Δημοσίευμα ξένου μέσου για αυξημένη επιφυλακή στην Ινδία
Το Weekly Blitz υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Διαϋπηρεσιακής Πληροφόρησης του Πακιστάν (ISI) φέρεται να σχεδιάζει κλιμάκωση υβριδικών επιχειρήσεων κατά της Ινδίας
Σοβαρούς ισχυρισμούς για προετοιμασία νέων τρομοκρατικών ενεργειών κατά της Ινδίας αποδίδει σε ανάλυσή του το διαδικτυακό μέσο Weekly Blitz, το οποίο εδρεύει στο Μπαγκλαντές και ειδικεύεται σε ζητήματα γεωπολιτικής και ασφάλειας στη Νότια Ασία.
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2026, το Weekly Blitz υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Διαϋπηρεσιακής Πληροφόρησης του Πακιστάν (ISI) φέρεται να σχεδιάζει κλιμάκωση υβριδικών επιχειρήσεων κατά της Ινδίας, με πιθανό χρονικό ορίζοντα την περίοδο γύρω από την 26η Ιανουαρίου, ημέρα της Ινδικής Δημοκρατίας.
Το δημοσίευμα κάνει λόγο για «ανατολικό μέτωπο» της απειλής, το οποίο –σύμφωνα με τον ισχυρισμό του– δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά σημεία έντασης στα δυτικά σύνορα της Ινδίας, αλλά επεκτείνεται σε περιοχές της ανατολικής Ινδίας και της ευρύτερης περιφέρειας. Στο πλαίσιο αυτό, το Weekly Blitz αναφέρει πιθανή εμπλοκή εξτρεμιστικών οργανώσεων, όπως η Lashkar-e-Taiba, καθώς και τη χρήση δικτύων και διαδρομών εκτός πακιστανικού εδάφους.
Το άρθρο επικαλείται, χωρίς να παραθέτει επίσημα έγγραφα, πληροφορίες περί αυξημένης ετοιμότητας των ινδικών υπηρεσιών ασφαλείας και αναφέρει ότι οι απειλές αυτές εντάσσονται σε μια μακροχρόνια στρατηγική αποσταθεροποίησης μέσω «κρατικά υποστηριζόμενων πληρεξουσίων».
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι ειδικά επιχειρησιακά κλιμάκια της ISI, μεταξύ των οποίων ένα αποκαλούμενο «κελί της Ντάκα», φέρονται να συντονίζονται με την οργάνωση Lashkar-e-Taiba, με εξτρεμιστικά δίκτυα Χαλιστάν, καθώς και με τμήματα του πληθυσμού των Ροχίνγκια και τους λεγόμενους «εγκλωβισμένους Πακιστανούς». Στόχος, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν περιορίζεται σε επιθέσεις με εκρηκτικά, αλλά περιλαμβάνει πρόκληση κοινωνικής αναταραχής, συμβολικά χτυπήματα και κινητοποιήσεις έξω από ινδικές διπλωματικές αποστολές σε χώρες όπως ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Γαλλία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανατολική Ινδία. Όπως αναφέρεται, πληροφορίες των υπηρεσιών ασφαλείας δείχνουν ότι η Lashkar-e-Taiba φέρεται να προετοιμάζει συντονισμένες ενέργειες σε εμβληματικά σημεία της Δυτικής Βεγγάλης, μεταξύ αυτών το Μνημείο Βικτόρια στην Καλκούτα και ο ναός Καλινγκάτ. Γίνεται επίσης λόγος για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών νέου τύπου, σχεδιασμένων ώστε να αποφεύγουν τα συμβατικά συστήματα εντοπισμού.
Το άρθρο συνδέει τα σενάρια αυτά με προηγούμενες συλλήψεις μετά τις εκρήξεις στο Νέο Δελχί το προηγούμενο έτος, όταν αποκαλύφθηκαν δίκτυα που φέρονται να αποθήκευαν εκρηκτικές ύλες, με τη συμμετοχή ακόμη και επαγγελματιών υψηλής κατάρτισης. Σύμφωνα με την ανάλυση, η στρατολόγηση έχει επεκταθεί σε μηχανικούς και ειδικούς χημικών εφαρμογών, οι οποίοι ενσωματώνονται σε «κοιμώμενα» δίκτυα με επαγγελματική κάλυψη.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε διείσδυση ατόμων μέσω των συνόρων Ινδίας-Μπαγκλαντές, με τη συνδρομή κυκλωμάτων διακίνησης ανθρώπων. Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι μέρος αυτών έχει λάβει εκπαίδευση σε περιοχές του πακιστανικού Κασμίρ και ότι ορισμένοι διαθέτουν ειδίκευση σε αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο Μπαγκλαντές, όπου –σύμφωνα με το άρθρο– πολιτικές εξελίξεις από το 2024 και μετά έχουν δημιουργήσει, κατά την άποψη των συντακτών, ευνοϊκό περιβάλλον για την επανενεργοποίηση ισλαμιστικών δικτύων. Στο πλαίσιο αυτό, μνημονεύονται επισκέψεις και δραστηριότητες θρησκευτικών ηγετών με διασυνδέσεις σε πακιστανικές οργανώσεις, καθώς και αλλαγές σε διαδικασίες ελέγχου φορτίων και θεωρήσεων εισόδου.
Το δημοσίευμα καταλήγει ότι η χρήση του Μπαγκλαντές ως διαμετακομιστικού και ιδεολογικού χώρου ενδέχεται να εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια στη Νότια Ασία, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αυξημένο συντονισμό πληροφοριών και διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Παρά ταύτα, το δημοσίευμα εντάσσεται σε ένα γενικότερο κλίμα ανησυχίας στη Νότια Ασία, καθώς διεθνή πρακτορεία και ινδικά μέσα έχουν αναφέρει αυξημένα μέτρα ασφαλείας ενόψει της επετείου της 26ης Ιανουαρίου, λόγω φόβων για πιθανές τρομοκρατικές ενέργειες.