Μυστήριο με την οσμή στην Αττική: Οι επιστήμονες «δείχνουν» τον Σαρωνικό, όλα τα σενάρια
Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής Δημοσθένης Σαρηγιάννης περιγράφει στο Newsbomb πώς καθαρισμός δεξαμενών πλοίου στον Σαρωνικό και εκπομπές μερκαπτανών μπορούν να εξηγήσουν την ανυπόφορη οσμή που σκέπασε τα νότια προάστια, ενώ ο Κώστας Συνολάκης εξηγεί γιατί «χάθηκε το πρώτο κρίσιμο βήμα»
Μία «χημική υπογραφή» μερκαπτανών από τη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού βλέπει πίσω από την έντονη οσμή που σήκωσε στο πόδι την Αττική ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής Δημοσθένης Σαρηγιάννης, μιλώντας στο Newsbomb. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα τα δεδομένα συγκλίνουν σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τον καθαρισμό δεξαμενών πλοίων ή εργασίες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, με τις μετεωρολογικές συνθήκες να μεταφέρουν το «νέφος» μέχρι τα νότια προάστια και το κέντρο.
Την ίδια ώρα, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών αποκλείει διαρροή φυσικού αερίου ή μεθανίου και εξετάζει ως επικρατέστερο σενάριο μια παράνομη εκπομπή υγραερίου ή θειούχων ενώσεων, που φέρουν έτσι κι αλλιώς μερκαπτάνες ως οσμοθετικές ουσίες. Επιστήμονες προειδοποιούν ότι, ακόμη κι αν τα επίπεδα δεν ήταν τέτοια ώστε να προκαλέσουν άμεση τοξικότητα, η επανάληψη ανάλογων επεισοδίων συνιστά σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας και διαφάνειας.
Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης έχει αποκλείσει από την αρχή κατηγορηματικά το σενάριο διαρροής φυσικού αερίου ή βιομηχανικής εγκατάστασης, επιμένοντας ότι η πηγή βρίσκεται στη θαλάσσια ζώνη του Σαρωνικού. «Έχουμε καταλήξει ότι η πηγή είναι στο τρίγωνο Αίγινα–Σαλαμίνα–Πέραμα», αναφέρει, περιγράφοντας δύο κυρίαρχα σενάρια: τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και ένα αγκυροβολημένο δεξαμενόπλοιο κοντά στην Αίγινα σε φάση καθαρισμού δεξαμενών.
Στο Newsbomb ο καθηγητής προχωρά ένα βήμα παραπέρα, εξηγώντας ότι η εικόνα των ρύπων και η ένταση της οσμής «κουμπώνουν» με την απελευθέρωση μερκαπτανών – των θειούχων ενώσεων που χρησιμοποιούνται ως οσμοθετικές ουσίες σε καύσιμα και υγραέρια. Όπως σημειώνει, «μιλάμε για ουσίες που σε ελάχιστες συγκεντρώσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές σε τεράστια ακτίνα, άρα ένα επεισόδιο καθαρισμού δεξαμενών ή παράνομης εκπομπής αρκεί για να μυρίσει… η μισή Αττική».

Μερκαπτάνες, καθαρισμοί δεξαμενών και πλοία στον Αργοσαρωνικό
Οι μερκαπτάνες (ή θειόλες) είναι οργανικές ενώσεις που περιέχουν θείο και χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά έντονη και δυσάρεστη οσμή· γι’ αυτό και προστίθενται σκόπιμα σε άοσμα καύσιμα, όπως φυσικό αέριο και υγραέρια, για να εντοπίζονται άμεσα οι διαρροές. Την ίδια στιγμή, οι ίδιες ή παρόμοιες θειούχες ενώσεις μπορούν να απελευθερωθούν κατά τον καθαρισμό δεξαμενών πλοίων, τη διαχείριση υγραερίου (LPG) ή εργασίες σε δεξαμενές καυσίμων σε λιμενικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εγκαταστάσεις.
Στον Σαρωνικό, όπου λειτουργούν αγκυροβόλια δεξαμενόπλοιων αλλά και η γνωστή ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, οι δραστηριότητες αυτές συνθέτουν – σύμφωνα με τους επιστήμονες – ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου για τέτοιου τύπου επεισόδια, εάν δεν τηρούνται αυστηρά περιβαλλοντικά πρωτόκολλα. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Σαρηγιάννης όσο και άλλοι ειδικοί έχουν εντοπίσει επαναλαμβανόμενα φαινόμενα οσμής τις ίδιες περίπου περιόδους τα προηγούμενα χρόνια, κάτι που παραπέμπει σε μοτίβο δραστηριότητας και όχι σε τυχαίο μεμονωμένο συμβάν.
Ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης υπενθυμίζει στο Newsbomb αντίστοιχα άλλα περιστατικά στον Εύοσμο και στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, όπου εκεί υπαίτιοι του φαινομένου ήταν οι εργασίες καθαρισμούς σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της περιοχής.
Συνολάκης: «Λείπει το κρίσιμο πρώτο βήμα για να βρούμε την πηγή»
Ο Καθηγητής Φυσικών Καταστροφών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας Κώστας Συνολάκης, μιλώντας στο Newsbomb, περιγράφει την προσπάθεια που βρίσκεται σε εξέλιξη για τον εντοπισμό της σημειακής πηγής του επεισοδίου νοτιότερα του Σαρωνικού, προς την περιοχή της Ψυττάλειας. Τονίζει ότι οι επιστήμονες προσπαθούν να «διαβάσουν» την πορεία του νέφους με βάση την κατεύθυνση του ανέμου και την ανάλυση των αερίων μαζών, αφού λείπει το κρίσιμο πρώτο βήμα: η έγκαιρη μέτρηση του ίδιου του αερίου και των συγκεντρώσεών του.
«Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει μετρηθεί το αέριο και οι συγκεντρώσεις», επισημαίνει ο καθηγητής, εξηγώντας ότι αυτή τη στιγμή η επιστημονική ομάδα μπορεί να υπολογίζει μόνο με βάση την κατεύθυνση του ανέμου και τα μετεωρολογικά δεδομένα. Όπως σημειώνει, «γίνεται ανάλυση», αλλά η απουσία άμεσων δειγματοληψιών την ώρα του συμβάντος αφήνει αναπόφευκτα κενά στην ανασύσταση του φαινομένου.
Ο Συνολάκης υπογραμμίζει ότι ήδη γίνεται προσπάθεια να υπάρξει καλύτερη προετοιμασία «για την επόμενη φορά», ώστε το κράτος – όπως λέει χαρακτηριστικά – «να έχει μάθει το μάθημά του». Δεν κρύβει, ωστόσο, την κριτική του για τον τρόπο που αντέδρασαν οι αρμόδιοι: «Οι φορείς πετούν το μπαλάκι ο ένας στον άλλον», τονίζει, περιγράφοντας μια εικόνα κατακερματισμένης ευθύνης. Για τον ίδιο, το ζητούμενο είναι ξεκάθαρο: «Χρειάζεται άμεση αντίδραση για να παρθούν δείγματα με το που γίνει η οσμή».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στο ζήτημα της επικινδυνότητας, τονίζοντας ότι χωρίς μετρήσεις δεν μπορεί να υπάρξει σαφής απάντηση. «Τι αέριο ήταν και σε τι συγκεντρώσεις – κι από αυτό θα φανεί και η τυχόν επικινδυνότητα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι σε μεγάλες ποσότητες το συγκεκριμένο αέριο «θα ήταν επικίνδυνο». Ουσιαστικά, ο καθηγητής ξεκαθαρίζει ότι η αξιολόγηση του κινδύνου δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην οσμή, αλλά σε σκληρά δεδομένα: στις συγκεντρώσεις που τελικά εισέπνευσαν οι πολίτες.

Τι λέει το Εθνικό Αστεροσκοπείο – «Παράνομη εκπομπή υγραερίου»
Σε δικές του παρεμβάσεις, ο Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Νίκος Μιχαλόπουλος, ξεκαθαρίζει ότι οι μετρήσεις του Αστεροσκοπείου δεν επιβεβαιώνουν διαρροή μεθανίου ή φυσικού αερίου, που θα παρέπεμπαν σε κλασικό βιομηχανικό ατύχημα ή διαρροή από το δίκτυο. Όπως αναφέρει, το επικρατέστερο σενάριο που εξετάζεται είναι μια παράνομη εκπομπή υγραερίου (προπάνιο ή βουτάνιο), ουσίες στις οποίες έτσι κι αλλιώς προστίθενται θειούχες ενώσεις για να γίνονται αντιληπτές σε περίπτωση διαρροής.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «για να γίνει αισθητή σε τόσο μεγάλη έκταση και με τέτοια ένταση, μιλάμε για σημαντική ποσότητα», προσθέτοντας ότι όλα τα δεδομένα συγκλίνουν σε ανθρωπογενή – και πιθανώς παράνομη – εκπομπή, όχι σε φυσικό φαινόμενο. Παράλληλα, σύμφωνα με τις μετρήσεις του Αστεροσκοπείου σημειώνουν πως το πιθανότερο σενάριο είναι η έκπλυση δεξαμενών LPG σε κάποιο πλοίο ή διαδικασία διάλυσης/καθαρισμού, κάτι που συνδέεται ευθέως με τα σενάρια που περιγράφει ο Σαρηγιάννης για τον Σαρωνικό.

Το σενάριο του βυθού του Σαρωνικού
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δημήτρης Πάφρας, υποψήφιος διδάκτωρ Θαλάσσιας Βιολογίας και Αλιευτικής Δυναμικής, ελιχε εξηγήσει στο Newsbomb ότι το φαινόμενο ενδέχεται να συνδέεται με μεταφορά πτητικών ενώσεων σε μεγάλη κλίμακα από το θαλάσσιο περιβάλλον, υπό συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα μία και μοναδική πηγή εκπομπής.
Ο ίδιος αναφέρει ότι ανάλογα περιστατικά έχουν καταγραφεί σε μεγάλες παράκτιες πόλεις διεθνώς, όπου έντονες οσμές αποδόθηκαν τελικά σε συνδυασμό φυσικών και ανθρωπογενών διεργασιών. «Σε πολλές περιπτώσεις δεν εντοπίζεται μία και μοναδική σημειακή πηγή, αλλά ένα σύνολο παραγόντων που δρουν ταυτόχρονα», σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα τον κόλπο του San Francisco, όπου αντίστοιχα επεισόδια συνδέθηκαν με αποσύνθεση οργανικής ύλης, μικροβιακή δραστηριότητα και συγκεκριμένες μετεωρολογικές συνθήκες.
Όπως εξηγεί, «υπάρχει μία θεωρητικά βάσιμη αλλά προς το παρόν μη αποδεδειγμένη υπόθεση ότι μπορεί να εμπλέκονται βιογενείς θειούχες ενώσεις που παράγονται στη θάλασσα». Στον Σαρωνικό, η αποσύνθεση οργανικής ύλης και η μικροβιακή δραστηριότητα μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή ενώσεων όπως το υδρόθειο και το διμεθυλοσουλφίδιο (DMS), το οποίο αποτελεί βασικό συστατικό της χαρακτηριστικής οσμής της θάλασσας.
«Υπό ορισμένες συνθήκες, όπως υψηλή θερμοκρασία, αυξημένη υγρασία και περιορισμένη ατμοσφαιρική ανάμιξη, τέτοιες ενώσεις μπορούν να συσσωρευτούν κοντά στην επιφάνεια και να μεταφερθούν προς την ξηρά μέσω της θαλάσσιας αύρας», αναφέρει, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής δεδομένα που να δείχνουν κάποιο επεισόδιο ρύπανσης ή άνθηση φυτοπλαγκτού που να συνδέεται άμεσα με το σημερινό φαινόμενο».

«Δεν ήταν φυσικό αέριο – δεν υπάρχει λόγος πανικού»
Κοινός παρονομαστής στις τοποθετήσεις Σαρηγιάννη και των επιστημόνων του Εθνικού Αστεροσκοπείου είναι ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για κλασικό σενάριο διαρροής φυσικού αερίου στο δίκτυο ή σοβαρό βιομηχανικό ατύχημα, του τύπου που θα απαιτούσε άμεσες μαζικές εκκενώσεις. Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής έχει τονίσει σε τηλεοπτικές του παρεμβάσεις ότι «δεν ήταν διαρροή φυσικού αερίου» και ότι δεν συντρέχει λόγος πανικού για τους πολίτες, ενώ και το Αστεροσκοπείο επισημαίνει πως οι εκπομπές υγραερίου είναι επικίνδυνες κυρίως σε κλειστούς χώρους και όχι σε ανοιχτή ατμόσφαιρα, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Ωστόσο, ο ίδιος προειδοποιεί ότι η σοβαρότητα της υπόθεσης δεν μειώνεται: «Ο κόσμος έχει δικαίωμα να ξέρει τι εισέπνευσε», λένε χαρακτηριστικά ειδικοί σε σχετικές δηλώσεις, ζητώντας πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και θεσμική θωράκιση απέναντι σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια. Αυτό σημαίνει, όπως υπογραμμίζουν, ενίσχυση των δικτύων παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα, αυστηρότερους ελέγχους στις λιμενικές δραστηριότητες και σαφείς διαδικασίες άμεσης ενημέρωσης των πολιτών σε μελλοντικά συμβάντα.
Τα ανοιχτά ερωτήματα
Σχεδόν τρία 24ωρα μετά το επεισόδιο, παραμένει η αίσθηση ότι δεν έχει υπάρξει επίσημη, πλήρως τεκμηριωμένη απάντηση για την ακριβή ταυτότητα και τον υπεύθυνο της εκπομπής. Τα σενάρια για ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα ή δεξαμενόπλοιο σε καθαρισμό δεξαμενών στον Σαρωνικό «κουμπώνουν» με την εικόνα των μετρήσεων και την ανάλυση των αερίων μαζών, όμως απαιτούνται στοχευμένες έρευνες και διασταυρωμένοι έλεγχοι για να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες.
Για τους καθηγητές που μίλησαν στο Newsbomb, το μήνυμα είναι διπλό: αφενός να καθησυχαστεί ο κόσμος ότι δεν πρόκειται για μια ανεξέλεγκτη διαρροή φυσικού αερίου με άμεσο κίνδυνο, αφετέρου να μην περάσει «στα ψιλά» ένα πιθανό παράνομο ή πλημμελώς ελεγχόμενο επεισόδιο εκπομπής υγραερίου ή μερκαπτανών από ναυτιλιακή δραστηριότητα. Όπως σημειώνουν, η επανάληψη παρόμοιων περιστατικών δείχνει ότι δεν μιλάμε για ένα «ατύχημα της στιγμής», αλλά για μια πρακτική που πρέπει να εντοπιστεί, να ελεγχθεί και – αν χρειαστεί – να σταματήσει με θεσμικές παρεμβάσεις.
Διαβάστε επίσης