Μαρινέλλα: «Βρε, άντε και στο διάολο…» - Το τηλεφώνημα του Σάχη και η απρόοπτη απάντηση
Μια ανέκδοτη ιστορία από τη ζωή της σπουδαίας ερμηνεύτριας που πέθανε σε ηλικία 88 ετών
Snapshot
- Η Μαρινέλλα αρνήθηκε αρχικά πρόσκληση από τον εκπρόσωπο του Σάχη της Περσίας με έντονο τρόπο, θεωρώντας το φάρσα.
- Μετά από επιβεβαίωση από την Πρεσβεία του Ιράν, αποδέχτηκε την πρόσκληση να εμφανιστεί στο νησί Κις για την περσική Πρωτοχρονιά.
- Η πρόσκληση σχετιζόταν με τη φιλία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου με τον Σάχη, ο οποίος ήθελε να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο και την Άννα
- Μαρία με ελληνικούς καλλιτέχνες.
- Η Μαρινέλλα και η ομάδα της ταξίδεψαν στην Τεχεράνη και από εκεί στο νησί Κις, όπου φιλοξενήθηκαν από την αυτοκρατορική οικογένεια και υψηλούς αξιωματούχους.
- Η αυτοκράτειρα Φαράχ ήταν θαυμάστρια της Μαρινέλλας, γεγονός που συνδέθηκε με τις ελληνικές ρίζες της γραμματέως της.
Μια ανέκδοτη ιστορία από το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη με τίτλο «Μαρινέλλα: Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια», δείχνει το... τσαγανό που είχε η σπουδαία τραγουδίστρια που το απόγευμα του Σαββάτου πέθανε σε ηλικία 88 ετών.
Σε μια από τις δεκάδες ανέκδοτες ιστορίες του βιβλίου, η Μαρινέλλα δεν δίστασε να... διαολοστείλει τον εκπρόσωπο του Σάχη της Περσίας όταν την πήρε τηλέφωνο για να της ζητήσει να εμφανιστεί για χάρη του στο Ιράν!

Το απόσπασμα:
«Και πάμε τώρα στην περσική περιπέτεια της Μαρινέλλας, μερικά χρόνια πριν από την αποκαθήλωση του Σάχη από τον «θρόνο του παγονιού».
«Ήμουν τότε παντρεμένη με τον Βοσκόπουλο και μέναμε στο Παγκράτι. Ένα μεσημέρι χτυπά το τηλέφωνο και ακούω μια ανδρική φωνή στα ελληνικά, όμως με αξάν: ‘’Κυρία Μαρινέλλα, σας τηλεφωνώ εκ μέρους του Αυτοκράτορα της Περσίας. Σας προσκαλεί να τραγουδήσετε…’’
«Βρε, άντε και στο διάολο…» του απαντώ και του κλείνω το τηλέφωνο.
«Ποιον διαολοστέλνεις;», με ρωτά ο Βοσκόπουλος.
«Τίποτα. Ένας ηλίθιος, μεσημεριάτικα, μου έκανε φάρσα…»
Δεν τελείωσα την κουβέντα και ντριν… πάλι το τηλέφωνο. Το σηκώνω έτοιμη για βρίσιμο. ‘’Συγγνώμη, κυρία Μαρινέλλα. Καταλαβαίνω ότι ξαφνιαστήκατε, όμως δεν σας κοροϊδεύω. Μιλώ σοβαρά. Μην κλείσετε. Τηλεφωνώ από την Πρεσβεία του Ιράν. Ο Αυτοκράτορας…’’
«Τι είναι, βρε, αυτά που λες; Ποιος Φαραώ και ποιος αυτοκράτορας και κουραφέξαλα…»
«Σας εκλιπαρώ, ακούστε με…»
Με εκπλιπαρούσε να τον ακούσω, ενώ ήμουν έτοιμη να τον στολίσω καταλλήλως. ‘’Ακούστε, κυρία Μαρινέλλα…’’. Και άκουσα πως ο Σάχης με καλούσε για την Πρωτοχρονιά τους στο θέρετρό του, ένα νησί στον Περσικό Κόλπο που ονομαζόταν Κις…
«Και πού με ξέρει εμένα ο Σάχης και η Σάχεσα, κύριε; Τι είναι αυτά που λέτε… Ποιο Κις. Εγώ τα δικά μου… Αλλά αυτός, πολύ σοβαρός, έως και μελοδραματικός μπορώ να πω, μου ανέπτυσσε το σενάριο περί ταξιδιού μου και τα λοιπά και για την αμοιβή, όσα ήθελα… Τελικά με παρακάλεσε να σημειώσω ένα νούμερο τηλεφώνου, για να βεβαιωθώ πως δεν αστειευόταν μαζί μου και πως, αν ευκαιρούσα, να συναντηθούμε αμέσως στην Πρεσβεία για να μιλήσουμε…
«Κυρία Μαρινέλλα, θα σας διαθέσουμε αεροπλάνο για τη μεταφορά σας, για την ορχήστρα κι ό,τι άλλο χρειάζεστε…» Όλα αυτά στο παρακαλετό και με την υπενθύμιση πως δεν γινόταν να πει όχι στον Αυτοκράτορα.
«Μα με ποιον μιλάς τόση ώρα;» απόρησε ο Βοσκόπουλος.
«Με τον Σάχη αυτοπροσώπως…» απάντησα. Και για να βεβαιωθώ ότι δεν θα πήγαινα στο τρελάδικο, πετάχτηκα ως το κτίριο που στεγαζόταν η Πρεσβεία του Ιράν, αφήνοντας τον Βοσκόπουλο με το παιδί, γιατί η Τζωρτζίνα ήταν μικρούλα. Και όντως….
Στην Πρεσβεία εκτός από τον άντρα του τηλεφώνου, με περίμεναν ο Πρέσβης και κάμποσοι παρατρεχάμενοι. Τα είχα λίγο χαμένα.
«Συγγνώμη, κύριοι, αλλά τι συμβαίνει;…». Δεν καταλάβαινα. Όμως οι υπήκοοι του Σάχη είχαν εντολή να με κουβαλήσουν στην Περσία. Μου ξανατόνισαν πως κανένας δεν μπορούσε να πει όχι στον Αυτοκράτορα. Όποιος το τολμούσε, τον έπαιρνε και τον σήκωνε. Κι αυτοί οι κύριοι έτρεμαν μήπως και δεν εκτελεστεί σωστά η διαταγή…».
Το μυστήριο μεταξύ Μαρινέλλας και Σάχη πήρε να λύνεται όταν αναφέρθηκε το όνομα του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, φίλου του Φρέντυ Σερπιέρη, δηλαδή του πατέρα της κόρης της. Ο Σάχης και ο Κωνσταντίνος, κατά τα φαινόμενα, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις και θα περνούσαν μαζί την περσική Πρωτοχρονιά στο νησί Κις. Κι όταν ο Πέρσης μονάρχης, για να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο και την Άννα – Μαρία, θέλησε να του προτείνουν κάποιους Έλληνες καλλιτέχνες, ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη Μαρινέλλα και τον Ντέμη Ρούσσο.
Όλα αυτά καλά κι ωραία, όμως χρειαζόταν προετοιμασία. Λόγω Σάχη, όμως, τα πάντα λύνονταν εύκολα.
«Και τώρα, κυρία Μαρινέλλα, γράψτε μας ένα ποσόν, ό,τι θέλετε, για την αμοιβή σας…»
«Κι έγραψες, φαντάζομαι, δέκα εκατομμύρια», της λέω γελώντας.
«Είπα ένα ποσό χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν το κουβέντιασαν δεύτερη φορά και αμέσως πέρασαν τα χρήματα σε έναν λογαριασμό που είχα στην Ελβετία. Όλα έγιναν μέσα σε λιγότερο από μία ώρα».
… Από εκεί και πέρα ξεκίνησε το παραμύθι. Η Μαρινέλλα, ο Στέλιος Ζαφειρίου με το μπουζούκι του, η ορχήστρα και η φωτογράφος Αλίντα Μαυρογένη επιβιβάστηκαν στο μαγικό χαλί και πέταξαν στο «μακρινό το Ιράν». Προσγειώθηκαν στην Τεχεράνη κι από εκεί αναχώρησαν με ειδική πτήση για το νησί Κις όπου μόνο η αυτοκρατορική οικογένεια και ο πρωθυπουργός είχαν πρόσβαση. Το νησί δεν φημιζόταν για τις ομορφιές του, αλλά εκεί που βρίσκονταν τα καταλύματα των επισήμων όλων ήταν λουλουδιασμένα και εξωτικά με το αυστηρό αυτοκρατορικό πρωτόκολλο. Ποιο λουλούδι θα τολμούσε να μην ανθίσει, παραβαίνοντας τη σχετική εντολή του Σάχη;
Έφτασαν στο Κις κι έτυχαν θερμότατης υποδοχής από τον Κωνσταντίνο και την Άννα – Μαρία, αλλά και από την αυτοκράτειρα Φαράχ, γαλλοθρεμμένη και, άκουσον άκουσον, θαυμάστρια της Μαρινέλλας, γιατί η γραμματέας της είχε ρίζες ελληνικές! Οπότε να πάλι οι συμπτώσεις…
Από την πλευρά των Περσών, παρούσα ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια, ο πρωθυπουργός και άλλα μέλη της κυβέρνησης, ενώ τους κοινούς θνητούς εκπροσωπούσαν μόνο τα δεκάδες άτομα του υπηρετικού προσωπικού.
Διαβάστε επίσης