Η Ευρώπη εξοπλίζεται: Το SAFE, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί και η ενόχληση της Γαλλίας

Ο ρόλος της γερμανικής Rheinmetall που έχει βάλει στο φουλ τις μηχανές και έχει προσθέσει 24ωρες βάρδιες στα εργοστάσια της

Η Ευρώπη εξοπλίζεται: Το SAFE, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί και η ενόχληση της Γαλλίας

Εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής παραγωγής σε ένα νέο εργοστάσιο πυρομαχικών πυροβολικού της γερμανικής εταιρείας κατασκευής όπλων Rheinmetall στο Unterluess της Γερμανίας, την Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025. 

AP
Snapshot
  • Η Γερμανία αναμένεται να ξεπεράσει Βρετανία και τη Γαλλία σε αμυντικούς προϋπολογισμούς, με δαπάνες που θα φτάσουν τα 127 δισ. δολάρια το 2024 και προβλεπόμενη αύξηση έως το 2035.
  • Η αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών προκαλεί ανησυχίες σε Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία λόγω της ενίσχυσης της γερμανικής κυριαρχίας στον αμυντικό τομέα και της πιθανότητας πολιτικής αστάθειας από την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων.
  • Η Rheinmetall έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της, λειτουργώντας με 24ωρες βάρδιες και αναπτύσσοντας νέα εργοστάσια για την παραγωγή πυρομαχικών και όπλων μεγάλης κλίμακας.
  • Η πρόταση για κοινό ευρωπαϊκό χρέος άμυνας συζητείται ως μέσο για τη βελτίωση της συνεργασίας και την αποφυγή εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών στον τομέα της άμυνας.
  • Η γερμανική επένδυση στην άμυνα δημιουργεί ανισορροπίες στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και εγείρει ερωτήματα για το αν η Γερμανία επανεξοπλίζεται για την Ευρώπη ή για ίδια συμφέροντα.
Snapshot powered by AI

Μία γερμανική κυριαρχία στον αμυντικό τομέα φοβούνται Παρίσι και Λονδίνο, καθώς ο προϋπολογισμός της Γερμανίας στα εξοπλιστικά ενδέχεται να ξεπεράσει αυτούς της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα καλέσει την Ευρώπη να δράσει αποφασιστικά για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τα συμφέροντά της σε έναν κόσμο όπου η Ρωσία κερδίζει έδαφος, η Κίνα επιδεικνύει οικονομική επιθετικότητα και οι Ηνωμένες Πολιτείες απομακρύνονται από τη Γηραία Ήπειρο.

Οι Ευρωπαίοι πλέον γνωρίζουν ότι πρέπει να κάνουν περισσότερα και να δαπανήσουν περισσότερα για την άμυνά τους. Υπάρχει όμως ένα εγγενές πολιτικό πρόβλημα. Η Γερμανία δαπανά ήδη πολύ περισσότερα χρήματα από τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της «δεξαμενής σκέψης» Ατλαντικό Συμβούλιο, η Βρετανία για το 2025 ξόδεψε 92,875 δισ. δολάρια για την άμυνα και η Γαλλία 68.905 δισ. δολάρια. Την ίδια χρονιά η Γερμανία επένδυσε 121 δισ. δολάρια για τον αμυντικό προϋπολογισμό της και αυτό το ποσό θα αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.

atlantic-1.jpg

Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες ανά χώρα.

Atlantic Council

Ο αγώνας της Γερμανίας και το ναζιστικό παρελθόν

Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο η γερμανική κοινωνία αποστρεφόταν τον πόλεμο και με την ελπίδα ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου θα δημιουργούσε έναν πιο ειρηνικό πλανήτη ο γερμανικός στρατός συρρικνώθηκε.

Τώρα η Γερμανία τρέχει για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Αναπόφευκτα, μεγάλο μέρος των δαπανών του Βερολίνου θα κατευθυνθεί προς γερμανικές εταιρείες, όπως η Rheinmetall, οι οποίες αναπτύσσονται ραγδαία χάρη στη γενναιόδωρη χρηματοδότηση.

Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, όπως φοβούνται υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι από τη Γαλλία, την Ιταλία και την Πολωνία, θα αποκτά ολοένα και περισσότερο γερμανικό χαρακτήρα.

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς έχει δεσμευτεί να δημιουργήσει τον μεγαλύτερο και καλύτερο στρατό της Ευρώπης ως απάντηση στην ρωσική επιθετικότητα και την αδιαφορία των ΗΠΑ για την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες χαιρετίζουν μεν αυτή τη δέσμευση μετά από χρόνια γερμανικού πασιφισμού αλλά γνωρίζουν ότι το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», είναι ισχυρή αντιπολίτευση και θα μπορούσε μία μέρα να ανέβει στην εξουσία. Αυτό προκαλεί έντονη ανησυχία.

Ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, ενός διεθνούς κέντρου μελετών, δήλωσε ότι τον εξέπληξε το πόσοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι στο Παρίσι «αναφέρθηκαν αυθόρμητα στο πόσο ανησυχούν για τις διαρκείς αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας».

pinakas-2.jpg

Τα έσοδα των εταιρειών άμυνας ανά χώρα για το 2024 και το 2023

SIPRI

«Το ανέφεραν ως ζήτημα ισάξιο με άλλες προκλήσεις για την ασφάλεια, όπως η Ουκρανία», ανέφερε στους New York Times ο Μαρκ Λέοναρντ. Οι Γάλλοι δεν είναι οι μόνοι που ανησυχούν για την αυξανόμενη επιρροή του κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» και για την πιθανότητα το κόμμα αυτό να συμμετάσχει σε μια μελλοντική κυβερνητική συμμαχία σε μια χώρα με τόσο υψηλά επίπεδα στρατιωτικών δαπανών.

«Αυτό είναι τρομακτικό για χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία, που έχουν έντονη λαϊκή μνήμη των γερμανικών στρατιωτικών φρικαλεοτήτων, και οι δύο αυτές χώρες έχουν τα δικά τους ισχυρά ακροδεξιά κόμματα», σημείωσε.

Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά. Φέτος, η Γερμανία αναμένεται να δαπανήσει περίπου 127 δισεκατομμύρια δολάρια, το μεγαλύτερο ποσό στην Ευρώπη με μεγάλη διαφορά. Η Βρετανία θα δαπανήσει περίπου 84 δισεκατομμύρια δολάρια και η Γαλλία περίπου 70 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το χάσμα θα διευρυνθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια λόγω της δέσμευσης της Γερμανίας να αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες. Όλες οι χώρες του ΝΑΤΟ συμφώνησαν στη σύνοδο κορυφής το 2025 πέρυσι να πληρώσουν το 3,5% του ΑΕΠ τους για βασικές στρατιωτικές ανάγκες έως το 2035. Ωστόσο δεν αναμένεται να πετύχουν όλες οι χώρες αυτόν τον στόχο.

Η Βρετανία έχει δεσμευτεί να φτάσει το 2,5% έως το 2027. Η Γαλλία στοχεύει στο 2,3% έως το 2028, ενώ η Ιταλία στοχεύει στο 2% έως το 2028. Ο συγκριτικός πλούτος και το μέγεθος της Γερμανίας θα κάνουν την ανισορροπία πιο έντονη, καθώς έχει δεσμευτεί να δαπανήσει το 3,5% του ΑΕΠ έως το 2029, δηλαδή περίπου 189 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Μετά από μια δεκαετία λιτότητας και ενόψει της ανάγκης να δοθεί ώθηση σε μια υποτονική οικονομία, η Γερμανία διαθέτει τον δημοσιονομικό περιθώριο, καθώς και τα πολιτικά και στρατιωτικά κίνητρα, για «μια μαζική και διαρκή αύξηση των αμυντικών δαπανών», δήλωσε ο Μαξ Μπέργκμαν, διευθυντής του προγράμματος για την Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ευρασία στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, ενός ερευνητικού οργανισμού με έδρα την Ουάσινγκτον.

Επίσης, η Γερμανία έχει το νομικό εμπόδιο στις στρατιωτικές δαπάνες, καθώς επιτρέπει να αυξηθούν οι εν λόγω δαπάνες παρά τα όρια χρέους σε άλλα τμήματα του προϋπολογισμού. Άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις μπορεί να έχουν τη βούληση να δαπανήσουν περισσότερα. Ωστόσο δεν διαθέτουν το δημοσιονομικό περιθώριο αφού έχουν περιορισμένους προϋπολογισμούς, υψηλά ελλείμματα και μεγάλο συσσωρευμένο χρέος.

«Αν εξαιρέσουμε τις πυρηνικές δαπάνες και συγκρίνουμε μόνο τις συμβατικές, η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη. Δεν είμαι σίγουρος αν οι πραγματικές επιπτώσεις έχουν γίνει πλήρως αντιληπτές από την υπόλοιπη Ευρώπη», δήλωσε ο Τζέικομπ Φανκ Κιρκεγκάαρντ από την δεξαμενή σκέψης Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες.

Οι ειδικοί λένε ότι αυτές οι επιπτώσεις είναι ευρείες. «Ο αντίκτυπος των γερμανικών αμυντικών δαπανών είναι πολλαπλός, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο», δήλωσε ο Κρίστιαν Μόλινγκ, στρατιωτικός εμπειρογνώμονας και διευθυντής του ερευνητικού ιδρύματος European Defense in a New Age με έδρα το Βερολίνο. Και συνέχισε: «Αυτό που είναι καλό για τη Γερμανία σε διάφορα επίπεδα είναι ταυτόχρονα καλό και κακό για τους γείτονές μας και τους εταίρους μας, και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επικοινωνία».

Ακόμη και αν τα χρήματα δαπανηθούν κακώς ή αναποτελεσματικά, θα έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην αγορά αμυντικού εξοπλισμού, πρόσθεσαν οι ειδικοί. Στη Γαλλία, όπως ανέφερε ο Κρίστιαν Μόλινγκ, η τεράστια αύξηση των γερμανικών στρατιωτικών δαπανών θεωρήθηκε ότι «διαταράσσει την ισορροπία της παραδοσιακής σχέσης που έχουμε όσον αφορά την αμυντική βιομηχανική βάση στην Ευρώπη».

Ένας ανώτερος Γάλλος αξιωματούχος, μιλώντας ανώνυμα εξέφρασε βαθιά ανησυχία για την ενίσχυση της γερμανικής στρατιωτικής δύναμης. Όχι επειδή φοβόταν τον γερμανικό στρατό αλλά είπε, αυτό θα μείωνε τη σημασία της Γαλλίας και της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία χρηματοδοτείται εν μέρει μέσω της εξαγωγής προϊόντων, όπως το μαχητικό αεροσκάφος Rafale, όπως ανέφερε ο Γάλλος αξιωματούχος.

pinakas-3.jpg

Οι μεγαλύτερες εταιρείες στον τομέα της άμυνας με βάση τα έσοδα τους

SIPRI

Το πρόβλημα των ευρωομολόγων για την άμυνα

Οι γερμανικές δαπάνες αποτελούν πρόβλημα και για την Ιταλία και τη βιομηχανία της, όπως και για τη Βρετανία, δήλωσε η Νατάλι Τότσι, διευθύντρια της δεξαμενής σκέψης Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων με έδρα τη Ρώμη. «Η λύση δεν είναι να πούμε στους Γερμανούς να ξοδέψουν λιγότερα, αφού τους λέγαμε για χρόνια να ξοδέψουν περισσότερα. Η λύση είναι ένα κοινό ευρωπαϊκό χρέος για την άμυνα».

Οι Γερμανοί θα ήταν διατεθειμένοι να αποδεχθούν το κοινό χρέος, μόνο αν το Βερολίνο δεν φοβόταν ότι θα επιβαρυνθεί με το βάρος τυχόν οικονομικής ανευθυνότητας εκ μέρους των εταίρων του, ανέφερε η Νατάλι Τότσι.

Το κοινό χρέος και η κοινή παραγωγή θα αποτελούσαν επίσης προστασία έναντι της άνοδου στην εξουσία ενός ακροδεξιού, φιλορωσικού κόμματος σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κράτος, πρόσθεσε η Νατάλι Τότσι. Και συνέχισε: «Αν ο εξοπλισμός παράγεται από κοινού, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον έναν εναντίον του άλλου».

Η Γερμανία θα αναζητήσει και πολιτικούς λόγους για να συνεργαστεί σε κοινά προγράμματα με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως κάνει σήμερα με τη Γαλλία και την Ισπανία στο πλαίσιο του «Future Combat Air System», ενός προγράμματος για την κατασκευή ενός υπερσύγχρονου μαχητικού αεροσκάφους. Το πρόγραμμα αυτό ενδέχεται να εγκαταλειφθεί σύντομα, αλλά ίσως έχουν αντληθεί διδάγματα για το μέλλον. Για τον Μπέργκμαν, «το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Γερμανία επανεξοπλίζεται για την Ευρώπη ή για τη Γερμανία, και προς το παρόν φαίνεται ότι ισχύει το δεύτερο».

Σύμφωνα με τον Μπέργκμαν αυτό θα ανησυχήσει τους συμμάχους της Γερμανίας «όχι μόνο λόγω της αναβίωσης της ακροδεξιάς και των φόβων για τη γερμανική δύναμη, αλλά και επειδή δεν είναι σαφές αν η Ευρώπη μπορεί να βασιστεί σε μια επιφυλακτική, εγωκεντρική Γερμανία για να υπερασπιστεί την Ευρώπη».

Rheinmetall

Εργοστάσιο κατασκευής πυρομαχικών της Rheinmetall

AP

Rheinmetall: Ραγδαία αύξηση της παραγωγής και 24ωρη λειτουργία

Η μεγαλύτερη γερμανική εταιρεία στον τομέα της άμυνας, η Rheinmetall, διαθέτει δεκαετίες τεχνογνωσίας. Μάλιστα υπήρξε η δεύτερη μεγαλύτερη κατασκευάστρια εταιρεία αμυντικού εξοπλισμού της ναζιστικής Γερμανίας.

Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι είχε αυξήσει την παραγωγή πυρομαχικών πυροβολικού από περίπου 70.000 βλήματα ετησίως σε 1,1 εκατομμύρια, ενώ η παραγωγή πυρομαχικών μεσαίου διαμετρήματος είχε αυξηθεί από 800.000 σε τέσσερα εκατομμύρια βλήματα ετησίως.

Η παραγωγή στρατιωτικών φορτηγών είχε αυξηθεί από 600 σε 4.500 μονάδες ετησίως. Η Rheinmetall έλαβε 350.000 αιτήσεις εργασίας το 2025, εκ των οποίων οι 250.000 προέρχονταν από τη Γερμανία, μια σημαντική αλλαγή για έναν κλάδο που στο παρελθόν δεν μπορούσε να προσελκύσει εργαζόμενους. Αυτό το διάστημα, όμως, φαίνεται ότι ανθρώπινοι πόροι και εργοστάσια της αυτοκινητοβιομηχανίας που έχουν δεχθεί πλήγμα στρέφονται προς την άμυνα.

Κεντρικό ρόλο στην αύξηση της παραγωγής διαδραματίζει το εργοστάσιο Unterlüß στη Κάτω Σαξονία, το οποίο άνοιξε τον Αύγουστο του 2025 και προορίζεται να παράγει έως και 350.000 πυρομαχικά ετησίως σε πλήρη παραγωγική ικανότητα, καθιστώντας το ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια πυρομαχικών στην Ευρώπη. Στο ίδιο εργοστάσιο η εταιρεία σχεδιάζει να κατασκευάσει από φέτος πυραύλους κρουζ μεγάλου βεληνεκούς και για την κατασκευή θα συνεργαστεί με την ολλανδική εταιρεία Destinus.

Ο μάνατζερ της εταιρείας, Άρμιν Πέιπεργκερ από το 2022 αποκάλυψε ότι η Rheinmetall μπορεί να εργαστεί όλο το 24ωρο για να πετύχει τις παραδόσεις όπλων που έχει συμφωνήσει. Αυτό συνέβη όταν η εταιρεία παρείχε έναν εκτενή κατάλογο στο Βερολίνο για αγορά αρμάτων μάχης, πυρομαχικών, συστημάτων αεράμυνας και προστατευτικού στρατιωτικού εξοπλισμού αξίας 42 δισ. ευρώ.

safe.jpg

Το SAFE και οι fast-track διαδικασίες στα εξοπλιστικά

Η Ε.Ε. τρέχει τις διαδικασίες προκειμένου να γίνουν επενδύσεις τόσο στα εξοπλιστικά όσο και στις αμυντικές υποδομές στην Ευρώπη. Το πρόγραμμα SAFE θα χορηγήσει δάνεια ύψους έως και 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, με ανταγωνιστικούς όρους και μακροπρόθεσμη διάρκεια, σε κράτη μέλη που ζητούν χρηματοδοτική συνδρομή για επενδύσεις σε αμυντικές δυνατότητες.

Τα δάνεια αυτά θα χρηματοδοτήσουν επείγουσες και μεγάλης κλίμακας προμήθειες, διασφαλίζοντας ότι η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία θα είναι σε θέση να παραδώσει τον απαραίτητο εξοπλισμό τη στιγμή που θα χρειαστεί περισσότερο.

Ταυτόχρονα οι Βρυξέλλες απλοποιούν τις διαδικασίες προμηθειών στον τομέα της άμυνας. Το πακέτο μέτρων, που εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2025, μειώνει τη διάρκεια των διαδικασιών από χρόνια σε 60 ημέρες και ανοίγει για πρώτη φορά τη χρηματοδότηση της ΕΕ στον τομέα της άμυνας σε ουκρανικές εταιρείες.

Το πακέτο είχε ως στόχο την ενίσχυση των επενδύσεων της Ευρώπης στον τομέα της άμυνας στο πλαίσιο του σχεδίου «ReArm Europe» και της Λευκής Βίβλου για την Ευρωπαϊκή Άμυνα – Ετοιμότητα 2030. Εισήγαγε διαδικασία ταχείας έκδοσης αδειών διάρκειας 60 ημερών και αύξησε τα όρια προμηθειών για την επιτάχυνση των διασυνοριακών αγορών.

Επίσης, απλοποίησε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας και συμπεριέλαβε μεγαλύτερη συμμετοχή ουκρανικών οντοτήτων. Ένα «μίνι πακέτο μέτρων για την άμυνα» τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2025, προκειμένου να επεκταθεί αμέσως η επιλεξιμότητα των χρηματοδοτικών προγραμμάτων σε προϊόντα που σχετίζονται με την άμυνα.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή