Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ποδόσφαιρο
Κάσος, Μονή Σινά και Ρούμπιο στην Αθήνα συνθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο παζλ – Η Ελλάδα δεν κινείται σε κενό και η διπλωματία δεν γίνεται με «μπακαλίστικους» υπολογισμούς
Snapshot
- Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο εμπλέκει πολλούς παράγοντες και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλουστευτικά ή με «μπακαλίστικους» υπολογισμούς.
- Το ζήτημα της Κάσου απαιτεί σοβαρή ανάλυση από την κυβέρνηση για τις ενδεχόμενες υποχωρήσεις και τη στρατηγική επιλογή που ακολουθήθηκε.
- Η υπόθεση της Μονής Σινά συνδέεται με τη διατήρηση στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που είναι κρίσιμος περιφερειακός εταίρος.
- Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκου Ρούμπιο στην Αθήνα αντανακλά τις προτεραιότητες στην άμυνα, ενέργεια και περιφερειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
- Η ελληνική εξωτερική πολιτική απαιτεί ισορροπία μεταξύ αποτροπής, διπλωματίας, συμμαχιών και διεθνούς δικαίου, και η δημόσια κριτική πρέπει να ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει.
Υπάρχει μια πολύ ελληνική συνήθεια στην εξωτερική πολιτική: να παρακολουθούμε τις εξελίξεις από τον καναπέ και να θεωρούμε ότι οι λύσεις είναι περίπου αυτονόητες. Σαν να παρακολουθούμε ποδόσφαιρο. Ο ένας φωνάζει «έπρεπε να απαντήσουμε», ο άλλος «να βγάλουμε τα όπλα», ο τρίτος «να τους δείξουμε ποιος είναι ο ισχυρός» και όλοι μαζί καταλήγουν ότι, αν ήταν αυτοί στο υπουργείο Εξωτερικών, τα πράγματα θα ήταν απλούστερα.
Δεν είναι.
Και η σημερινή συγκυρία το αποδεικνύει.
Η Κάσος, η Μονή Σινά και η επίσκεψη Ρούμπιο στην Αθήνα δεν είναι τρεις εντελώς άσχετες ιστορίες. Δεν σημαίνει ότι αποτελούν ένα ενιαίο «πακέτο» ή ότι υπάρχει κάποια μυστική σύνδεση μεταξύ τους. Αποτελούν όμως διαφορετικές πλευρές του ίδιου γεωπολιτικού χώρου: της Ανατολικής Μεσογείου, όπου Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτος, Κύπρος, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφέροντα που άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε συγκρούονται.
Στην Κάσο, το ζήτημα είναι η ελληνική στάση απέναντι στην τουρκική πίεση και το τι ακριβώς συνέβη το 2024. Η δήλωση του Άγγελου Συρίγου ότι «υποχωρήσαμε δύο φορές» επαναφέρει ένα ερώτημα που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με στοιχεία: τι έγινε, γιατί έγινε και ποια ήταν η στρατηγική επιλογή της Αθήνας.
Και αυτό έχει σημασία όχι μόνο για το παρελθόν.
Γιατί σήμερα η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική αξία.
Εδώ μπαίνει η Μονή Σινά. Η υπόθεση δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό ή ιδιοκτησιακό ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Ακουμπά μια ιστορική ελληνική παρουσία, τις σχέσεις Αθήνας–Καΐρου και, ευρύτερα, τη θέση της Ελλάδας σε ένα περιβάλλον όπου η Αίγυπτος αποτελεί κρίσιμο περιφερειακό εταίρο. Όταν λοιπόν η Αθήνα προσπαθεί να διατηρήσει στρατηγικές σχέσεις με το Κάιρο, κάθε τέτοια υπόθεση αποκτά αναπόφευκτα και διπλωματικό βάρος.
Και τότε φτάνουμε στον Μάρκο Ρούμπιο.
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένη από όλα τα παραπάνω. Στην ατζέντα βρίσκονται η άμυνα, η ενέργεια και η περιφερειακή ασφάλεια. Δηλαδή ακριβώς τα πεδία στα οποία η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται τα τελευταία χρόνια σε χώρο ανταγωνισμού και ταυτόχρονα συνεργασιών.
Η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακός και γεωπολιτικός κόμβος. Η Τουρκία αμφισβητεί επιλογές και σχεδιασμούς που θεωρεί ότι περιορίζουν τον δικό της περιφερειακό ρόλο. Η Αίγυπτος είναι κρίσιμος εταίρος. Η Κύπρος βρίσκεται στον πυρήνα των ενεργειακών σχεδιασμών. Το Ισραήλ αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν μια Ανατολική Μεσόγειο που να λειτουργεί, στον βαθμό του δυνατού, ως χώρος ενεργειακής και στρατηγικής συνεργασίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε κρίση σαν να ξεκινά από το μηδέν.
Η Κάσος αφορά την αποτροπή και τα ελληνοτουρκικά. Το Σινά αφορά τη σχέση με την Αίγυπτο και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Ο Ρούμπιο αφορά την αμερικανική στρατηγική, την ενέργεια και την ασφάλεια. Και τα τρία συναντώνται στον ίδιο γεωπολιτικό χάρτη.
Αυτό ακριβώς είναι που συχνά ξεχνάμε στη δημόσια συζήτηση.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι «πήραμε τα όπλα και τελειώσαμε». Τα όπλα είναι μέρος της αποτροπής. Δεν είναι ολόκληρη η εξωτερική πολιτική.
Ούτε όμως είναι εξωτερική πολιτική το να αποφεύγουμε κάθε δυσκολία για να μη δημιουργηθεί ένταση.
Το δύσκολο είναι να βρίσκεις τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή, τη διπλωματία, τις συμμαχίες, το διεθνές δίκαιο και τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την Κάσο πρέπει να γίνει σοβαρά. Αν υπήρξε υποχώρηση, η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει γιατί. Αν ο Συρίγος χρησιμοποιεί λάθος όρο, επίσης πρέπει να εξηγήσει γιατί. Δεν μπορεί όμως η απάντηση να είναι απλώς μια πολιτική ατάκα.
Το ίδιο ισχύει για το Σινά. Η Ελλάδα πρέπει να υπερασπίζεται τις θέσεις και τα συμφέροντά της, χωρίς όμως να ξεχνά ότι η Αίγυπτος είναι ένας κρίσιμος στρατηγικός εταίρος.
Και το ίδιο ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρουσία Ρούμπιο στην Αθήνα δεν είναι λόγος ούτε για πανηγυρισμούς ούτε για απογοητεύσεις. Είναι μια ευκαιρία να δούμε τι πραγματικά μπορεί και τι δεν μπορεί να προσφέρει η αμερικανική σχέση στην Ελλάδα.
Γιατί οι σύμμαχοι δεν είναι κουμπί που το πατάς όταν έχεις πρόβλημα.
Και η διπλωματία δεν είναι μπακαλίστικος λογαριασμός του τύπου «έδωσα αυτό, πήρα εκείνο».
Στην πραγματική γεωπολιτική, πολλές φορές πρέπει να διαχειριστείς ταυτόχρονα πέντε κρίσεις, τρεις συμμάχους, δύο αντιπάλους και δέκα διαφορετικά συμφέροντα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δικαιώνεται σε κάθε επιλογή της.
Σημαίνει ότι η κριτική πρέπει να είναι εξίσου σοβαρή με το πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος της δημόσιας συζήτησης: αντιμετωπίζουμε την εξωτερική πολιτική σαν ποδόσφαιρο.
Δεν είναι.
Στην Κάσο, στο Σινά, στην Ουάσιγκτον και στην Ανατολική Μεσόγειο συνολικά, η Ελλάδα παίζει ένα πολύ πιο δύσκολο παιχνίδι.
Και εκεί δεν κερδίζει όποιος φωνάζει περισσότερο.
Κερδίζει —ή τουλάχιστον προστατεύει καλύτερα τα συμφέροντά του— όποιος ξέρει πότε πρέπει να πιέσει, πότε πρέπει να επιμείνει, πότε πρέπει να διαπραγματευτεί και, κυρίως, πότε δεν πρέπει να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω.