Πόσους εν αναμονή πρωθυπουργούς χωράει αυτός ο τόπος;

Από το κύμα της διαμαρτυρίας στην αυταπάτη της εξουσίας: όταν το 5% γίνεται στο μυαλό κάποιων 50%

Πόσους εν αναμονή πρωθυπουργούς χωράει αυτός ο τόπος;
Snapshot
  • Ο μικρομεγαλισμός στην πολιτική οδηγεί μικρά κόμματα να υπερεκτιμούν τη δύναμή τους και να θεωρούν ότι δικαιούνται να κυβερνήσουν μετά από μια μικρή εκλογική επιτυχία.
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί παράδειγμα κόμματος διαμαρτυρίας που μετατράπηκε σε εξουσία, αλλά στη συνέχεια έχασε τον προσανατολισμό του και υπέστη πολιτική αποσύνθεση.
  • Πολιτικά κόμματα όπως ο ΛΑΟΣ και η Ένωση Κεντρώων έδειξαν ότι η κοινοβουλευτική παρουσία απαιτεί πολύ περισσότερα από την απλή έκφραση κοινωνικής δυσαρέσκειας.
  • Η νέα δυναμική κόμματος που δημιουργείται από την κοινωνική οργή για τα Τέμπη και οι διακηρύξεις Βελόπουλου για μη συγκυβέρνηση δείχνουν ότι η πολιτική πραγματικότητα συχνά καταρρίπτει υπερβολικές προσδοκίες.
  • Η είσοδος στη Βουλή με μικρά ποσοστά δεν σημαίνει αυτοδυναμία ή διακυβέρνηση, και η πολιτική γραφικότητα λόγω αυταπατών έχει αρνητικές συνέπειες για το κοινοβουλευτικό σύστημα και τον πολίτη.
Snapshot powered by AI

Υπάρχει μια ασθένεια της πολιτικής που δεν καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις, αλλά φαίνεται καθαρά στην πολιτική συμπεριφορά: ο μικρομεγαλισμός. Είναι η στιγμή που ένα μικρό κόμμα, επειδή κατάφερε να καβαλήσει ένα κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας, αρχίζει να πιστεύει ότι το κύμα είναι δικό του. Και ακόμη χειρότερα, ότι επειδή μπήκε στη Βουλή με ένα αξιοπρεπές ποσοστό, απέκτησε αυτομάτως και το δικαίωμα να κυβερνήσει τη χώρα.

Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες ιστορίες. Κόμματα που εμφανίστηκαν ως η «νέα φωνή», ως η μεγάλη ανατροπή, ως η λύση απέναντι στο «παλιό πολιτικό σύστημα» και τελικά κατέληξαν να αποτελούν υποσημείωση στην πολιτική ιστορία. Το μοτίβο είναι σχεδόν πάντα ίδιο: κοινωνική οργή, δημοσκοπική άνοδος, εκλογικός ενθουσιασμός, μεγάλες δηλώσεις, υπερβολικές προσδοκίες και, στο τέλος, πολιτική προσγείωση.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν κόμματα διαμαρτυρίας. Σε μια δημοκρατία είναι απολύτως θεμιτό να εκφράζεται η κοινωνική αγανάκτηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε αυταπάτη εξουσίας.

Γιατί άλλο είναι να εκπροσωπείς ένα ρεύμα και άλλο να πιστεύεις ότι είσαι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.

Τα τελευταία χρόνια είδαμε αρκετές τέτοιες περιπτώσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικής παρακμής: από κόμμα διαμαρτυρίας και έκφρασης της αντιμνημονιακής οργής βρέθηκε στην εξουσία, για να ακολουθήσει στη συνέχεια μια εντυπωσιακή πορεία αποσύνθεσης. Η σημερινή του εικόνα δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να μετατραπεί η πολιτική δυναμική σε πολιτικό decadence όταν ένα κόμμα χάνει τον προσανατολισμό του και εγκλωβίζεται στις εσωτερικές του αυταπάτες.

Και δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν ήταν ο πρώτος που πίστεψε ότι ένα κύμα δυσαρέσκειας μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε μόνιμη πολιτική ηγεμονία. Ούτε ο Στέφανος Κασσελάκης ήταν ο τελευταίος που αντιμετώπισε την πολιτική ως μια υπόθεση προσωπικής δυναμικής, θεωρώντας ότι η δημοφιλία μπορεί να αποτελέσει σύντομο δρόμο προς το Μέγαρο Μαξίμου.

Το ίδιο έργο έχει παιχτεί και παλαιότερα. Ο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη κάποτε έμοιαζε να αποκτά ρόλο πολύ μεγαλύτερο από τις πραγματικές του κοινοβουλευτικές διαστάσεις. Ο Βασίλης Λεβέντης και η Ένωση Κεντρώων έφτασαν στη Βουλή ως έκφραση μιας διαφορετικής πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά η κοινοβουλευτική παρουσία αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από την τηλεοπτική ή αντισυστημική καταγγελία.

Και σήμερα βλέπουμε ξανά το ίδιο φαινόμενο να αναδύεται.

Η υπόθεση της Καρυστιανού και του κόμματος που επιχειρεί να δημιουργήσει πάνω στο κύμα της κοινωνικής οργής για τα Τέμπη θα αποτελέσει ένα ακόμη τεστ για το κατά πόσο ένα κίνημα διαμαρτυρίας μπορεί να μετατραπεί σε συνεκτική πολιτική πρόταση. Το ενδιαφέρον, όμως, θα είναι να δούμε αν η δυναμική της στιγμής θα μεταφραστεί σε πραγματική πολιτική δύναμη ή αν θα επαναληφθεί ο γνωστός κύκλος: ενθουσιασμός, δημοσκοπική άνοδος, μεγάλες υποσχέσεις και τελικά ξεφούσκωμα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Κυριάκο Βελόπουλο. Οι διακηρύξεις ότι δεν πρόκειται να συγκυβερνήσει «με κανέναν» ακούγονται εντυπωσιακές, αλλά η πολιτική έχει μια απλή ιδιότητα: δεν καθορίζεται μόνο από αυτό που θέλει ένας αρχηγός, αλλά και από το τι μπορούν και τι θέλουν οι υπόλοιποι παίκτες. Όταν ένα κόμμα δεν αποτελεί επιλογή κανενός πιθανού κυβερνητικού εταίρου, η διακήρυξη περί «μη συγκυβέρνησης» κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με πολιτικό σύνθημα παρά με πραγματικό στρατηγικό δίλημμα.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το 5% δεν είναι 50%. Η είσοδος στη Βουλή δεν σημαίνει κατάκτηση της χώρας. Και η δυνατότητα να επηρεάζεις μια κυβέρνηση δεν σημαίνει ότι μπορείς να κυβερνήσεις.

Ο μικρομεγαλισμός, όμως, θολώνει αυτή τη διάκριση. Κάνει τους αρχηγούς να πιστεύουν ότι το κόμμα τους είναι μεγαλύτερο από την πραγματική του κοινωνική απήχηση. Τους οδηγεί σε όλο και πιο μεγαλεπήβολες δηλώσεις, σε όλο και πιο ακραίες απαιτήσεις και, τελικά, σε μια πολιτική γραφικότητα που κάποτε μπορεί να προκαλεί γέλιο, αλλά στο μεταξύ έχει πραγματικές συνέπειες.

Και το πιο παράδοξο είναι ότι αυτή την πολιτική γραφικότητα την πληρώνει ο πολίτης. Την πληρώνει με την υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού διαλόγου, με τη μετατροπή της Βουλής σε σκηνή προσωπικών παραστάσεων και, φυσικά, με το κόστος μιας κοινοβουλευτικής παρουσίας που μπορεί να αποδειχθεί πολύ μικρότερη από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν.

Οι επόμενες εκλογές πιθανότατα θα μας προσφέρουν αρκετές ακόμη τέτοιες περιπτώσεις. Κόμματα που θα εμφανιστούν ως «η μεγάλη αλλαγή», αρχηγοί που θα μιλούν σαν εν αναμονή πρωθυπουργοί και ποσοστά που θα μεταφράζονται αυθαίρετα σε ρυθμιστικό ρόλο.

Η πολιτική, όμως, έχει έναν σκληρό τρόπο να επαναφέρει τους πάντες στην πραγματικότητα.

Γιατί μπορείς να καβαλήσεις ένα κύμα. Δεν μπορείς, όμως, να διατάξεις τη θάλασσα να συνεχίσει να φουσκώνει για χάρη σου.

Και συνήθως, όταν το κύμα υποχωρεί, μένει στην παραλία ό,τι πραγματικά άξιζε να μείνει.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή