Ζυμαρικά: Οριακά ανοδικές οι πωλήσεις την τελευταία 5ετία στην Ελλάδα

Από το 2022 έως το 2025 η εγχώρια αγορά ζυμαρικών αναπτύχθηκε συνολικά με 5,2%

Ζυμαρικά: Οριακά ανοδικές οι πωλήσεις την τελευταία 5ετία στην Ελλάδα

Μία αγορά που αναπτύσσεται με ρυθμούς λίγο πάνω από 1% το χρόνο την τελευταία πενταετία είναι αυτή των ζυμαρικών στην Ελλάδα με την κερδοφορία να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς τιμές της πρώτης ύλης (σκληρό σιτάρι) καθώς αυτή αφορά στο 70% του συνολικού κόστους της παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα από το 2022 έως το 2025 η εγχώρια αγορά ζυμαρικών αναπτύχθηκε συνολικά με 5,2%, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2026 έτρεξε με 1%.

Τα στοιχεία αυτά τα αποκάλυψε η διοίκηση της EURIMAC η οποία αποτελεί την εταιρεία leader σε ότι αφορά τον παραγόμενο όγκο ζυμαρικών στη χώρα μας με μερίδιο περίπου 30%, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας όσο και μέσω των δικών της brands, με κυρίαρχο το ΜΑΚΒΕΛ

Σύμφωνα με τα ανώτατα στελέχη της EURIMAC, ειδικά το brand ΜΑΚΒΕΛ παρουσιάζει εντυπωσιακή ανάπτυξη της τάξης του 77,2% κατά την περίοδο 2022-5 σε σχέση με τη συνολική αγορά.

Την ίδια στιγμή, η εξωστρέφεια αποτελεί διαχρονικά τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της εταιρείας. Η EURIMAC παράγει σήμερα το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες και αντλεί περίπου το 55% των πωλήσεών της από τις διεθνείς αγορές. Η παρουσία αυτή δεν οικοδομήθηκε συγκυριακά. Αντίθετα, βασίστηκε σε πολυετείς σχέσεις εμπιστοσύνης με συνεργάτες, επιχειρήσεις και οργανισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Η εταιρεία έχει καταφέρει να δημιουργήσει μία διεθνή ταυτότητα που συνδυάζει την ελληνική παραγωγή με υψηλές προδιαγραφές ποιότητας και αξιοπιστίας.

Το 2025 αποτέλεσε για την EURIMAC μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της. Η διοίκηση επέλεξε συνειδητά να δώσει προτεραιότητα στο μακροπρόθεσμο όφελος και στη σταθερή ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής της βάσης, επιλέγοντας να μην προχωρήσει άμεσα σε συνεργασίες που θα μπορούσαν να πιέσουν τη λειτουργία της επιχείρησης πριν ολοκληρωθεί το βασικό επενδυτικό της πλάνο. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επενδύσεων, το οποίο ξεκίνησε το 2020 και έως το τέλος του 2026 αναμένεται να έχει φτάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας καθοριστικά την παραγωγική δυνατότητα, την τεχνολογική υποδομή και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της EURIMAC.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς η εταιρεία κατέγραψε τον υψηλότερο όγκο πωλήσεων που έχει επιτύχει ποτέ ελληνική επιχείρηση στον κλάδο των ζυμαρικών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα αποτελέσματα του 2025 επιβεβαιώνουν τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου της εταιρείας, παρά το απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και τη φάση επενδυτικής ανάπτυξης που διανύει. Ο δανεισμός παρέμεινε μηδενικός, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τη χρηματοοικονομική υγεία της επιχείρησης, ενώ το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της EURIMAC τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικών αποτελεσμάτων.

Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Τα EBITDA ανήλθαν σε 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα μετά από φόρους διαμορφώθηκε στα 8,63 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 10,70 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Η μικρή αυτή αποκλιμάκωση των οικονομικών μεγεθών συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική επιλογή της εταιρείας να επενδύσει στην ολοκλήρωση του επενδυτικού της πλάνου και όχι στη βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων.

Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η εταιρεία θα ξεπεράσει ακόμη και τον ιστορικά υψηλό όγκο πωλήσεων του 2024. Ο παράγοντας αυτός θεωρείται εξαιρετικά σημαντικός για τη λειτουργική κερδοφορία της EURIMAC, καθώς πρόκειται για μία βιομηχανία με λιτή οργανωτική δομή, η οποία παράγει και διαθέτει αποκλειστικά ζυμαρικά και όχι προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ως εκ τούτου, η επίτευξη μεγάλων όγκων παραγωγής και πωλήσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της εταιρείας.

Ο όγκος των πωλήσεων το 2024 διαμορφώθηκε στους 76.200 τόνους, ενώ το 2025 ανήλθε στους 72.300 τόνους. Για το 2026 ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή