Σε αυτή την παρτίδα παίζεται η Ελλάδα

«Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται, αναφορικά με τις επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, δεν είναι τόσο, το αν κάποιος πολιτικός αρχηγός “έμαθε” να κυβερνά, αλλά κυρίως, αν διαθέτει ρεαλιστικό και αποτελεσματικό σχέδιο, ώστε να διατηρήσει, αλλά και να ενισχύσει τα όποια κεκτημένα της χώρας μας!»

Σε αυτή την παρτίδα παίζεται η Ελλάδα

Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές για την ανάδειξη της νέας κυβέρνησης -όποτε αυτές διεξαχθούν, θα αποτελέσουν ουσιαστικά ένα πραγματικό “κρας-τεστ” συμμετοχής σ’ αυτές, με το πραγματικό διακύβευμα να μην είναι μόνο, ποια από τις παρατάξεις που συμμετέχουν θα ενισχυθεί ή ποια θα αποδυναμωθεί, αλλά εάν η ελληνική κοινωνία θα εξακολουθεί να πιστεύει, ότι η δημοκρατική διαδικασία έχει νόημα και δύναμη επιρροής αφ’ ενός, με απώτερο σκοπό την εκλογή μιας κυβέρνησης που θα μπορέσει να διαχειριστεί τις προκλήσεις, που ήδη υπάρχουν και άλλες που θα προκύψουν στην πορεία, έτσι ώστε να προστατευθεί η χώρα από τους κινδύνους που ελλοχεύουν…

Σε περιόδους έντονης πολιτικής αβεβαιότητας ή προκλήσεων από τους εξ’ Ανατολών γείτονές μας, η κοινωνία επιστρέφει, συνειδητά ή ασυνείδητα, στις θεμελιώδεις ιδέες που διαμόρφωσαν την πατριωτική και τη δημοκρατική σκέψη. Σε μια εποχή όπου η πολιτική επικοινωνία κυριαρχείται σχεδόν αποκλειστικά από τα social media, τη σύγκρουση των εντυπώσεων και την προσωποκεντρική συνήθως αντιπαράθεση, οι αρχές του αρχαίου δάσκαλου και φιλοσόφου Αριστοτέλη μοιάζουν σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ. Ο μεγάλος αυτός έλληνας φιλόσοφος δεν αντιμετώπιζε την πολιτική ως κάποιο μηχανισμό εξουσίας, αλλά ως μια διαδικασία για την οικοδόμηση μιας αξιοπρεπούς και σταθερής κοινωνίας. Και ίσως για το λόγο αυτό, η σκέψεις του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, ιδιαίτερα ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, όποτε αυτές πραγματοποιηθούν…

Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση για την εκλογή της κυβέρνησης της επόμενης τετραετίας, αντιμετωπίζεται ως μια άκρως κρίσιμη καμπή για τη θεσμική και οικονομική, αλλά και την υπαρξιακή πορεία της χώρας, με τους πολίτες να ζυγίζουν τα πεπραγμένα των δύο τετραετιών διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στις προτάσεις αλλαγής χωρίς σχέδιο και κοστολόγηση του αριστερού πόλου και των παραφυάδων του, που απλά υπόσχονται φρούδες υποσχέσεις χωρίς αντίκρυσμα, ασχέτως αν οι μισοί εξ’ αυτών παθαίνουν αναφυλαξία όταν συναντιούνται με μέλη του άλλου μισού!

Το ζητούμενο για τα σκόρπια κόμματα της αριστερής αντιπολίτευσης είναι, να προσπαθήσουν να πείσουν τους πολίτες για την αξιοπιστία του προγράμματος που έχουν σχεδιάσει (!!!) και τη δυνατότητα συνεργασιών ή ανασύνθεσης του χώρου τους, παρ’ όλο που η “Πρώτη Φορά Αριστερά” του Τσίπρα και των συνιστωσών του, κυριολεκτικά τσουρούφλισε την Ελλάδα και τους Έλληνες. Το θράσος τους είναι όμως τόσο απύθμενο, που τολμούν να επανεμφανιστούν μπροστά μας για να μας… ξανά-προτείνουν να μας σώσουν.

Εάν μία εκτίμηση ενισχύεται με την πάροδο του χρόνου για την προσεχή εκλογική αναμέτρηση, είναι πως ο πολιτικός χάρτης αναδιαμορφώνεται με την είσοδο νέων κομματικών σχηματισμών και πως οι όποιες ισορροπίες δυνάμεων εντός της βουλής μετά βεβαιότητος θα αλλάξουν. Με δεδομένο ότι ο χρόνος ήδη κινείται αντίστροφα πια, τα κομματικά επιτελεία δίνουν την μεγάλη τους μάχη. Το κυβερνών κόμμα και τα υπόλοιπα παραδοσιακά κόμματα έχουν ως στόχο να μειώσουν τις όποιες διαρροές και να συγκρατήσουν το εκλογικό τους ποίμνιο ενώ οι νεοφώτιστοι σχηματισμοί παίζουν με πάθος και άκρατο φανατισμό το αντισυστημικό χαρτί τους, ψαρεύοντας ψηφαλάκια από την αποχή και από τα μεγαλύτερα κόμματα. Την δεδομένη στιγμή παρουσιάζεται μία διαφοροποίηση του προεκλογικού διακυβεύματος των κομμάτων, αναλόγως του κινδύνου που παρουσιάζουν προς τους πολίτες. Καθόλου δε τυχαίο δεν είναι, πως στην προσπάθεια τους για συσπείρωση, παραδοσιακά κόμματα προσπαθούν να μην κάνουν κάποια λάθος κίνηση, που θα προκαλέσει αντιδράσεις στο δικό τους πολιτικό ακροατήριό…

Έτσι, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ανανέωση των πολιτικών εντολών και η διαμόρφωση νέων κυβερνητικών προτεραιοτήτων, θα συνυπάρξουν με την ανάγκη διατήρησης της στρατηγικής συνέχειας στα μεγάλα ζητήματα της εποχής. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές -όποτε κι αν διεξαχθούν, αποκτούν αυξημένο ενδιαφέρον, γιατί παίζονται πολλά για το κεφάλι μας.

Η αλήθεια είναι, πως σε αντίθεση με άλλης ευρωπαϊκές χώρες, που τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν αντιμέτωπες με διαδοχικές κυβερνητικές κρίσεις και πολιτικό κατακερματισμό, η Ελλάδα εισέρχεται στον εκλογικό κύκλο του 2027, έχοντας διανύσει μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας και ουσιαστικής ενίσχυσης της θέσης της, παρ’ όλο που η αλήθεια είναι, πως θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί πολύ περισσότερα πράγματα για τους πολίτες...

Η όποια πρόοδος έχει καταγραφεί στην Ελληνική οικονομία, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην ενεργειακή μετάβαση, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην αμυντική θωράκιση της χώρας και τις διεθνείς συμμαχίες που επιτεύχθηκαν με τη Γαλλία, το Ισραήλ, τις ΗΠΑ, τα ΗΑΕ και εν μέρει με την Ινδία, λόγω του εξ’ Ανατολών κινδύνου, δεν αντανακλάται μόνο στους οικονομικούς δείκτες, αλλά και στον ιδιαίτερα αναβαθμισμένο ρόλο της Ελλάδος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, προς μεγάλη απογοήτευση και εκνευρισμό της Τουρκίας, που βλέπει, πως τα πράγματα δεν βαίνουν και τόσο καλά για τις νέο-οθωμανικές της ονειρώξεις.

Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο ήδη περιβάλλον, οι επόμενες βουλευτικές εκλογές, που όπως φαίνεται μέχρι τουλάχιστον σήμερα, θα γίνουν την άνοιξη του 2027, αποκτούν κομβική σημασία, με το βασικό ερώτημα να μην είναι είναι μόνο, ποιο κόμμα θα επικρατήσει, αλλά κατά πόσο θα διατηρηθεί η συνέχεια στις στρατηγικές επιλογές της χώρας μας, που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη.

Όπως κάθε εκλογική αναμέτρηση, έτσι και οι επόμενες δημιουργούν προσδοκίες, αναθεωρήσεις προτεραιοτήτων και, σε κάποιες περιπτώσεις, καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων. Όσο μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα, τόσο περισσότερο επηρεάζονται οι επενδύσεις στη χώρα, οι αγορές, με τις οποίες μέχρι τώρα μια χαρά τα πάμε, οι διεθνείς εταίροι και οι σύμμαχοί και η ίδια η δημόσια διοίκηση της χώρας μας, μιας και οι βουλευτικές εκλογές αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και μπορούν να λειτουργήσουν ακόμα και ως μηχανισμός ανανέωσης των πολιτικών επιλογών και της κοινωνικής νομιμοποίησης.

Και κάπου εδώ αναδεικνύεται και το πλέον κομβικό και ουσιαστικό ερώτημα: θα είναι σε θέση η Ελλάδα, να διατηρήσει σταθερή πορεία σε τομείς όπως, η οικονομία, η ενέργεια, η άμυνα και η τεχνολογία, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα; Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική ή γεωοικονομία και η οικονομική αβεβαιότητα έχουν πλέον καταστεί η νέα κανονικότητα… η απάντηση σε αυτό το κρίσιμο από κάθε άποψη ερώτημα, ίσως αποδειχθεί πολύ πιο σημαντική, ακόμα και από το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα, που στο τέλος της ημέρας θα προκύψει...

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η δημόσια απολογία του Τσίπρα, ότι κατά την περίοδο που κορόιδεψε τους ψηφοφόρους και με το συνοθύλευμα του οποίου ηγούνταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και σχεδόν την κατέστρεψε, δεν διέθετε την απαραίτητη γνώση και εμπειρία, προκειμένου να αναλάβει τα πηδάλια της χώρας, υποστηρίζοντας από την άλλη, πως πλέον έχει καταφέρει με τις αποτυχίες του, να αποκτήσει την απαραίτητη εμπειρία για να κυβερνήσει, αν του δοθεί η πολυπόθητη γι’ αυτόν δεύτερη ευκαιρία.

Το βέβαιο είναι, πως η παραδοχή αυτή σε μια από τις ελάχιστες κρίσεις ειλικρίνειας του ανθρώπου αυτού, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: αρκεί άραγε η εμπειρία των αποτυχιών του παρελθόντος και της σχεδόν καταστροφής της χώρας, για να αποτελέσει… εγγύηση για επιτυχίες στο μέλλον μέσω μιας δεύτερης ευκαιρίας;

Το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο σε ένα πρόσωπο ή σε κάποια πολιτική παράταξη. Αφορά συνολικά στην ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από αυξημένη γεωπολιτική και γεωοικονομική αβεβαιότητα, προκλήσεις στον τομέα της ενέργειας, πλήθος τεχνολογικών ανατροπών και τεραστίων διαστάσεων παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Στην περίπτωση τη δική μας, το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία και ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η χώρα μας, μετά από μια μακρά περίοδο επικίνδυνης οικονομικής κρίσης, έχει βελτιώσει σημαντικά τη εικόνα της από οικονομικής πλευράς, έχει καταστεί επενδυτικά αρκετά ελκυστική, έχει αναβαθμίσει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο και έχει καταφέρει σημαντικές επενδύσεις στην άμυνα της χώρας για την αποτροπή και τέλος έχει καταφέρει αρκετά σημαντικά πράγματα στην ενέργεια και στον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το κομβικό ερώτημα δεν είναι απλά, εαν ένας αποτυχημένος πρώην πρωθυπουργός και νυν πολιτικός αρχηγός νεοσύστατου κόμματος κατάφερε μέσα από την τραγικότητα της πρώτης θητείας του “να μάθει “ στις πληγωμένες πλάτες του λαού, να κυβερνά, αλλά εάν διαθέτει ένα ρεαλιστικό σχέδιο που θα διατηρήσει και θα ενισχύσει όπως ήδη ειπώθηκε, τα κεκτημένα της χώρας και ακόμη πιο πολύ, εάν οι επιλογές του μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς να δημιουργήσουν νέους κύκλους αβεβαιότητας για την οικονομία, τις επενδύσεις, τους εξοπλισμούς, την αμυντική ικανότητα της χώρας και το διεθνές αποτύπωμα της Ελλάδας, διότι, τα περιθώρια για πολιτικούς πειραματισμούς έχουν στενέψει κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν και όπως φαίνεται, ο άνθρωπος αυτός αποτελεί σοβαρή απειλή για την Ελλάδα και τους Ελλληνες!

Οι οποιεσδήποτε αλλαγές πολιτικής, δεν επηρεάζουν μόνο το εσωτερικό της χώρας και τους όποιους συσχετισμούς, αλλά επηρεάζουν και την αξιοπιστία της ίδιας της χώρας απέναντι σε εταίρους, συμμάχους, επενδυτές και βέβαια απέναντι στις διεθνείς αγορές -απέναντι δηλαδή σε όλα και όλους.

Ίσως φίλες και φίλοι, το πραγματικό δίλημμα των επερχόμενων εκλογών να μην είναι, το ποιος θα καταφέρει να κερδίσει την εξουσία, αλλά ποιος είναι πιο αξιόπιστος, ώστε να εγγυηθεί την απρόσκοπτη συνέχεια της εθνικής στρατηγικής, σε έναν κόσμο, ο οποίος γίνεται ολοένα πιο αβέβαιος, αλλά και επικίνδυνος!

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή