ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Έτσι δρούσαν οι βαρυποινίτες εγκέφαλοι του κυκλώματος των μπράβων

Έτσι δρούσαν οι βαρυποινίτες εγκέφαλοι του κυκλώματος των μπράβων

Παναγιώτης Βλαστός, Γιάννης Σκαφτούρος και Βασίλης Στεφανάκος. Οι τρεις αυτοί μεγαλοποινικοί φέρονται να αποτελούσαν τα αρχηγικά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που δρούσε από το Μάιο του 2011 και «διατηρούσε αμφίδρομη σχέση βοηθείας με άτομα που έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις, οργανώνοντας ακόμα και αποδράσεις από κοινού».

Φέρονται δε ότι εξέδωσαν συμβόλαιο θανάτου για γυναίκα Πρόεδρο Εφετών και της αστυνομικής συνοδείας της, ενώ φέρονται να έδωσαν εντολή για την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού σε εισαγγελέα. Φέρονται ακόμη να ασκούσαν ψυχολογική βία και να εκτόξευαν απειλές σε βάρος ατόμων που θεωρούσαν «εμπόδια» στους στόχους τους, ενώ δωροδοκούσαν σωφρονιστικούς και αστυνομικούς. Μάλιστα στην έκνομη δραστηριότητά τους καταγράφεται και απόπειρα δωροδοκίας δικαστικών.

Στη δικογραφία που έχει σχηματιστεί περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και η αποκαλυπτική απολογία της Λίτσας Βλαστού (συγγενικό πρόσωπο του Βλαστού) για τη δράση του Άκη Τσοχατζόπουλου και την τοποθέτηση βόμβας στο άλλοτε δεξί του χέρι Ιωάννη Σμπώκο.

Απολογούμενη στις αρχές η «Λίτσα» υποστήριξε πως ο Π. Βλαστός της είχε πει ότι ο πρώτος εκρηκτικός μηχανισμός που εξερράγη στην οικία του Ιωάννη Σμπώκου (συγκατηγορούμενου του Άκη Τσοχατζόπουλου) στις 16/4/2014 είχε τοποθετηθεί μετά από εντολή του Γ. Σκαφτούρου, αλλά επειδή δεν διέμενε κανείς σε αυτή ο Σμπώκος δεν φοβήθηκε. Για το λόγο αυτό ο Βλαστός έλεγε ότι έπρεπε να τοποθετήσει άλλος εκρηκτικός μηχανισμός στην αδελφή του Σμπώκου, για να φοβηθεί αυτός και να δώσει τελικά χρήματα στο Σκαφτούρο. Συγκεκριμένα ο Βλαστός της είχε πει: «θα πάρει από το Σμπώκο ο Γιαννάκης 2 - 3 εκατομμύρια ευρώ».

Η «Λίτσα» μάλιστα, είπε στις αρχές ότι ο Σμπώκος είχε πολλά χρήματα και θα μπορούσε να δώσει ένα τέτοιο ποσό στον Σκαφτούρο. Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, τον Σμπώκο τον είχε άχτι καθώς σε άγνωστο χρόνο είχε παραλάβει μια βαλίτσα με δέκα εκατομμύρια ευρώ τα οποία προορίζονταν για τον Τσοχατζόπουλο αλλά δεν την έδωσε ποτέ.

Για το λόγο αυτό ο Τσοχατζόπουλος -όπως λέει- πληροφόρησε τον Σκαφτούρο για τα χρήματα που είχε ο Σμπώκος και πιθανόν για τις διευθύνσεις κατοικίας των αδελφών του. Κατόπιν αυτών, η «Λίτσα» εκτίμησε πως από τα χρήματα που απαιτούσε ο Σκαφοτύρος εκβιαστικά από το Σμπώκο προφανώς θα έπαιρνε κάποια μερίδιο και ο Τσοχατζόπουλος. Κάποια άλλη στιγμή ο Βλαστός εμφανίζεται να της είχε πει ότι οι πληροφορίες για το Ιω. Σμπώκο τις είχε μάθει από το Μάκη Ψωμιάδη, ο οποίος επίσης κρατείτο στη ΣΤ΄ Πτέρυγα, χωρίς όμως να της αναφέρει κάτι άλλο.

Ο Π. Βλαστός φέρεται επίσης, να έχει αναφέρει στη «Λίτσα» ότι ο Σμπώκος από τις μίζες των εξοπλιστικών είχε αποκομίσει 500 - 700 εκατ. ευρώ σε χρυσό και τα είχε σε τράπεζες στην Ελβετία. Το ποσό, που φέρεται ότι ζήταγε εκβιαστικά ο Σκαφτούρος, ήταν «ψίχουλα» αναλογικά με αυτά που είχε ο Σμπώκος, αναφέρεται στο διαβιβαστικό.

Ενδιαφέρον προκαλεί, μάλιστα, κατάθεση κρατουμένου, σύμφωνα με την οποία: «όταν η φυλακή ήταν "ανοιχτή", δηλαδή κατά τον προαυλισμό των κρατουμένων, ο Βλαστός ανέβαινε συνεχώς στο δωματιάκι του φύλακα και από εκεί επικοινωνούσε με οποιοδήποτε κρατούμενο του ισόγειου χώρου της πτέρυγας. Ο Βλαστός κάποιες φορές είχε συναντηθεί και μιλήσει με το Σμπώκο», ενώ ο ίδιος κρατούμενος ανέφερε ότι κάποιοι ζήταγαν εκβιαστικά χρήματα από το Ιω. Σμπώκο, χωρίς να τους κατονομάζει.

Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη οι εξής υποθέσεις:

Η βόμβα σε βάρος της πρόεδρου Εφετών Παναγιώτας Καλαίτζη

Το Νοέμβριο του 2012 εκρήγνυται εκρηκτικός μηχανισμός στο σπίτι της προέδρου Εφετών Παναγιώτας Καλαίτζη η οποία μετείχε στη σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταδίκασε τους κατηγορούμενους για την απαγωγή Παναγόπουλου. Η δικαστής πριν από την έκρηξη είχε δεχτεί ύποπτες τηλεφωνικές κλήσεις σε μια από τις οποίες της είπαν «goodbye» ενώ και δικηγόρος την είχε προειδοποιήσει ότι ήταν στοχοποιημένη από τον Παναγιώτη Βλαστό.

Η έκρηξη αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού σε βάρος Εισαγγελέως Εφετών Σοφίας Πετράκη

Η εισαγγελική λειτουργός χειριζόταν την υπόθεση των 11 αλλοδαπών κρατουμένων από τις φυλακές Τρικάλων, καθώς και της απόπειρας απόδρασης του Π. Βλαστού από τις ίδιες φυλακές τον Ιούλιο του 2013. Καταγράφονται συνομιλίες στις οποίες αναφέρεται ότι θα πήγαιναν στην πολυκατοικία όπου διέμενε η εισαγγελέας στη Λάρισα, με την οποία ο Π. Βλαστός είχε πρόβλημα και ήθελε να την τρομάξει τοποθετώντας ποσότητα εκρηκτικών.

Σε κατάθεσή της η εισαγγελική λειτουργός το Φεβρουάριο του 2013 αναφέρει πως όταν επισκέφθηκε τον Π. Βλαστό στο κελί του για να του αναγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης, ο τελευταίος της ζήτησε το λόγο για τη μη παραπομπή του στο νοσοκομείο λόγω του τραυματισμού του, ενώ στη συνέχεια -όπως αναφέρεται- «επέδειξε προκλητική συμπεριφορά που ενείχε τα στοιχεία της απειλής και της εξύβρισης. Κατά την αποχώρησή της ο Βλαστός ανέφερε κάτι σχετικά με το παιδί της, γεγονός που την έκανε να αναρωτηθεί πως ένας κρατούμενος γνώριζε για την οικογενειακή της κατάσταση».

Η απόπειρα απόδρασης Π. Βλαστού από τις φυλακές Κορυδαλλού (12/12/11)

Σύμφωνα με τα όσα αποκάλυψε η «Λίτσα», για την απόπειρα απόδρασης ο Βλαστός είχε επαφές με άτομα, μέλη της οργάνωσης ΣΠΦ. Πριν την απόδραση η «Λίτσα» υποστήριξε ότι είχε βιντεοσκοπήσει με το κινητό της τους χώρους από την είσοδο της φυλακής έως το χώρο του επισκεπτηρίου, τα έδειξε στο Βλαστό και στη συνέχεια διέγραψε το υλικό.

Κατά την πραγματοποίηση της σχεδιαζόμενης απόδρασης είχαν συνεννοηθεί ο Βλαστός να έχει μαζί του το πιστόλι, ενώ στη συνέχεια, θα μετέβαινε στο επισκεπτήριο των μελών της ΣΠΦ με τα οποία θα συνεργαζόταν για την απόδραση. Με την απειλή πιστολιού θα ανάγκαζε τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους να άνοιγαν τις πόρτες, όπως και έκανε, αλλά φτάνοντας στην τελευταία ο σωφρονιστικός πρόλαβε και την έκλεισε. Το πιστόλι που βρέθηκε στην κατοχή του Βλαστού φέρεται να του το είχε δώσει συγκατηγορούμενή του ένα μήνα νωρίτερα, μέσω σωφρονιστικού υπαλλήλου.

Η απόπειρα απόδρασης Βλαστού από τις φυλακές Τρικάλων (Φεβρουάριος 2013)

Τον έλεγχο και σχεδιασμό για την απόδραση εμφανίζεται να τον έχει ο Σκαφτούρος. Ο τελευταίος εμφανίζεται να δίνει εντολή σε άγνωστο άτομο να τους προμηθεύσει με οχήματα. Αναφέρεται ότι: η «Λίτσα» μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του Φρ. Ραγκούση όπου παρουσία του δωροδόκησε σωφρονιστικό υπάλληλο, ονόματι Βασίλης, με το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ, καθώς τους παρέδωσε απόρρητο έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. σύμφωνα με το οποίο ενημερώνονταν όλα τα καταστήματα κράτησης της χώρας ότι ο Βλαστός επρόκειτο να αποδράσει από το κατάστημα Τρικάλων με τη βοήθεια ελικοπτέρου, η ακριβής οργάνωση της απόδρασης καθώς και τα άτομα που θα συμμετείχαν σε αυτή. Μετά την απόπειρα αυτή ο Π. Βλαστός φέρεται να ανέφερε στη «Λίτσα» ότι θα επιχειρούσε και πάλι να αποδράσει είτε με ελικόπτερο που αυτή τη φορά θα αγόραζε είτε σκάβοντας κάτω από τη φυλακή.

Η βομβιστική ενέργεια στο σπίτι της Λίτσας Βλαστού

Σύμφωνα με τη Λίτσα Βλαστού ο Παναγιώτης Βλαστός ήθελε να σκοτώσει την ίδια και την οικογένεια της. Η ίδια φέρεται να είχε κρύψει στο σαλόνι του σπιτιού της περίπου 1,5 εκατ. ευρώ κάνοντας εξυπηρετήσεις στον Παναγιώτη Βλαστό ο οποίος για ένα διάστημα της έδινε και μηνιαίο μισθό από 600 ως 1000 ευρώ. Όταν όμως ο Π. Βλαστός έστειλε άλλη συνεργάτιδα του να παραλάβει τα χρήματα διαπιστώθηκε ότι έλειπαν 250.000 ευρώ. Αυτό προκάλεσε την έκρηξή του και απείλησε τη συνεργάτιδα του. Για να βρει τα χρήματα της ζήτησε να πουλήσει ακόμα και το σπίτι της απειλώντας ότι θα ξεκληρίσει όλη της την οικογένεια. Μάλιστα, μετά την έκρηξη της Πρωτοχρονιάς ο Παναγιώτης Βλαστός φέρεται να τη χτύπησε σε επισκεπτήριο στις φυλακές μπροστά σε δυο σωφρονιστικούς υπαλλήλους όταν εκείνη του είπε ότι δεν είχε τα χρήματα. Επισημαίνεται μάλιστα ότι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι δεν έκαναν τίποτα. Στη συνέχεια ο Π. Βλαστός αναφέρεται ότι άρχισε να οργανώνει την πραγματοποίηση των απειλών του. Φαίνεται ότι η πρωτοχρονιάτικη βόμβα που δεν έσκασε και όλα όσα ακολούθησαν στάθηκαν αφορμή να ξετυλιχτεί το κουβάρι της εγκληματικής οργάνωσης.

Οι κανόνες συνωμοτικότητας

Οι αρχηγοί έδιναν τις εντολές δια ζώσης σε επισκεπτήρια ή στα δικαστήρια που δικάζονταν. Προτιμούσαν κρατούμενους που έπαιρναν άδειες ή αποφυλακίζονταν, συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα ή πρόσωπα με τα οποία είχαν ερωτικές σχέσεις, επίορκους σωφρονιστικούς υπαλλήλους ή συνεργαζόμενους δικηγόρους.

Τα άτομα που συμμετείχαν σε έκνομες πράξεις δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Οι αρχηγοί καθοδηγούσαν συνεχώς μέσα από τη φυλακή μέσω τηλεφωνημάτων, γραπτών μηνυμάτων και σημειωμάτων. Οι εμπλεκόμενοι γνώριζαν μόνο μέρος της δουλειάς. Οι «εύκολες» δουλειές ανατίθεντο σε άτομα που είχαν υποχρέωση στους αρχηγούς. Στις τηλεφωνικές επικοινωνίες και τα γραπτά μηνύματα χρησιμοποιούσαν συνθηματικά.

Χρησιμοποιούσαν πλήθος ανώνυμων κινητών τηλεφώνων που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν καταχωρημένα σε εταιρίες με στοιχεία ανύπαρκτων αλλοδαπών. Οι τηλεφωνικοί αριθμοί άλλαζαν όταν τελείωνε κάθε δουλειά. Στις τηλεφωνικές επικοινωνίες δεν ανέφεραν ποτέ τα ονόματα τους. Μάλιστα οι αρχηγοί φέρονται να προσπαθούν να παραπλανήσουν τις αρχές καθώς, γνωρίζοντας ότι οι επικοινωνίες τους καταγράφονται, φέρονται να έλεγαν ότι δεν εμπλέκονται με συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις.

Οι επαφές με τους VIP κρατούμενους

Ο Π. Βλαστός επισκεπτόταν τη λεγόμενη VIP πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού και καταγράφεται ότι είχε έρθει σε επαφή με τους Μάκη Ψωμιάδη, Γιάννη Σμπώκο, Βίκτωρα Ρέστη, Γιώργο Σπανό (τον οποίο παρακολουθούσαν), Γιώργο Σαχπατζίδη, Άκη Τσοχατζόπουλο, Αχιλλέα Φλώρο, Αριστείδη Φλώρο, Λάκη Γαβαλά και Λαυρέντη Λαυρεντιάδη. Ο Π. Βλαστός μάλιστα φέρεται να ήταν προσεκτικός στις μετακινήσεις του ώστε να μην τον καταγράφουν οι κάμερες ενώ είχε εκτοξεύσει απειλές σε νεαρούς σωφρονιστικούς υπαλλήλους που του αρνήθηκαν ιδιαίτερο επισκεπτήριο λέγοντας τους: «Εγώ δεν είμαι χτεσινός, θα σας γ@μ... όλους, θα γίνει κανονικά το επισκεπτήριο μη σας ανατινάξω». Μετά τις εκρήξεις που συνδέονται με τον Άκη Τσοχατζόπουλο φέρεται να είχε συμβουλέψει συνεργάτιδα του «άμα συναντάς τον Τσοχατζόπουλο να μην του ξαναμιλήσεις για να μην καταλάβουν τίποτα». Στο διαβιβαστικό της αστυνομίας καταγράφεται ότι ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Εφραίμ για τον οποίο ο Π. Βλαστός φέρεται να είχε πει ότι «έχει πολλά λεφτά», του είχε ζητήσει να τον προστατεύει.