Στέλιος Καζαντζίδης: «Υπάρχω» - Η ιστορία του δίσκου που αποτέλεσε την ταυτότητα ενός θρύλου
Σαν σήμερα πριν από 25 χρόνια, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σίγησε για πάντα η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη - Η ιστορία πίσω από την δημιουργία του εμβληματικού δίσκου του
Snapshot
- Το άλμπουμ «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη κυκλοφόρησε το 1975 και αποτέλεσε τον τελευταίο μεγάλο δίσκο του πριν από 12 χρόνια σιωπής.
- Η μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και οι στίχοι του Πυθαγόρα συνδύασαν μια πιο σύγχρονη μελωδία με βαθιά λαϊκό περιεχόμενο, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό έργο.
- Το ομώνυμο τραγούδι «Υπάρχω» έγινε δήλωση ταυτότητας για τον Καζαντζίδη, αποτυπώνοντας τη δημόσια εικόνα του ως τραγουδιστή που εκφράζει την ξενιτιά και τον αγώνα του ανθρώπου.
- Παρά την επιτυχία του άλμπουμ και την τηλεοπτική του εμφάνιση το 1976, ο Καζαντζίδης σταμάτησε τις ηχογραφήσεις εκείνη τη χρονιά και επέστρεψε δισκογραφικά το 1987.
- Ο Στέλιος Καζαντζίδης απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά η φωνή και η μουσική του παραμένουν ζωντανές στην ελληνική μουσική κληρονομιά.
Πριν από 25 χρόνια, στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του βαριά κληρονομιά και ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
Είκοσι έξι χρόνια νωρίτερα, είχε κυκλοφορήσει το «Υπάρχω», έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της διαδρομής του και συνολικά του ελληνικού τραγουδιού, ο οποίος αποτέλεσε τον τελευταίο μεγάλο δίσκο του πριν την 12ετή «σιωπή» του.
Πίσω από το ομώνυμο τραγούδι, όμως, υπάρχει μια ιστορία σχεδόν κινηματογραφική: μια μελωδία που προοριζόταν για τον Δημήτρη Μητροπάνο, ένας νεαρός συνθέτης, ο Χρήστος Νικολόπουλος που προσπαθούσε να πείσει τον Καζαντζίδη να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και ένας στιχουργός, ο Πυθαγόρας, που έβαλε τελικά στη μουσική τις λέξεις που της έλειπαν.
Το 1975 ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι ήδη ένας μύθος του λαϊκού τραγουδιού, αλλά η σχέση του με τη δισκογραφία έχει περάσει από πολλές εντάσεις. Ο Χρήστος Νικολόπουλος, πολύ νεότερός του, έχει ήδη αρχίσει να συνεργάζεται μαζί του και γνωρίζει ότι για να γράψει κανείς για αυτή τη φωνή πρέπει να βρει κάτι που να την υπηρετεί χωρίς να την αντιγράψει.
Κάποια στιγμή ο Νικολόπουλος τού παίζει μια μελωδία. Ο Καζαντζίδης την ακούει, αλλά δεν πείθεται εύκολα.
Δεν είναι ακριβώς ο ήχος που περιμένει κανείς από εκείνον. Έχει έναν πιο σύγχρονο χαρακτήρα.
«Καλά ρε πιτσιρίκο, τι μου λες, να τραγουδήσω σλόου-ροκ;» θα αποκαλύψει χρόνια αργότερα ο συνθέτης ότι του είπε ο τραγουδιστής
Ο Νικολόπουλος, αντί να επιμείνει μόνο στη μουσική, του προτείνει να περιμένουν τους στίχους.
Ο Πυθαγόρας απογειώνει την μελωδία
Ο Πυθαγόρας ανέλαβε να βρει τα κατάλληλα λόγια. Ο Νικολόπουλος έχει περιγράψει πως, όταν ο στιχουργός άκουσε τη μουσική, του ζήτησε λίγες ημέρες για να τη δουλέψει. Λίγο αργότερα τηλεφώνησε στον συνθέτη και του διάβασε τους στίχους που είχε γράψει.
Η αντίδραση ήταν ενθουσιώδης. Ο Νικολόπουλος ζήτησε να τους ακούσει αμέσως ο Καζαντζίδης. Την επόμενη ημέρα ο τραγουδιστής πήγε στο σπίτι του συνθέτη και, σύμφωνα με την αφήγηση του Νικολόπουλου, του είπε: «Για πάμε μικρέ, γιατί ο Μπούλης (σ.σ. ο Πυθαγόρας) φαγώθηκε με αυτόν τον στίχο». Η μελωδία είχε πλέον βρει τις λέξεις της. Και οι λέξεις είχαν βρει τον Καζαντζίδη.
Η γέννηση του «Υπάρχω»
Ο δίσκος κυκλοφόρησε στα τέλη του 1975 από τη Minos, με μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους του Πυθαγόρα. Το ομώνυμο τραγούδι έγινε αμέσως το κέντρο του άλμπουμ, αλλά το «Υπάρχω» δεν ήταν μια δουλειά που στηριζόταν σε ένα μόνο τραγούδι.
Στο ίδιο άλμπουμ βρίσκονται οι «Αισθηματίες», το «Κάτω απ’ το πουκάμισό μου» και άλλα τραγούδια που έδωσαν στον Καζαντζίδη ένα ρεπερτόριο το οποίο παρέμενε βαθιά λαϊκό, αλλά είχε διαφορετικές μουσικές αποχρώσεις από αρκετές προηγούμενες δουλειές του.
Στην ηχογράφηση συμμετείχαν σημαντικοί μουσικοί της εποχής, ενώ ο Γιώργος Νταλάρας έκανε δεύτερες φωνές σε τραγούδια του δίσκου. Ο Νικολόπουλος είχε πλέον περάσει από τη θέση του νεότερου συνεργάτη στη θέση του ανθρώπου που μπορούσε να οδηγήσει τον Καζαντζίδη σε έναν ήχο που δεν του ήταν αυτονόητος.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που κάνει τον δίσκο ξεχωριστό. Πριν ακόμη αρχίσει να ακούγεται το πρώτο τραγούδι, ο ίδιος ο Καζαντζίδης μιλά στον ακροατή. Στην εισαγωγή εξηγεί γιατί ο δίσκος ονομάστηκε «Υπάρχω» και συνδέει τον τίτλο με τη σχέση του με το κοινό του: «Υπάρχω σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος».
Είναι μια φράση που, ακούγοντάς την σήμερα, αποκτά σχεδόν προφητικό βάρος. Γιατί λίγο αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος θα απομακρυνθεί ξανά από τη δισκογραφία.
Το τραγούδι που έγινε ταυτότητα
Η δύναμη του «Υπάρχω» δεν βρίσκεται μόνο στη μουσική του Νικολόπουλου ή στους στίχους του Πυθαγόρα. Βρίσκεται και στο γεγονός ότι το τραγούδι μοιάζει να έχει γραφτεί πάνω στη δημόσια εικόνα του Καζαντζίδη.
Ένας τραγουδιστής που είχε ήδη συνδέσει τη φωνή του με την ξενιτιά, τον χωρισμό, τη φτώχεια, την αδικία και τον άνθρωπο που παλεύει να σταθεί όρθιος, τραγουδούσε τώρα έναν τίτλο που ήταν σχεδόν δήλωση παρουσίας: «Υπάρχω».
Όχι ως απλή ερωτική εξομολόγηση, αλλά ως δήλωση ταυτότητας. Και αυτός ο συμβολισμός δεν πέρασε απαρατήρητος. Ακόμη και σήμερα, το τραγούδι θεωρείται ένα από τα κορυφαία της συνεργασίας Καζαντζίδη και Νικολόπουλου.
Και ύστερα ήρθε η σιωπή Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι αυτό που συνέβη μετά.
Το «Υπάρχω» γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ο Καζαντζίδης είχε σταματήσει να τραγουδά από τη δεκαετία του '60, ενώ τον Ιανουάριο του 1976 η ΕΡΤ κατέγραψε μια ιδιαίτερα σημαντική τηλεοπτική εμφάνισή του, με τραγούδια από τον δίσκο και συζήτηση για τη ζωή και την πορεία του. Λέγεται ότι μόλις προβλήθηκε το αφιέρωμα στο δίσκο «Υπάρχω» άδειασαν οι δρόμοι...
Όμως η σχέση του Καζαντζίδη με τη δισκογραφία οδηγήθηκε σύντομα σε νέα σύγκρουση.
Το 1976 σταματά τις νέες ηχογραφήσεις. Θα ακολουθήσει μια μακρά περίοδος απουσίας, μέχρι την επιστροφή του στις ηχογραφήσεις πολλά χρόνια αργότερα. Μέχρι τον «Δρόμο της επιστροφής» το 1987.
Ο Καζαντζίδης έφυγε τελικά στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 έπειτα απο σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Η φωνή του, όμως, δεν έφυγε ποτέ.