Ρόμπερτ Ντυβάλ: Έσβησε η «ήρεμη δύναμη» του σινεμά - 70 χρόνια επιτυχίας και ρόλοι που άφησαν εποχή
Ο Ντυβάλ υπήρξε ένας «ηθοποιός για ηθοποιούς» που δημιούργησε τη δική του «σχολή» με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν
Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ στις «Χρυσές Σφαίρες» το 1984
Το Χόλιγουντ θρηνεί την απώλεια ενός «θρύλου» του αμερικανικού κινηματογράφου. Ο βραβευμένος με Όσκαρ Ρόμπερτ Ντυβάλ έφυγε από την ζωή την Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 95 ετών.
Η σύζυγός του, Luciana Pedraza, ανακοίνωσε τον θάνατό του μέσω Facebook, γράφοντας: «Χθες αποχαιρετήσαμε τον αγαπημένο μου σύζυγο, πολύτιμο φίλο και έναν από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της εποχής μας. Ο Bob έφυγε ήρεμα στο σπίτι, περιτριγυρισμένος από αγάπη και θαλπωρή. Για τον κόσμο, ήταν ένας βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός, σκηνοθέτης, αφηγητής. Για μένα, ήταν απλώς τα πάντα».

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ με τη σύζυγό του, Λουτσιάνα / AP
Στην ανάρτησή της πρόσθεσε: «Το πάθος του για την τέχνη του ήταν ισάξιο μόνο με την αγάπη του για τους χαρακτήρες, ένα καλό γεύμα και τη συζήτηση με φίλους. Σε κάθε ρόλο έδινε τα πάντα για τους χαρακτήρες και για την αλήθεια του ανθρώπινου πνεύματος που αντιπροσώπευαν. Έτσι, αφήνει κάτι μόνιμο και αξέχαστο για όλους μας. Σας ευχαριστώ για τα χρόνια υποστήριξης προς τον Bob και που μας δώσατε τον χρόνο και την ιδιωτικότητα να γιορτάσουμε τις αναμνήσεις που αφήνει πίσω του».

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ / AP
Η αυθεντική «σκληρή» φυσικότητα του Ντυβάλ καθόρισε το στιλ υποκριτικής μιας ολόκληρης γενιάς, μαζί με ηθοποιούς όπως ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Ντάστιν Χόφμαν και ο Τζιν Χάκμαν.
Και ενώ ίσως ποτέ δεν έγινε σταρ στο μέγεθος του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η αθόρυβη ικανότητά του να ενσωματώνεται πλήρως στους χαρακτήρες που υποδυόταν, τον έκανε να κερδίζει τον σεβασμό τόσο από τους συναδέλφους όσο και από τους κριτικούς. Όπως είχε πει κάποτε ο Francis Ford Coppola στη New York Times, σε κάποιο σημείο «είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τους πρωταγωνιστές από τους σπουδαίους χαρακτήρες ηθοποιούς».

Ρόμπερτ Ντυβάλ και Σίρλεϊ Μακ Λέιν ποζάρουν με τα Όσκαρ τους, μετά την τελετή απονομής το 1984 / AP
Ο Ντυβάλ υπήρξε ένας «ηθοποιός για ηθοποιούς», συγκεντρώνοντας επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ - μία εκ τις οποίες εξελίχθηκε σε νίκη - ενώ ξεχώρισε και στην τηλεόραση με σειρές όπως το «Lonesome Dove» και το «Broken Trail», αποσπώντας πέντε υποψηφιότητες για βραβεία Emmy, από τις οποίες κέρδισε τα δύο.
Ο πρώτος μεγάλος ρόλος του στον σινεμά — και ένας από τους πιο αξέχαστους — ήταν ο τρομακτικός Boo Radley στην ταινία του 1962, «To Kill a Mockingbird». Παρά το εντυπωσιακό ξεκίνημα, η καριέρα του χρειάστηκε λίγα χρόνια για να απογειωθεί. Έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε εδραιώσει τη φήμη του ως ηθοποιός.
Το 1969 συνεργάστηκε με τον νεαρό τότε σκηνοθέτη Francis Ford Coppola στην δραματική ταινία «The Rain People», και την επόμενη χρονιά πήρε τον ρόλο του Frank Burns στην ταινία του Robert Altman, «MASH». Πρωταγωνίστησε επίσης στην πειραματική ταινία του George Lucas, «THX 1138», ενώ σημαντικό ήταν το έργο του και στο θέατρο.
Η ταινία που άλλαξε τα πάντα ήταν το «The Godfather», το 1972, όπου υποδύθηκε τον ευφυή «consigliere» Tom Hagen, ρόλος που του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Επανέλαβε τον ρόλο του στο δεύτερο σίκουελ, «The Godfather Part II».

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ στα γυρίσματα του «Νονού» / AP
Εμφανίστηκε επίσης στην ταινία του Coppola, «The Conversation», καθώς και ως «Dr. Watson» στην ταινία του Herbert Ross, «The Seven-Per-Cent Solution».
Το 1979, ως Colonel Kilgore, είπε τη θρυλική ατάκα «I love the smell of napalm in the morning» στην ταινία Apocalypse Now, αποσπώντας τη δεύτερη υποψηφιότητά του για Όσκαρ.

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ με τη σύζυγό του, Λουτσιάνα / AP
Το 1977 συνεργάστηκε με τον Ulu Grosbard για να φέρει το έργο του David Mamet, «American Buffalo», στο Broadway με αμφίσημες κριτικές. Την ίδια χρονιά γύρισε ένα αγροτικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «We’re Not Jet Set» και στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σκηνοθέτησε την ταινία «Angelo, My Love».
Ωστόσο, χρειάστηκε η ταινία «The Great Santini», όπου υποδύθηκε έναν αυταρχικό -στρατιωτικού τύπου - πατέρα, για να εδραιώσει τα διαπιστευτήριά του ως πρωταγωνιστής στη μεγάλη οθόνη, κερδίζοντας την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου το 1980. Την επόμενη χρονιά απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στο Φεστιβάλ Βενετίας, πλάι στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στην ταινία «True Confessions».

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ / AP
Το 1984, η θρυλική ερμηνεία του στην ταινία «Tender Mercies», γραμμένη από τον Horton Foote και σκηνοθετημένη από τον Bruce Beresford, του απέφερε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, επιβεβαιώνοντας το τεράστιο ταλέντο του στην υποκριτική.
Θετικές κριτικές απέσπασε, επίσης, για την ταινία του 1997, «The Apostle», την οποία σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε. Υποψήφιος για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, υποδύθηκε έναν γοητευτικό ιεροκήρυκα από το Τέξας που πρέπει να ξαναρχίσει τη ζωή του από την αρχή στιγματισμένος από ένα βίαιο περιστατικό. Στα «Independent Spirit Awards», η ταινία τιμήθηκε ως Καλύτερη Ταινία, ενώ ο Ντυβάλ απέσπασε διπλή υποψηφιότητα ως ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Την επόμενη χρονιά, κέρδισε νέα υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του ως εκκεντρικός αλλά ευφυής δικηγόρος, αντίπαλος του Τζον Τραβόλτα στην δικαστική δραματική ταινία «A Civil Action».

Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ / AP
Ο Ρόμπερτ Ντυβάλ απέσπασε την έβδομη υποψηφιότητά του για Όσκαρ στην ταινία «Wild Horses», στην οποία ήταν και πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης. Ήταν το πρώτο του σκηνοθετικό βήμα από το 2002, στην ταινία «Assassination Tango».
Ένας από τους τελευταίους του ρόλους στη μεγάλη οθόνη ήταν στο «The Pale Blue Eye του Scott Cooper».