Το πισωγύρισμα της κλιματικής αλλαγής: Τι συνέβη στη Γροιλανδία κόντρα στα σενάρια υπερθέρμανσης
Μία ανατρεπτική ανάλυση για την υπερθέρμανση του πλανήτη και πόσο απειλεί τους παγετώνες
Ως γεγονός καταγράφεται το λιώσιμο των πάγων στον πλανήτη Γη, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, και επιβεβαιώνεται με επίσημο τρόπο μέσω της έκθεσης της ΕΕ «European State of the Climate 2025», ότι δηλαδή ο παγετώνας της Γροιλανδίας έχασε 139 Gt (Giga Tone = με ένα δισεκατομμύριο τόνους) πέρυσι.
Οι πιο πρόσφατες απώλειες ισοδυναμούν με περίπου 1,5 φορές την ποσότητα πάγου που είναι αποθηκευμένη σε όλους τους παγετώνες των Ευρωπαϊκών Άλπεων, ανεβάζοντας παράλληλα τη τη μέση παγκόσμια στάθμη της θάλασσας κατά 0,4 mm.
Ο ρυθμός απώλειας πάγου έχει αυξηθεί περίπου πέντε φορές από τη δεκαετία του 1980 και αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται και μετά το τέλος του αιώνα. Από το 1972, οι απώλειες έχουν ανέλθει σε 5.747 Gt.
Σε 27.000 χρόνια το λιώσιμο της Γροιλανδίας
Όπως όμως επισημαίνει σε ανάλυσή του, το dailysceptic.org, με σημερινούς ρυθμούς, βάσει αυτών των στοιχείων θα χρειαστούν 27.000 χρόνια για να λιώσει ολόκληρη η Γροιλανδία.
Παράλληλα, αμφισβητείται η «επιστημονική» παρουσίαση τάσεων από τη δεκαετία του 1970, καθώς είχαν προηγηθεί τρεις δεκαετίες ψύξης, ενώ τα επίσημα στοιχεία για τον παγετώνα της Γροιλανδίας είναι διαθέσιμα στο κοινό από το 1840! μία αρκετά μακρά περίοδο έρευνας και ανάλυσης.
Το 2021, μια μελέτη που υποβλήθηκε σε επιστημονική αξιολόγηση υπολόγισε τις ετήσιες μεταβολές στο ισοζύγιο μάζας του παγετώνα από το 1840.
(Η παχιά μαύρη γραμμή αντιπροσωπεύει τις καθαρές μεταβολές)
Το διάγραμμα επιβεβαιώνει ότι ο παγετώνας χάνει μάζα από τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, το σημαντικό είναι ότι μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η τήξη ξεκίνησε γύρω στο 1900. Κατά την περίοδο 1920-1970, η απώλεια πάγου κυμαινόταν σε επίπεδα παρόμοια με αυτά των τριών τελευταίων δεκαετιών – κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς τα στοιχεία θερμοκρασίας σε ολόκληρη τη Γροιλανδία δείχνουν ότι τότε ήταν εξίσου «ζεστά» όπως και σήμερα.
Ενδιάμεσα, σημειώθηκε απότομη πτώση των θερμοκρασιών κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο, αλλά κομμάτι μίας πολύ μακρύτερης διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε πολύ πριν από την έναρξη της λεγόμενης ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Η απώλεια πάγου επιβραδύνεται
Οι επιστήμονες έχουν από καιρό διαπιστώσει, με τη βοήθεια πυρήνων πάγου και άλλων στοιχείων, ότι ο 19ος αιώνας ήταν πιθανώς η πιο κρύα εποχή στη Γροιλανδία από την εποχή των παγετώνων.
Κατά τη διάρκεια θερμών περιόδων, όπως ο Μεσαίωνας, η Ρωμαϊκή εποχή και προηγούμενες χιλιετίες, το κάλυμμα πάγου ήταν μικρότερο από ό,τι είναι τώρα. Οποιαδήποτε μείωση του καλύμματος πάγου τον περασμένο αιώνα πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος αυτών των μακροπρόθεσμων κύκλων.
Από τη μελέτη του 2021, η απώλεια πάγου συνεχίζει να επιβραδύνεται και έχει επιστρέψει στα επίπεδα της δεκαετίας του 1920.
Αυξήθηκε η μάζα πάγου
Η περίοδος 2025/26 παρουσίασε μάλιστα μια μικρή αύξηση της μάζας πάγου κατά 6 Gt. Η Γροιλανδία δεν είχε ουσιαστικά καλοκαίρι φέτος. Ενώ η καλοκαιρινή τήξη αρχίζει συνήθως στις αρχές Ιουνίου, ο κρύος και χιονισμένος καιρός συνεχίστηκε μέχρι και τον Ιούλιο.
Ως αποτέλεσμα, η καλοκαιρινή τήξη ήταν περίπου 200 Gt μικρότερη από το κανονικό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το «φτωχό» καλοκαίρι στη Γροιλανδία ήταν μέρος της ευρύτερης διαμόρφωσης του ρεύματος τζετ, το οποίο έφερε το ζεστό καλοκαίρι σε Ευρώπη και Αμερική, αλλά ο βροχερός καιρός παρέμεινε στον Ατλαντικό, πλήττοντας τη Γροιλανδία.
Τα 6 Gt είναι φυσικά μια ελάχιστη ποσότητα, δεδομένης της τεράστιας αβεβαιότητας στον τρόπο υπολογισμού αυτών των μεγεθών. Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθούν άμεσα οι μεταβολές της παγωμένης κάλυψης· αντ’ αυτού, οι αριθμοί υπολογίζονται από υπολογιστικά μοντέλα που τροφοδοτούνται με δεδομένα όπως οι βροχοπτώσεις και η θερμοκρασία.
Οι ειδικοί παραδέχονται ότι συχνά μπορεί να έχουν σφάλμα που φτάνει έως και τα 100 Gt.
Παρ’ όλα αυτά, είναι απολύτως σαφές ότι η παγωμένη επιφάνεια της Γροιλανδίας τα πάει μια χαρά.
Εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 10.000 ετών και, αν συρρικνώνεται καθόλου, αυτό συμβαίνει με ρυθμό όχι ταχύτερο από ό,τι πριν από έναν αιώνα.