Ανατολική Μεσόγειος: Σε τεντωμένο σχοινί οι ισορροπίες - Για γερά νεύρα η μάχη Αθήνας και Άγκυρας
Η ελληνική NAVTEX, η τουρκική αντι-NAVTEX και το παρασκήνιο με το Παρίσι – Η Αθήνα επιμένει στην υλοποίηση του Great Sea Interconnector, η Άγκυρα επαναφέρει τις ανυπόστατες διεκδικήσεις της και η Γαλλία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του έργου και τις σχέσεις της με την Τουρκία
Snapshot
- Η Ελλάδα εξέδωσε NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector, ενώ η Τουρκία απάντησε με αντιNAVTEX, αμφισβητώντας τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες.
- Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι τμήμα της περιοχής ανήκει στην υφαλοκρηπίδα της και απαιτεί συντονισμό για τις ερευνητικές δραστηριότητες, κάτι που η Ελλάδα απορρίπτει.
- Η Γαλλία, μέσω της εταιρείας Nexans και του πλοίου με γαλλική σημαία, συμμετέχει ενεργά στο έργο, αλλά διατηρεί διπλωματικούς διαύλους με την Τουρκία χωρίς δημόσια καταδίκη της αντιNAVTEX.
- Το έργο Great Sea Interconnector έχει μεγάλη ενεργειακή και γεωστρατηγική σημασία για Ελλάδα, Κύπρο και ευρύτερη περιοχή Ανατολικής Μεσογείου, με προϋπολογισμό περίπου 1,9 δισ. ευρώ.
- Η εξέλιξη της αντιπαράθεσης θα κρίνει αν οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν ομαλά ή αν η διαφωνία θα κλιμακωθεί σε πεδίο θαλάσσιας σύγκρουσης.
Σε τεντωμένο σχοινί βρίσκονται για ακόμη μία φορά οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, με αφορμή την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου και τη νέα αντιπαράθεση Αθήνας και Άγκυρας γύρω από τις θαλάσσιες έρευνες. Η έκδοση της ελληνικής NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector (GSI) και η άμεση τουρκική απάντηση με αντι-NAVTEX επαναφέρουν στο προσκήνιο τις πάγιες διαφορές των δύο χωρών για τις θαλάσσιες ζώνες, ενώ προσθέτουν μια ακόμη δύσκολη παράμετρο στη διπλωματική εξίσωση: τον ρόλο της Γαλλίας.
Η Αθήνα προχώρησε στις 6 Νοεμβρίου στην ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του υποθαλάσσιου καλωδίου, έπειτα από σχετικό αίτημα της γαλλικής εταιρείας Nexans, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της εταιρείας που έχει την ευθύνη του έργου. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπέγραψε τη σχετική απόφαση μετά τη θετική γνωμοδότηση της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής και ακολούθησε η έκδοση της NAVTEX από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού.
Η ελληνική αναγγελία καλύπτει την περίοδο από τις 6 Νοεμβρίου 2026 έως τις 6 Μαρτίου 2027 και αφορά τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo. Για την ελληνική πλευρά, η διαδικασία εντάσσεται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων των ελληνικών Αρχών και στην προσπάθεια να προχωρήσει ένα έργο με ιδιαίτερη ενεργειακή και γεωστρατηγική σημασία.
Η τουρκική αντίδραση και οι ανυπόστατες διεκδικήσεις
Η αντίδραση της Άγκυρας ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26, η Τουρκία υποστήριξε ότι τμήμα της περιοχής που περιλαμβάνεται στην ελληνική αναγγελία βρίσκεται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, επικαλούμενη τις συντεταγμένες που έχει καταθέσει μονομερώς στον ΟΗΕ από τον Μάρτιο του 2020.
Παράλληλα, οι τουρκικές Αρχές υποστηρίζουν ότι δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους για τις συγκεκριμένες ερευνητικές δραστηριότητες και επιμένουν ότι κάθε δραστηριότητα στην περιοχή που θεωρούν ότι εμπίπτει στη δική τους θαλάσσια δικαιοδοσία πρέπει να συντονίζεται με την Άγκυρα.
Πρόκειται για μια θέση που η Αθήνα απορρίπτει, καθώς δεν αναγνωρίζει τις συγκεκριμένες τουρκικές αξιώσεις. Άλλωστε, η μονομερής κατάθεση συντεταγμένων στον ΟΗΕ δεν συνιστά από μόνη της οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ούτε δημιουργεί αυτομάτως αναγνωρισμένα δικαιώματα.
Το ουσιαστικό ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε πρακτικό μηχανισμό παρέμβασης στις εργασίες του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση μιας γειτονικής χώρας για μια θαλάσσια δραστηριότητα και στην αναγνώριση δικαιώματος προηγούμενης έγκρισης είναι κρίσιμη για την ελληνική διπλωματία.
Το γαλλικό παρασκήνιο και η συνάντηση στην Άγκυρα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά σε αυτή τη συγκυρία η στάση του Παρισιού. Η Γαλλία δεν είναι ένας απλός παρατηρητής, καθώς η γαλλική Nexans έχει αναλάβει σημαντικό ρόλο στο έργο, ενώ το ερευνητικό πλοίο Abeille Marengo φέρει γαλλική σημαία. Επομένως, η επανέναρξη των εργασιών αφορά άμεσα και γαλλικά επιχειρηματικά και κρατικά συμφέροντα.
Ωστόσο, η διπλωματική εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής», η Γαλλίδα πρέσβειρα στην Τουρκία, Ιζαμπέλ Ντιμόν, είχε συνάντηση στις 5 Νοεμβρίου με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαδικασίες για την επανέναρξη των ερευνών και την ενημέρωση της τουρκικής πλευράς.
Η ίδια εφημερίδα, επικαλούμενη τουρκική διπλωματική πηγή, μετέδωσε ότι το Παρίσι βρίσκεται σε επικοινωνία με την Άγκυρα για τις δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου. Μάλιστα, σύμφωνα με την τουρκική εκδοχή, οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία ως προς τη διατύπωση της σχετικής διπλωματικής αλληλογραφίας, με την Άγκυρα να επιδιώκει να παρουσιάσει τη γαλλική επικοινωνία ως αίτημα για τη χορήγηση τουρκικής άδειας.
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή διπλωματική ισορροπία. Η ενημέρωση της Τουρκίας δεν ισοδυναμεί με αναγνώριση των αξιώσεών της ούτε με αποδοχή ότι διαθέτει δικαίωμα αδειοδότησης των ερευνών. Η ελληνική θέση είναι σαφές ότι δεν μπορεί να συγχέεται με την τουρκική ερμηνεία των επαφών.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει δημόσια τοποθέτηση του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών που να καταδικάζει την τουρκική αντι-NAVTEX ή να διατυπώνει ρητή στήριξη της ελληνικής θέσης στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση. Το Παρίσι φαίνεται να επιλέγει τη διπλωματική οδό, διατηρώντας ανοικτούς τους διαύλους με την Άγκυρα, την ώρα που έχει άμεσο συμφέρον να προχωρήσει το έργο.
Αυτό δεν συνιστά κατ' ανάγκην αποστασιοποίηση της Γαλλίας από την Αθήνα. Αναδεικνύει, όμως, ότι άλλο πράγμα είναι η γαλλική συμμετοχή σε ένα ευρωπαϊκής σημασίας ενεργειακό εγχείρημα και άλλο η επιλογή μιας δημόσιας διπλωματικής σύγκρουσης με την Τουρκία. Το κατά πόσο το Παρίσι θα περιοριστεί στις επαφές ή θα προχωρήσει σε πιο ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση παραμένει ένα από τα βασικά ερωτήματα των επόμενων ημερών.
Το προηγούμενο της Κάσου και το ενεργειακό διακύβευμα
Η σημερινή εξέλιξη ξυπνά αναπόφευκτα τις μνήμες του καλοκαιριού του 2024, όταν οι έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση στην περιοχή της Κάσου συνοδεύτηκαν από ένταση και παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Το έργο βρέθηκε τότε αντιμέτωπο με σοβαρές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει περαιτέρω η υλοποίησή του.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή τη φορά θα υπάρξει διαφορετική εξέλιξη. Η Αθήνα εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει στις προβλεπόμενες διαδικασίες, γνωρίζοντας ότι η νέα NAVTEX δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναγγελία, αλλά και μια καταγραφή της ελληνικής θέσης επί του πεδίου.
Το Great Sea Interconnector, με προϋπολογισμό περίπου 1,9 δισ. ευρώ, φιλοδοξεί να συνδέσει τα ηλεκτρικά δίκτυα Ελλάδας και Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, αλλά και για τη διαμόρφωση νέων ενεργειακών διαδρομών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γι' αυτό και η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την πορεία ενός υποθαλάσσιου καλωδίου. Συνδέεται με ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις, με την παρουσία ευρωπαϊκών συμφερόντων στην περιοχή και με τον τρόπο που Αθήνα και Άγκυρα αντιλαμβάνονται τα όρια της θαλάσσιας δικαιοδοσίας τους.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Η έκδοση της ελληνικής NAVTEX και η τουρκική αντι-NAVTEX έχουν ήδη δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο αντιπαράθεσης για γερά νεύρα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι έρευνες θα πραγματοποιηθούν χωρίς παρεμπόδιση ή εάν η διαφωνία θα μεταφερθεί από το διπλωματικό επίπεδο στο πεδίο της θάλασσας.