The Atlantic: Το μεγάλο λάθος της Αμερικής στο Ιράν
Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να κερδίσει κανείς έναν πόλεμο.
Snapshot
- Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να επιφέρουν νίκη σε έναν πόλεμο, όπως καταδεικνύεται από την περίπτωση του Ιράν.
- Η αμερικανική στρατηγική βασίστηκε αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ χωρίς να συνοδεύεται από απειλή χερσαίας εισβολής ή εσωτερική εξέγερση στο Ιράν.
- Ιστορικά παραδείγματα από τους δύο παγκόσμιους πολέμους, τον Βιετνάμ και άλλες συγκρούσεις δείχνουν ότι ο στρατηγικός βομβαρδισμός δεν έχει αποδειχθεί ικανός να αναγκάσει έναν εχθρό σε υποχώρηση.
- Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία ήταν ενήμερη για τους κινδύνους ενός παρατεταμένου πολέμου, αλλά η πολιτική ηγεσία δεν έλαβε υπόψη τις προειδοποιήσεις.
- Οι συνέπειες της στρατηγικής αυτής περιλαμβάνουν εξάντληση πόρων, πλήγμα στο κύρος των ΗΠΑ, επιδείνωση διεθνών σχέσεων και ενίσχυση της θέσης του Ιράν.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο, το σχέδιό τους ήταν απλό: να βομβαρδίζουν το Ιράν μέχρι είτε ο ιρανικός λαός να εξεγερθεί και να ανατρέψει την κυβέρνηση είτε το υπάρχον καθεστώς να υποχωρήσει στις αμερικανικές απαιτήσεις. Γρήγορα όμως έγινε σαφές ότι τίποτα από τα δύο δεν επρόκειτο να συμβεί. Οι Ιρανοί δεν εξεγέρθηκαν εναντίον των καταπιεστών τους. Η ιρανική κυβέρνηση οχυρώθηκε, έκλεισε το στενό και πόνταρε ότι οι ΗΠΑ δεν θα ήταν πρόθυμες να εισβάλουν ή να πλήξουν κρίσιμες υποδομές.
Έτσι, οι αμερικανοί σχεδιαστές φαίνεται πως έκαναν ένα προφανές, αλλά συνηθισμένο, λάθος: υπέθεσαν ότι ένας πόλεμος μπορεί να κερδηθεί μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, επισημαίνει σε άρθρο της στο The Atlantic η Μπριν Τάνεχιλ, απόφοιτος της Ναυτικής Ακαδημίας των Ηνωμένων Πολιτειών και πρώην αεροπόρος στο Ναυτικό και την Εθνοφρουρά του Στρατού.
Από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, στρατιωτικοί θεωρητικοί στις ΗΠΑ, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο προώθησαν την ιδέα ότι η αεροπορική ισχύς μειώνει ή και καταργεί την ανάγκη για στρατούς και ναυτικό. Η βασική τους θέση ήταν ότι οι πόλεμοι θα μπορούσαν να κερδηθούν σχεδόν αποκλειστικά με βομβαρδιστικά και αεροπορικές εκστρατείες.
Στο βιβλίο του το 1921 Il dominio dell’aria («Η κυριαρχία του αέρα»), ο Ιταλός στρατηγός Τζουλιό Ντουέ υποστήριζε ότι όποια χώρα αποκτούσε πρώτη αεροπορική υπεροχή θα μπορούσε να βομβαρδίσει τις πόλεις του εχθρού μέχρι ισοπέδωσης, αναγκάζοντάς τον να παραδοθεί.
Ο Βρετανός στρατάρχης Χιου Τρέντσαρντ, θεωρούμενος «πατέρας» της RAF, πίστευε ότι η αεροπορική ισχύς μπορούσε να κάμψει τη βούληση του εχθρού για πόλεμο. Και ο Αμερικανός στρατηγός Κέρτις ΛεΜέι υποστήριζε ότι η συντριπτική και συγκεντρωμένη ισχύς ήταν ο καλύτερος τρόπος νίκης, προτιμώντας καταστροφικούς βομβαρδισμούς αστικών κέντρων.
Όταν αυτές οι θεωρίες δοκιμάστηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό. Ο γερμανικός βομβαρδισμός του Λονδίνου δεν έσπασε το βρετανικό ηθικό. Οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί της Γερμανίας δεν έκαμψαν τη ναζιστική θέληση για πόλεμο, η κατάρρευση της Γερμανίας ήρθε κυρίως από τον φόβο της σοβιετικής προέλασης και την προοπτική παράδοσης στους Αμερικανούς, σημείωνεται στο δημοσίευμα του αμερικανικού περιοδικού με έδρα την Ουάσιγκτον.
Στην περίπτωση της Ιαπωνίας, ο συνδυασμός ναυτικού αποκλεισμού και βομβαρδισμών προκάλεσε τεράστια καταστροφή, όμως η παράδοση ήρθε μόνο μετά τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, καθώς και τη σοβιετική εισβολή στη Μαντζουρία.
Ο στρατηγικός βομβαρδισμός απέτυχε επίσης στο Βιετνάμ. Οι ΗΠΑ έριξαν περίπου 7,6 εκατομμύρια τόνους βομβών, πολύ περισσότερους από ό,τι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι «Χριστουγεννιάτικοι βομβαρδισμοί» του 1972 δεν ανάγκασαν το Βόρειο Βιετνάμ σε ευνοϊκή συμφωνία. Η τελική ειρήνη ήρθε κυρίως λόγω της αμερικανικής εξάντλησης από τον πόλεμο.
Η έλευση της μαζικής ακριβείας βομβαρδιστικής ισχύος τη δεκαετία του 1990 οδήγησε κάποιους να πιστέψουν ότι οι κανόνες του πολέμου είχαν αλλάξει. Όμως και αυτά τα παραδείγματα είναι παραπλανητικά, πιστεύει η Μπριν Τάνεχιλ.
Ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991 κρίθηκε μόνο όταν μπήκαν χερσαίες δυνάμεις στο Κουβέιτ. Στη Σερβία το 1999, η υποχώρηση του Μιλόσεβιτς συνδέθηκε με τον φόβο χερσαίας επέμβασης. Στο Αφγανιστάν, η αεροπορική ισχύς λειτούργησε επειδή υπήρχαν σύμμαχοι στο έδαφος.
Μελέτη της RAND το 1996 κατέληγε ότι η αεροπορική ισχύς από μόνη της δύσκολα μπορεί να εξαναγκάσει έναν εχθρό σε πολιτική υποχώρηση, εκτός αν υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η απειλή χερσαίας ήττας ή η πεποίθηση ότι η συνέχιση του πολέμου είναι χειρότερη από μια συμφωνία.
Το αμερικανικό σχέδιο κατά του Ιράν ήταν καταδικασμένο από την αρχή, επειδή βασίστηκε αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ χωρίς άλλους παράγοντες. Δεν υπήρχε αξιόπιστη απειλή χερσαίας εισβολής. Ή θα υπήρχε εσωτερική εξέγερση ή τίποτα.
Οι ΗΠΑ επίσης δεν ήταν διατεθειμένες να προκαλέσουν τέτοια καταστροφή που θα ανάγκαζε το Ιράν σε παράδοση, ούτε να στοχεύσουν πλήρως κρίσιμες υποδομές.
Σε αντίθεση με τη Σερβία ή το Αφγανιστάν, το Ιράν είχε τη δυνατότητα να απαντήσει και να προκαλέσει σοβαρό κόστος στις ΗΠΑ. Είχε εξαρχής τη δική του στρατηγική νίκης και την ακολούθησε με συνέπεια, υποστηρίζει η Αμερικανίδα αναλύτρια αμυντικών θεμάτων.
Ανώτατοι στρατιωτικοί των ΗΠΑ φαίνεται πως είχαν επίγνωση των κινδύνων ενός παρατεταμένου πολέμου. Ο στρατηγός Νταν Κέιν, σύμφωνα με αναφορές, είχε προειδοποιήσει την κυβέρνηση Τραμπ να μην προχωρήσει στην επίθεση. Όμως ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ δεν έδειξαν την απαιτούμενη προσοχή. Πίστεψαν ότι η τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή αρκεί για τη νίκη.
Οι συνέπειες, όπως υποστηρίζει η αρθρογράφος, είναι καταστροφικές: εξάντληση πυρομαχικών, πλήγμα στο στρατιωτικό κύρος των ΗΠΑ, επιδείνωση διεθνών σχέσεων και ενίσχυση της στρατηγικής θέσης του Ιράν.
Ένα δύσκολο μάθημα που δείχνει ξανά ότι ο αεροπορικός πόλεμος από μόνος του δεν κερδίζει πολέμους.