Το πάθημα ως μάθημα: Τι πραγματικά έδειξαν οι τελευταίες 36 ώρες για ΗΠΑ και Ιράν
Τα γεγονότα των τελευταίων ωρών λειτούργησαν ως σκληρό τεστ ισχύος, φανερώνοντας πως ούτε η Ουάσινγκτον είναι άτρωτη ούτε η Τεχεράνη τόσο πανίσχυρη όσο συχνά παρουσιάζεται
Τα γεγονότα των τελευταίων 36 ωρών με την κατάρριψη F-15, την επιχείρηση διάσωσης πιλότου και την εμπλοκή αεροσκαφών όπως το A-10, δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο πολέμου. Ήταν ένα ζωντανό τεστ ισχύος και για τις Ηνωμένες Πολιτείες και για το Ιράν. Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, είδαμε μια πιο καθαρή εικόνα πίσω από τον μύθο και των δύο πλευρών.
Η επιχείρηση διάσωσης του πληρώματος του F-15E μέσα στο ιρανικό έδαφος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις πιο ριψοκίνδυνες των τελευταίων ετών, με συμμετοχή εκατοντάδων στρατιωτικών, drones και ειδικών δυνάμεων. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί κατάφεραν να ανακτήσουν και τους δύο άνδρες, ενώ βρίσκονταν για ώρες περικυκλωμένοι σε ορεινή περιοχή, δείχνει ένα κρίσιμο στοιχείο: επιχειρησιακή υπεροχή στον συντονισμό, στην ταχύτητα και στη λήψη αποφάσεων.
Αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 13.000 πολεμικές εξόδους στον συγκεκριμένο πόλεμο, χάνοντας ελάχιστα αεροσκάφη σε σχέση με την ένταση των επιχειρήσεων. Παράλληλα, οι συνολικές απώλειες παραμένουν σχετικά περιορισμένες για το μέγεθος των επιχειρήσεων, γεγονός που δείχνει υψηλό επίπεδο τεχνολογίας, εκπαίδευσης και διαλειτουργικότητας μεταξύ των δυνάμεων.
Και όμως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπήρξαν σημαντικά “καμπανάκια”.
Το ίδιο το γεγονός ότι ένα F-15 καταρρίφθηκε κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ένα αεροσκάφος με δεκαετίες επιχειρησιακής κυριαρχίας δείχνει ότι η αμερικανική υπεροχή δεν είναι απόλυτη. Επιπλέον, καταγράφηκε απώλεια A-10, ενώ ελικόπτερα δέχθηκαν πυρά κατά τη διάρκεια της διάσωσης. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι σε πρόσφατο περιστατικό, τρία F-15 χάθηκαν από φίλια πυρά, κάτι που αποκαλύπτει ότι σε σύνθετα, “θολά” πεδία μάχης, ακόμη και η πιο εξελιγμένη δύναμη μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα συντονισμού.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν παρουσιάζει μια εικόνα που αξίζει πιο προσεκτικής ανάλυσης και ίσως αναθεώρησης.
Για χρόνια, η κυρίαρχη αφήγηση ήταν ότι το Ιράν αποτελεί μια ανερχόμενη περιφερειακή υπερδύναμη. Μια χώρα που μπορεί να αντέξει πιέσεις, να χτυπήσει μακριά και να προκαλέσει σοβαρό κόστος σε οποιονδήποτε αντίπαλο. Και πράγματι, υπάρχουν στοιχεία που στηρίζουν αυτή την εικόνα. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί ασύμμετρες τακτικές, να αξιοποιεί proxies, να εξαπολύει μαζικές επιθέσεις με drones και πυραύλους και να δημιουργεί φθορά.
Όμως τα τελευταία γεγονότα δείχνουν ότι αυτή η εικόνα ίσως ήταν, σε έναν βαθμό, υπερτιμημένη.
Σε τακτικό επίπεδο, φαίνεται να υπάρχει περιορισμένος συντονισμός στο πεδίο. Το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να εντοπίσουν και να εξουδετερώσουν έναν πιλότο που βρισκόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο έδαφος, παρά την κινητοποίηση δυνάμεων, δημιουργεί ερωτήματα. Δείχνει μια στρατιωτική δομή που δεν έχει την ακρίβεια και την ταχύτητα αντίδρασης που θα περίμενε κανείς από μια δύναμη που παρουσιάζεται ως ισχυρή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι αδύναμο. Σημαίνει όμως ότι η ισχύς του έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δεν είναι μια δύναμη που υπερέχει σε κλασικές, οργανωμένες χερσαίες επιχειρήσεις υψηλής ακρίβειας. Αντίθετα, βασίζεται περισσότερο στη φθορά, στην ποσότητα, στον αιφνιδιασμό και στη γεωγραφία.
Και εδώ βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο.
Το Ιράν έχει ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα, τη γεωγραφία του. Ορεινοί όγκοι, δύσβατα εδάφη, στενά περάσματα, βάθος χώρου. Τα βουνά του Ζάγρος, οι εσωτερικές περιοχές και η δυνατότητα ελέγχου κρίσιμων σημείων δημιουργούν ένα φυσικό “τείχος” που δυσκολεύει οποιαδήποτε χερσαία επιχείρηση εναντίον του.
Με απλά λόγια, το Ιράν είναι δύσκολο να κατακτηθεί, όχι απαραίτητα επειδή έχει την ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή, αλλά επειδή το έδαφος λειτουργεί υπέρ του.
Αυτό μας φέρνει και στο ζήτημα των πυραύλων.
Στιγμιαία πιστέψαμε ότι το Ιράν μπορεί να διαθέτει στις αποθήκες του πυραύλους που φτάνουν τα 4000 χλμ. Δηλαδή πως είναι ικανοί να πλήξει ολόκληρη την Ευρώπη. Παρ´όλα αυτά φάνηκε εκ του αποτελέσματος, ότι ίσως οι δύο συγκεκριμένοι πύραυλοι που έφυγαν προς την βάση Ντιεγκο Γκαρσία, να ήταν πύραυλοι 2.000χλμ που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αναβαθμίσουν.
Αν αυτό ισχύει, τότε υπάρχει ένα ξεκάθαρο χάσμα μεταξύ εικόνας και πραγματικότητας. Το Ιράν μπορεί να πλήξει, μπορεί να φθείρει, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές απώλειες αλλά ίσως όχι με την ακρίβεια και το βάθος που πολλοί θεωρούσαν δεδομένα.
Συνεπώς, η ισχύς του είναι υπαρκτή, αλλά όχι απεριόριστη. Είναι επικίνδυνη, αλλά όχι απαραίτητα αποφασιστική σε όλα τα επίπεδα.
Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την τεχνολογική τους υπεροχή, δείχνουν ότι δεν είναι άτρωτες. Η απώλεια αεροσκαφών, τα περιστατικά φίλιων πυρών και οι δυσκολίες επιχειρήσεων σε δύσβατο έδαφος αποκαλύπτουν ότι ακόμη και μια υπερδύναμη έχει όρια, ειδικά όταν επιχειρεί βαθιά μέσα σε εχθρικό περιβάλλον.
Ο πρόεδρος Τράμπ ίσως έχει τώρα μπροστά του ένα πιο καθαρό συμπέρασμα από ποτέ: ούτε η Αμερική είναι πανίσχυρη χωρίς κόστος, ούτε το Ιράν είναι η αδιαμφισβήτητη δύναμη που πολλοί φαντάζονταν.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσία των τελευταίων 36 ωρών.
Όχι ποιος είναι πιο δυνατός, αλλά ποιος κατανοεί καλύτερα τα όριά του. Ποιος προσαρμόζεται πιο γρήγορα. Και τελικά, ποιος μαθαίνει από τα λάθη του πριν αυτά επαναληφθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα.
Γιατί στην ιστορία των συγκρούσεων, η πραγματική υπεροχή δεν ανήκει σε εκείνον που δεν κάνει λάθη, αλλά σε εκείνον που τα διορθώνει πιο γρήγορα.
Διαβάστε επίσης