Crime Study - Αντώνης Δαγκλής, o Έλληνας «Τζακ Αντεροβγάλτης»
Αντώνης Δαγκλής, o Έλληνας «Τζακ Αντεροβγάλτης»
Έγκλημα χωρίς φίλτρα.Το true crime podcast του Newsbomb.gr ερευνά τις πιο σκοτεινές υποθέσεις που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Από αποδράσεις που θυμίζουν ταινία, μέχρι ανεξιχνίαστα εγκλήματα και θρυλικούς καταζητούμενους, κάθε επεισόδιο είναι μια βουτιά στην αθέατη πλευρά της πραγματικότητας.
CRIME STUDY - ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ
Ο Αντώνης Δαγκλής (1974 – 1997) ήταν μια από τις πιο σκοτεινές και γνωστές εγκληματικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης Ελλάδας. Η ιστορία του συγκλόνισε τη χώρα τη δεκαετία του ’90, κυρίως λόγω της σκληρότητας των εγκλημάτων του και του ψυχολογικού προφίλ του. Σκοτεινός, με βαθιά μισογυνικά κίνητρα, ο Δαγκλής έγινε σύντομα γνωστός από τα ΜΜΕ ως «ο Έλληνας Τζακ Αντεροβγάλτης» ή ο «Αντεροβγάλτης των Αθηνών».
Τα θύματά του ήταν εκδιδόμενες γυναίκες στο κέντρο της Αθήνας. Συνολικά, τρεις δολοφονίες γυναικών, έξι απόπειρες ανθρωποκτονιών, δέκα ληστείες, βιασμοί και προσβολή μνήμης νεκρού. Η δράση του ήταν σποραδική, ενώ η μέθοδος με την οποία δρούσε ήταν ιδιαίτερα απεχθής: Τις σκότωνε στραγγαλίζοντάς τες και, αφού τεμάχιζε τα θύματά του, σκόρπιζε τα μέλη τους σε διάφορα σημεία της Αττικής.
Έδρασε μεταξύ 1992-1995, συνελήφθη το 1996 και τελικά καταδικάστηκε και αυτοκτόνησε το 1997.

Νεανικά χρόνια
Ο Δαγκλής είχε γεννηθεί στην περιοχή Νίκαιας-Κοκκινιάς και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως αφηγήθηκε ο ίδιος στη δίκη, έχοντας έναν πατέρα που κακοποιούσε τόσο τον ίδιο όσο και τη μητέρα του. Από την εφηβεία του κιόλας είχε δείξει έναν παραβατικό χαρακτήρα και στην ηλικία των 16 ετών είχε περάσει έξι μήνες σε Σωφρονιστικό Ίδρυμα Ανηλίκων για προσπάθεια αποπλάνησης ανήλικης.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του εργαζόταν σε κακόφημα μπαρ, κάτι που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ψυχοσύνθεση του Δαγκλή. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια τη μητέρα του σε ερωτική συνεύρεση με πελάτη, κάτι που όπως φαίνεται έδρασε καταλυτικά στην αντίληψή του και την εκδικητική του μανία.

Η δράση
Η δράση του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1992, σε ηλικία 18 ετών. Εκείνο το βράδυ έκλεψε ένα αυτοκίνητο από τον Κορυδαλλό και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Κολωνάκι, όπου πλησίασε μία ιερόδουλη. Συμφώνησαν να συνεχίσουν μαζί τη νύχτα και ο Δαγκλής οδήγησε το αυτοκίνητό του σε μια σκοτεινή περιοχή του Καρέα. Εκεί, μετά από καβγά με τη νεαρή κοπέλα σχετικά με την αμοιβή, τη στραγγάλισε και άφησε το πτώμα της σε ένα απόμερο σημείο.
Στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του στη Νίκαια, πήρε ένα πριόνι για ξύλα, ένα μαχαίρι, διάφορα ρούχα και σακούλες και επέστρεψε στον Καρέα. Διαμέλισε μεθοδικά το σώμα της νεαρής γυναίκας και στη συνέχεια έκανε μια μεγάλη βόλτα στην Αθήνα, πετώντας τις σακούλες σε διάφορα σημεία. Λίγες ημέρες μετά, μία κάτοικος του Κολωνακίου βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα και ειδοποίησε την Αστυνομία. Στην πορεία βρέθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη, εκτός από το κεφάλι που το είχε ρίξει στον Κηφισό, όμως ποτέ δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα του θύματος.
Τρία χρόνια αργότερα, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 1995, ο Δαγκλής αναζητά και πάλι τη συντροφιά μιας ιερόδουλης. Με το λευκό βαν που έχει αποκτήσει κάνει βόλτες στις πιάτσες και τελικά βρίσκεται πάλι στο Κολωνάκι, όπου συμφωνεί με μία γυναίκα να συνευρεθούν ερωτικά στο πίσω μέρος του βαν, στο οποίο ο Δαγκλής είχε τοποθετήσει ένα κρεβάτι. Στη συνέχεια τη στραγγαλίζει. Οδηγώντας μέσα στη νύχτα, φτάνει σε μία απόμερη περιοχή μετά τα διόδια του Σχηματαρίου και τεμαχίζει το νεκρό σώμα, το οποίο τοποθετεί μέσα σε σακούλες που τις διασκορπίζει σε διάφορα σημεία στην περιοχή της Τραγάνας.
Νωρίς το πρωί πηγαίνει στη δουλειά του και συνεχίζει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Τις επόμενες μέρες, το άγριο έγκλημα κυριαρχεί στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.

Η τρίτη δολοφονία του Δαγκλή έγινε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995. Αυτή τη φορά συναντήθηκε με την 26χρονη ιερόδουλη, Α.Λ., στην πιάτσα του Κηφισού και πήγαν μαζί σε ένα σκοτεινό σημείο της περιοχής του Βοτανικού. Εκεί τη σκότωσε στραγγαλίζοντάς την με ένα σχοινί και αφού πέταξε το πτώμα της από το αυτοκίνητο γύρισε και πάλι σπίτι του. Το νεκρό σώμα της γυναίκας βρέθηκε την άλλη μέρα, προκαλώντας μεγάλο προβληματισμό στους άνδρες της Ασφάλειας και σκορπώντας τον φόβο και τον τρόμο σε όλες τις πιάτσες των ιερόδουλων της Αθήνας, που μιλούσαν πλέον ανοιχτά για τον «δράκο με το πριόνι».
Η Αστυνομία κάνει μεγάλες έρευνες μεταξύ των ιερόδουλων, οι οποίες τον περιγράφουν με αρκετή λεπτομέρεια και τελικά τον αναγνωρίζουν στις φωτογραφίες των σεσημασμένων που τους δείχνουν.
Μία από τις κοπέλες που είχε προσπαθήσει να σκοτώσει, η Α.Χ., περιέγραψε την περιπέτειά της: «Με πήρε από τη Σόλωνος και με το φορτηγάκι με οδήγησε σε ένα ερημικό μέρος, κοντά στο Μοναστηράκι. Έσφιξε γύρω από τον λαιμό μου ένα σκοινί και με ανάγκασε να του κάνω στοματικό έρωτα. Εκείνη την ώρα μου είπε πως “όλες οι πόρνες πρέπει να πεθάνουν”. Του εξήγησα πως εγώ δεν ήμουν μία κοινή γυναίκα και πως ήμουν αναγκασμένη να κάνω αυτή τη δουλειά γιατί ήθελα να μαζέψω χρήματα για το εισιτήριο της επιστροφής στην πατρίδα μου. Τότε εκείνος μου είπε: “Καλά, φύγε. Αλλά να προσέχεις”. Και με το ίδιο φορτηγάκι με γύρισε στη Σόλωνος».
Η σύλληψη
Η δολοφονική δράση του Δαγκλή σταμάτησε στις 21 Ιανουαρίου του 1996, όταν η Αστυνομία τον παρακολουθεί σε μία ακόμα εξόρμησή του στη Λεωφόρο Ποσειδώνος και αποφασίζει να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει σε ανάκριση. Μέσα στο βανάκι του βρίσκουν ένα στρώμα από αφρολέξ, διάφορα εργαλεία και έναν σταυρό που ανήκε στο πρώτο θύμα.
Στην Ασφάλεια ο Δαγκλής αρχικά ομολόγησε μόνο για τη δολοφονία του 1992 και όχι όλα όσα του καταλογίζονταν. Στη δίκη όμως, που θα γίνει έναν χρόνο αργότερα, θα αποκαλυφθεί η πλήρης δράση του, καθώς θα εμφανιστούν πολλές από τις ιερόδουλες με τις οποίες είχε έρθει σε επαφή αλλά ήταν τυχερές να μην τις σκοτώσει. Συνολικά είχε κάνει έξι απόπειρες ανθρωποκτονίας, ενώ είχε κλέψει από τα θύματά του κοσμήματα και χρήματα μεγάλης αξίας.

Η δίκη
Στις 23 Ιανουαρίου 1997 καταδικάστηκε σε 13 φορές ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια κάθειρξη. Στην απολογία του, ο Δαγλής δήλωσε ότι «μισούσε τις πόρνες», επειδή του θύμιζαν τη μητέρα του, ενώ στην ανάκριση είχε πει: «Έβλεπα τη μητέρα μου στο πρόσωπο των ιερόδουλων. Κάθε φορά νόμιζα πως σκότωνα εκείνη […] Την ώρα που έκανα έρωτα, μου συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο. Κάτι πάθαινα, ένιωθα ότι δεν είμαι εγώ και ασυναίσθητα τύλιγα τα χέρια μου στο λαιμό της γυναίκας. Αισθανόμουν σαν άλλος άνθρωπος».
Στην απολογία του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Το ‘χω μετανιώσει και ζητώ επιείκεια. Πήγαινα κανονικά μαζί τους για μια σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει, τη μητέρα μου με κάποιον… Δεν θυμάμαι πώς έφτανα μέχρι εκεί. Εκείνες τις στιγμές ήμουν εκτός εαυτού. Δεν μπορώ να εξηγήσω τι ένιωθα. Τα πτώματα τα τεμάχισα μάλλον από μίσος. Φοβόμουν μήπως με συλλάβουν... Συνεχίζω να τις μισώ. Δεν ξέρω γιατί. Άκουγα φωνές, πάντα είχα αυτή την επιθετικότητα. Είναι θολό το μυαλό μου. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πώς νιώθω που με βαρύνουν αυτές οι κατηγορίες».

Οι ειδικοί που τον εξέτασαν πάντως δεν διαπίστωσαν κάποια ψυχική νόσο και απέδωσαν τη συμπεριφορά του σε σεξουαλική διαστροφή. Παρά το ότι ο Δαγκλής αναίρεσε την απολογία του αποδεχόμενος τελικά μόνο την πρώτη δολοφονία, το δικαστήριο τον καταδίκασε το 1997 σε 13 φορές ισόβια και 52 χρόνια κάθειρξη για τις ανθρωποκτονίες και όλη την εγκληματική δράση του. Ήταν η μεγαλύτερη ποινή που επιβλήθηκε από ελληνικό δικαστήριο μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής. Οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού.
Λίγο μετά τη μεταγωγή του στις φυλακές Κορυδαλλού, στις 2 Αυγούστου του 1997, ο Αντώνης Δαγκλής αυτοκτονεί στο κελί του Ψυχιατρικού Καταστήματος των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού. Απαγχονισμένος βρέθηκε και ο συγκρατούμενός του, Γ. Μακρίδης.
Αξίζει να αναφέρουμε πως η υπόθεση Δαγκλή αποτέλεσε σημείο καμπής για το πώς τα ελληνικά ΜΜΕ και η κοινωνία αντιλαμβάνονταν τότε την έννοια του serial killer. Επίσης, ήταν από τις πρώτες φορές που έγινε συστηματική ψυχολογική ανάλυση δράστη τέτοιου τύπου στην Ελλάδα και άνοιξε δημόσια συζήτηση για την ψυχιατρική παρακολούθηση και τη βία κατά των γυναικών.