Μάριος Ιωάννου Ηλία στο Newsbomb: «Η Ολυμπιακή Φλόγα περνά από χέρι σε χέρι»
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης μιλά στο Newsbomb για την «Ωδή στα Νιάτα», το έργο που έγραψε για την Τελετή Αφής και Παράδοσης της Ολυμπιακής Φλόγας των Ολυμπιακών Αγώνων Νέων «Ντακάρ 2026».
Η νεότητα ως δύναμη δημιουργίας, η αρχαιοελληνική έννοια της ἥβης, η ευθύνη που συνοδεύει τη γνώση και τη δύναμη, αλλά και η Ολυμπιακή Φλόγα ως σύμβολο συνέχειας ανάμεσα στις γενιές, βρίσκονται στον πυρήνα της νέας μουσικής δημιουργίας του Μάριου Ιωάννου Ηλία.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος συνθέτης ανέλαβε τη μουσική των Τελετών Αφής και Παράδοσης της Ολυμπιακής Φλόγας, στο πλαίσιο της νέας συνεργασίας του με την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή. Η αρχή γίνεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες Νέων «Ντακάρ 2026» και την Τελετή Αφής και Παράδοσης της Φλόγας που πραγματοποιήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
Για την τελετή, ο Μάριος Ιωάννου Ηλία συνέθεσε την «Ωδή στα Νιάτα», ένα έργο αφιερωμένο στη νεότητα ως κατάσταση κίνησης, αναγέννησης και προοπτικής. Η μουσική του θα συνοδεύσει τη χορογραφία της Άρτεμις Ιγνατίου και τον χορό των Ιερειών, σε μια τελετουργική συνάντηση της αρχαίας ελληνικής παράδοσης με τη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση.
«Στη νεότητα υπάρχει κάτι πηγαία δημιουργικό: ο κόσμος δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, οι δυνατότητες παραμένουν ανοιχτές», λέει ο συνθέτης στο Newsbomb. «Ήθελα να δώσω μουσική μορφή σε αυτή τη στιγμή, όταν η ζωή αισθάνεται πως έχει ακόμη πολλά να ανακαλύψει και, κυρίως, πολλά να προσφέρει».
Η ἥβη ως αφετηρία
Για τον Μάριο Ιωάννου Ηλία, η αφετηρία της σύνθεσης βρίσκεται στην αρχαιοελληνική έννοια της ἥβης, της ανθούσας ηλικίας. Μια έννοια που δεν περιορίζεται στη σωματική ακμή, αλλά αφορά την πνευματική εγρήγορση, την ψυχική ενέργεια και τη δυνατότητα του ανθρώπου να διαμορφώσει το μέλλον του.
«Η ἥβη, ως εικόνα της ανθούσας ηλικίας, μου έδωσε την αφετηρία: το σώμα, ο νους και η ψυχή στην ορμή της ανάπτυξής τους», σημειώνει. «Από εκεί γεννιέται για μένα ένα σημερινό ερώτημα: πού κατευθύνουμε αυτή τη δύναμη; Η ζωτικότητα αποκτά βάθος όταν συναντά την παιδεία, το μέτρο και τη συναίσθηση του άλλου».
Η «Ωδή στα Νιάτα» επιχειρεί να αποδώσει αυτή τη μετάβαση: την ορμή που γίνεται δημιουργία, τη δύναμη που αποκτά κατεύθυνση και τη νεότητα που δεν ορίζεται απλώς από την ηλικία, αλλά από την ικανότητα να ξεκινά κανείς ξανά.
«Θέλησα να υπάρχει χώρος τόσο για την ορμή όσο και για την εσωτερικότητα, για τη βεβαιότητα της κίνησης και για τον δισταγμό πριν από το επόμενο βήμα», αναφέρει.
Η μελωδία που ενηλικιώνεται
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται μια μελωδική ιδέα που επιστρέφει σε διαφορετικές μορφές σε όλη τη διάρκεια της σύνθεσης. Η μελωδία διατηρεί την ταυτότητά της, αλλά σε κάθε επανεμφάνιση αποκαλύπτει μια νέα δυνατότητα.
«Στον πυρήνα του έργου υπάρχει μια μελωδική ιδέα που επιστρέφει διαρκώς μεταμορφωμένη. Διατηρεί κάτι αναγνωρίσιμο, ενώ κάθε εμφάνισή της αποκαλύπτει μια καινούργια δυνατότητα», εξηγεί ο συνθέτης.
Για τον ίδιο, αυτή η μουσική διαδρομή συνδέεται με την ανθρώπινη ωρίμανση. «Μεγαλώνοντας, μαθαίνουμε να αλλάζουμε χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας. Η μελωδία διανύει τη δική της πορεία ενηλικίωσης».
Η σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα και τη μεταβολή διατρέχει ολόκληρη την «Ωδή στα Νιάτα». Η μουσική λειτουργεί ως χώρος όπου το ερώτημα μπορεί να ακουστεί χωρίς να χρειάζεται μια οριστική απάντηση: πώς ωριμάζει ένας άνθρωπος, πώς δέχεται την εμπειρία και πώς παραμένει ανοιχτός σε όσα δεν γνωρίζει ακόμη.
Μέτρο, άμιλλα και ευθύνη
Η αρχαιότητα, όπως λέει ο Μάριος Ιωάννου Ηλία, δεν τον ενδιαφέρει ως ένα στατικό σύνολο αναφορών, αλλά ως πηγή ερωτημάτων που παραμένουν επίκαιρα.
«Με απασχολεί τι μπορούν να μας ζητήσουν σήμερα οι ιδέες που κληρονομήσαμε», σημειώνει. «Το μέτρο, για παράδειγμα, θέτει το ερώτημα της ευθύνης μέσα σε έναν κόσμο τεράστιων δυνατοτήτων. Η άμιλλα μάς καλεί να σκεφτούμε πώς η προσωπική υπέρβαση μπορεί να συνυπάρχει με τον σεβασμό».
Η έννοια του μέτρου αποκτά στη μουσική μια πρακτική διάσταση. Κάθε φράση, κορύφωση, παύση και νέα είσοδος ενός μουσικού στοιχείου είναι μια επιλογή ισορροπίας. «Η σύνθεση σε καλεί διαρκώς να αποφασίζεις τι υπηρετεί το σύνολο», αναφέρει.
Αντίστοιχα, η άμιλλα συνδέεται με τον αθλητισμό και με τη σχέση του αθλητή με τα όριά του. «Ο αθλητής γνωρίζει το σώμα του μέσα από την άσκηση, όπως ο μουσικός γνωρίζει το υλικό του μέσα από τη μελέτη. Και οι δύο μαθαίνουν ότι η επιθυμία χρειάζεται υπομονή για να αποκτήσει ακρίβεια».
Για τον συνθέτη, ο συναγωνιστής έχει ουσιαστική θέση σε αυτή τη διαδρομή. «Η παρουσία του σε καλεί να δώσεις πληρέστερη έκφραση στις δυνάμεις σου. Εκεί διακρίνω τη βαθύτερη σημασία της άμιλλας, τη δυνατότητα να επιδιώκεις τη διάκριση αναγνωρίζοντας συγχρόνως την αξία του άλλου».
«Ο χορός είναι το σώμα της τελετουργίας»
Ιδιαίτερη θέση στην τελετή έχει η συνάντηση της μουσικής με τη χορογραφία της Άρτεμις Ιγνατίου και τον χορό των Ιερειών.
«Με συγκινεί πάνω απ’ όλα ο χορός των Ιερειών», λέει ο Μάριος Ιωάννου Ηλία. «Στο μέτρο των κινήσεων, στην αρμονία των σωμάτων και στον κοινό τους ρυθμό αισθάνομαι να αποκτά μορφή η σχέση του ανθρώπου με το ιερό».
Στην κίνηση των Ιερειών, ο συνθέτης διακρίνει τη συνύπαρξη του ατομικού και του συλλογικού. Κάθε κίνηση ξεκινά από ένα σώμα, αλλά καταλήγει να γίνεται μέρος μιας κοινής έκφρασης. Η ίδια σχέση υπάρχει και στη μουσική, όπου η ξεχωριστή φωνή συνδέεται με το σύνολο.
«Αισθάνομαι τον χορό ως το σώμα της τελετουργίας και τη μουσική ως την ψυχή της. Μαζί δίνουν στην κίνηση εσωτερικό παλμό και στη συγκίνηση ορατή μορφή», τονίζει.
Η Τελετή στο Παναθηναϊκό Στάδιο, έναν χώρο με ισχυρή ιστορική φόρτιση, προκαλεί στον ίδιο «συγκίνηση αλλά και δέος». Η μουσική του, όπως λέει, οφείλει να στρέψει το βλέμμα στους νέους που αφορά αυτή η τελετή: στην προσπάθειά τους, στην αγωνία της δοκιμασίας και στη χαρά της κατάκτησης μέσα από επίμονη εργασία.
Η Φλόγα ως παρακαταθήκη
Κεντρικό σύμβολο της τελετής παραμένει η Ολυμπιακή Φλόγα. Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία εστιάζει στην απλή, αλλά βαθιά φορτισμένη πράξη της παράδοσής της.
«Με συγκινεί ότι η Φλόγα περνά από χέρι σε χέρι. Ο καθένας την κρατά για λίγο, τη φροντίζει και την παραδίδει», αναφέρει. «Βλέπω σε αυτή την πράξη τη σχέση ανάμεσα στις γενιές: παραλαμβάνουμε γνώσεις, αξίες και έργα, τα καλλιεργούμε και τα εμπιστευόμαστε στους επόμενους».
Η παράδοση, κατά τον ίδιο, δεν είναι επανάληψη. Προϋποθέτει την αποδοχή ότι οι επόμενες γενιές θα δώσουν νέα μορφή σε ό,τι παρέλαβαν. «Η παράδοσή τους προϋποθέτει και τη γενναιοδωρία να δεχτούμε ότι θα αποκτήσουν μορφές που εμείς δεν είχαμε φανταστεί», σημειώνει.
Ο μύθος του Προμηθέα και η μορφή της Εστίας λειτουργούν για τον συνθέτη ως δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου συμβολισμού. Ο Προμηθέας παραπέμπει στην ανθρώπινη επινοητικότητα και στη δύναμη που προσφέρει η φωτιά. Η Εστία αναδεικνύει τη φωτιά ως τόπο κοινότητας, φιλοξενίας και συνύπαρξης.
«Με τη φωτιά, ο άνθρωπος αποκτά τη δυνατότητα να μετασχηματίζει τον κόσμο. Χρειάζεται όμως να κρίνει προς ποια κατεύθυνση», τονίζει για τον Προμηθέα, συνδέοντας τον μύθο με τις δυνατότητες και τα διλήμματα της τεχνολογικής εποχής.
Για την Εστία, σημειώνει: «Εκφράζει τη φιλοξενία και τη θέση που προσφέρουμε στον άλλον. Στους Αγώνες, όπου άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής συναντιούνται και συναγωνίζονται, αυτό έχει ξεχωριστή σημασία».
Από την Ελλάδα στη Σενεγάλη
Το ταξίδι της Ολυμπιακής Φλόγας από την Ελλάδα στη Σενεγάλη δεν αντιμετωπίζεται από τον Μάριο Ιωάννου Ηλία ως μια απλή μεταφορά ενός συμβόλου. Το βλέπει ως συνάντηση πολιτισμών και ως πρόσκληση για νέα ερμηνεία.
«Η Φλόγα ταξιδεύει προς έναν τόπο με δικές του φωνές, πολιτισμούς και προσδοκίες. Με συγκινεί η σκέψη ότι οι νέοι που θα τη συναντήσουν θα δώσουν στον συμβολισμό της καινούργιο περιεχόμενο», λέει.
Η παράδοση παραμένει ζωντανή, προσθέτει, όταν επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της. Η «Ωδή στα Νιάτα» συνοδεύει αυτό το ταξίδι ως ένας μουσικός στοχασμός πάνω στην αναγέννηση, τη συνέχεια και τη δυνατότητα της νέας γενιάς να αναλάβει τη δική της θέση στον κόσμο.
«Θα ήθελα η “Ωδή στα Νιάτα” να μας κάνει να προσέξουμε περισσότερο τις δυνάμεις που διαμορφώνονται δίπλα μας. Να αναρωτηθούμε τι παραδίδουμε στους νέους και πόσο χώρο αφήνουμε στη δική τους κρίση», καταλήγει ο Μάριος Ιωάννου Ηλία.
Και αν το έργο αφήσει στον ακροατή μια μικρή εσωτερική κίνηση —μια επιθυμία να δημιουργήσει, να πλησιάσει έναν άλλον άνθρωπο ή να δοκιμάσει ξανά κάτι που είχε εγκαταλείψει— τότε, όπως λέει ο ίδιος, η «Ωδή στα Νιάτα» θα έχει βρει τον ουσιαστικό της προορισμό.