τις καταγγελίες, η συνέντευξη επιχειρεί να σκιαγραφήσει και τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ. Η Αποστολάκη απορρίπτει τη λογική απλής εναλλαγής στην εξουσία, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα δεν επιδιώκει απλώς να διαδεχθεί τη Νέα Δημοκρατία, αλλά να ανατρέψει την πολιτική της.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην ανάδειξη του ΠΑΣΟΚ ως δύναμης θεσμικής ευθύνης και σοβαρότητας. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην ιστορική του πορεία και στην αντοχή του μέσα από δύσκολες περιόδους, στοιχείο που παρουσιάζεται ως απόδειξη πολιτικής ανθεκτικότητας.
Σε επίπεδο πολιτικών προτάσεων, δίνεται έμφαση σε ζητήματα όπως η κοινωνική κατοικία, η προστασία της πρώτης κατοικίας, η ρύθμιση της αγοράς και η στήριξη του πρωτογενούς τομέα. Το αφήγημα εστιάζει στους πολίτες που πλήττονται περισσότερο από την ακρίβεια και τις ανισότητες, επιχειρώντας να διαμορφώσει μια εναλλακτική πολιτική πρόταση με κοινωνικό πρόσημο.
Παράλληλα, η κ. Αποστολάκη επισημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν επιδιώκει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, θεωρώντας ότι υπάρχουν ουσιαστικές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, ιδιαίτερα σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής, θεσμών και κράτους δικαίου.