Αναθεώρηση: Σύμφωνοι, αλλά προς τι;

Σήμερα το Σύνταγμα, όπως και συνολικά το δίκαιο σε όλους τους κλάδους του ως παράγωγο είτε του υπερεθνικού – ενωσιακού νομοθέτη είτε ως προϊόν της διεθνούς συνεργασίας των πολιτειών είτε ως απότοκο της νομοθετικής λειτουργίας της πολιτείας, έχει να αντιμετωπίσει μεγάλες, πρωτόγνωρες, πολυεπίπεδες και διασυνδεδεμένες προκλήσεις

Αναθεώρηση: Σύμφωνοι, αλλά προς τι;

Στιγμιότυπο από την πλατεία Συντάγματος

Eurokinissi

Στις προηγούμενες αναθεωρήσεις εδέσποζε ο χαρακτήρας του Συντάγματος ως του ανώτατου νόμου της πολιτείας. Συνακόλουθα οι αναλύσεις επικεντρώνονταν στην τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων ώστε αυτές να μετατραπούν σε έννομες σχέσεις, οι οποίες διαθέτουν εξαναγκαστικό χαρακτήρα επιβάλλοντας δεσμευτική συμπεριφορά στους ασκούντες τις πολιτειακές λειτουργίες.

Ο συσχετισμός των πολιτικών κομμάτων οδηγούσε τις σχετικές αναλύσεις στην αναγωγή και αντιστοίχισή τους με τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις με τρόπο ώστε να θεωρείται ότι ο συσχετισμός αυτών αποτυπώνεται στις συνταγματικές διατάξεις. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί συχνά στη γνώμη ότι το Σύνταγμα διαμορφώνει το νομικό πλαίσιο έτσι ώστε ο πολιτικός και κοινωνικός ανταγωνισμός να κινείται ευτάκτως και να εξασφαλίζεται η διατήρηση των κοινωνικοοικονομικών δομών.

Είναι όμως ορατές οι μεταβολές που εν τω μεταξύ έχουν επισυμβεί. Το δίκαιο συνολικά και ακόμα περισσότερο το Σύνταγμα πρέπει να αναπροσδιοριστεί – το λεγόμενο «αναστοχαστικό δίκαιο»- ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις της σύγχρονης υπερεθνικής, διεθνούς και εθνικής πραγματικότητας. Ουδέποτε στο παρελθόν η δημοκρατική πολιτεία αντιμετώπισε θέματα σχετικά με το Σύνταγμα που ανάγονται στην εσωτερική συνοχή του, την αποτελεσματική λειτουργία του, την πρωτοκαθεδρία του επί άλλων δομικών συστημάτων. Δεν πρόκειται πλέον για την αποδοτικώς λειτουργούσα κατά το 19ο και 20ο αιώνα μετατροπή των προτάσεων με πολιτικό, ηθικό και οικονομικό περιεχόμενο σε νομικές διατάξεις.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα το δίκαιο και ιδίως το Σύνταγμα ήταν κανόνες που περιείχαν προκαθορισμένες συμπεριφορές και αξίωναν καθολική ισχύ. Το Σύνταγμα συμπύκνωνε με επιτυχία την οργάνωση της πολιτείας και της εξουσίας της αφενός και αφετέρου τα δικαιώματα ως υπαρκτούς και καλά προστατευμένους χώρους δράσης. Ο σεβασμός της αξίας, η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η επιλογή και άσκηση επαγγέλματος, η έκφραση ως τέχνη, ως γνώση και ως γνώμη, η εξέλιξη και η επίτευξη των επιτευγμάτων της τεχνολογίας ήταν και είναι μερικές εκφάνσεις της ελευθερίας του ανθρώπου που το Σύνταγμα τυποποίησε και ρύθμισε επιτυχώς.

Σήμερα το Σύνταγμα, όπως και συνολικά το δίκαιο σε όλους τους κλάδους του ως παράγωγο είτε του υπερεθνικού – ενωσιακού νομοθέτη είτε ως προϊόν της διεθνούς συνεργασίας των πολιτειών είτε ως απότοκο της νομοθετικής λειτουργίας της πολιτείας, έχει να αντιμετωπίσει μεγάλες, πρωτόγνωρες, πολυεπίπεδες και διασυνδεδεμένες προκλήσεις. Έτσι οι εκτιμήσεις που αξιολογούν τις οικονομίες χωρών λειτουργούν στο πλαίσιο της – μη νομικής- νέας κανονικότητας που είναι η ατομική ή επιχειρηματική οικονομική αποδοτικότητα. Συνέπεια αυτού, είναι ότι η παλαιά κανονικότητα, δηλαδή η δικαιοσύνη ως έννοια και λειτουργία της πολιτικής δημοκρατίας εξασθενεί στην εφαρμογή διαρκώς, ενώ φιλοσοφικά παραμένει. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η μετατροπή του πολιτικά επιθυμητού της πλειοψηφίας σε νομική δεσμευτικότητα για όλους. Αν και παραμένει θεμιτή επιδίωξη η τροποποίηση του Συντάγματος με στόχο την εγκοίτωση της λαϊκής δυσαρέσκειας ή την μεταστροφή της δυσμενούς πολιτικής συγκυρίας.

Το ζητούμενο σήμερα είναι η εναρμόνιση του Συντάγματος με τους ποικίλους μηχανισμούς παραγωγής κοινωνικών ή/και οικονομικών κανόνων, οι οποίοι επιβάλλουν συμπεριφορές ως εάν προβλέπονταν από κανόνες δικαίου. Ενδεικτικά να σημειωθεί, ο αθλητισμός που δημιουργεί εγχώριες και διεθνείς δομές οι οποίες αυτοποιητικά θεσπίζουν κανόνες δεσμευτικούς, εκτός του πολιτειακά θεσπιζόμενου δικαίου.

* ο κ Άλκης Δερβιτσιώτης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή