Γιατί κάποιες σχέσεις αντέχουν και άλλες καταρρέουν - Το βασικό στοιχείο ενός επιτυχημένου δεσμού
Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού και οι τέσσερις τύποι συμπεριφοράς
Snapshot
- Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού περιγράφει τέσσερις τύπους δεσμών που επηρεάζουν τον τρόπο που σχετιζόμαστε με άλλους ανθρώπους.
- Το βασικό στοιχείο μιας επιτυχημένης σχέσης είναι η αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης μεταξύ των συντρόφων.
- Οι τύποι συναισθηματικού δεσμού δεν είναι στατικοί και εξελίσσονται ανάλογα με τις εμπειρίες και τις σχέσεις στη ζωή μας.
- Οι σχέσεις της παιδικής ηλικίας με γονείς και φίλους επηρεάζουν διαφορετικά τις ενήλικες σχέσεις μας.
Η αναζήτηση μιας φόρμουλας που να εξηγεί γιατί ορισμένες σχέσεις ανθίζουν ενώ άλλες διαλύονται, έχει αποτελέσει το αντικείμενο πολλών ερευνών, με την επικρατέστερη σήμερα να είναι είναι η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού (attachment theory).
Ακόμα και στο TikTok, οι χρήστες χρησιμοποιούν όρους όπως «αγχώδης», «αποφευκτικός» και «ασφαλής» (σ.σ. χαρακτηριστικούς της προαναφερθείσας θεωρίας), για να εξηγήσουν γιατί στις προσωπικές τους σχέσεις, ερωτεύονται, συγκρούονται ή απομακρύνονται. Ωστόσο, ο Amir Levine, ο ψυχίατρος που συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της θεωρίας του συναισθηματικού δεσμού πριν από 15 χρόνια, υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης γύρω από τους τύπους δεσμών, δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα.
Οι τύποι του συναισθηματικού δεσμού, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με ερωτικούς συντρόφους, μέλη της οικογένειας, φίλους και άλλους ανθρώπους, δεν είναι ούτε τύποι προσωπικότητας ούτε προκαθορισμένα μοτίβα. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Levine, πρόκειται για πρότυπα συμπεριφοράς, που διαφέρουν από σχέση σε σχέση και εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου.
Αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς «αλλάζουν και μεταμορφώνονται ανάλογα με τις εμπειρίες της ζωής μας και τους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας», λέει ο Levine στην Washington Post. Ο Levine, σήμερα αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Columbia, οδηγήθηκε στη μελέτη του θέματος, μέσα από τη δική του προσωπική εμπειρία. Οδεύοντας προς τη δεκαετία των 40 ετών και ενώ ολοκλήρωνε την ειδικότητά του στην Ψυχιατρική σε μια μονάδα, όπου μητέρες που είχαν βιώσει τραυματικές εμπειρίες, μάθαιναν να δημιουργούν πιο ασφαλείς δεσμούς με τα παιδιά τους, η δική του ερωτική σχέση έληξε απροσδόκητα. Ένα βράδυ, καθώς μελετούσε τη βιβλιογραφία, έπεσε πάνω στις έρευνες για τους τύπους συναισθηματικού δεσμού των ενηλίκων, που περιγράφουν τέσσερα βασικά πρότυπα, με τα οποία οι άνθρωποι προσεγγίζουν τις σχέσεις:
- Ασφαλής συναισθηματικός δεσμός (Secure): Τα άτομα εμπιστεύονται τους άλλους και νιώθουν άνετα τόσο με την οικειότητα όσο και με την αυτονομία.
- Αμφιθυμικός - Αγχώδης συναισθηματικός δεσμός (Anxious): Επιθυμούν έντονα την εγγύτητα, αλλά φοβούνται την απόρριψη ή την εγκατάλειψη.
- Αποφευκτικός συναισθηματικός δεσμός (Avoidant): Δίνουν προτεραιότητα στην ανεξαρτησία και διατηρούν συναισθηματική απόσταση, ακόμη και από ανθρώπους που αγαπούν.
- Αποδιοργανωμένος συναισθηματικός δεσμός (Disorganized): Ταλαντεύονται ανάμεσα στην ανάγκη για σύνδεση και στην απομάκρυνση, καθώς βλέπουν τις σχέσεις, άλλοτε ως πηγή ασφάλειας και άλλοτε ως πηγή κινδύνου.
Έρευνες έχουν δείξει ότι το βασικό στοιχείο μιας επιτυχημένης σχέσης είναι η αίσθηση ασφάλειας. Η εμπιστοσύνη, η συναισθηματική ασφάλεια και η βεβαιότητα ότι μπορείς να βασιστείς στον άλλον αποτελούν τα θεμέλια για ειλικρινή επικοινωνία, βαθύτερη οικειότητα και μακροχρόνια δέσμευση. Ο Levine λέει ότι η κατανόηση των τύπων συναισθηματικών δεσμών τον βοήθησε να αποκτήσει μια διαφορετική οπτική: «Οι άνθρωποι αγαπούν με διαφορετικούς τρόπους και έχουν διαφορετικές ανάγκες ως προς την εγγύτητα. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό».
Καθώς όμως η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού πέρασε από τα ψυχολογικά ιατρεία στα podcasts και τις εφαρμογές γνωριμιών, ο Levine παρακολούθησε τις βασικές έννοιες της θεωρίας του, να απλοποιούνται υπερβολικά -και σε ορισμένες περιπτώσεις να διαστρεβλώνονται.
Ο ρόλος των γονέων
Η πιο διαδεδομένη αντίληψη για τη θεωρία του συναισθηματικού δεσμού είναι ότι οι σχέσεις με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές, στα πρώτα χρόνια της ζωής, καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε εγγύτητα, ασφάλεια και σύνδεση ως ενήλικες.
Ωστόσο, μια νέα μελέτη της Keely Dugan, επίκουρης καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Missouri, έδειξε ότι τόσο οι σχέσεις με τους γονείς όσο και οι φιλίες της παιδικής ηλικίας αφήνουν διαρκές αποτύπωμα, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Journal of Personality and Social Psychology, παρακολούθησε 705 άτομα και τις οικογένειές τους από τη δεκαετία του 1990. Σύμφωνα με την Dugan, οι πρώιμες σχέσεις με τη μητέρα επηρεάζουν τη γενική στάση απέναντι στις στενές σχέσεις στην ενήλικη ζωή, ενώ οι φιλίες της παιδικής ηλικίας σχετίζονται ιδιαίτερα με τον τρόπο που οι άνθρωποι προσεγγίζουν αργότερα τις φιλίες και τις ερωτικές σχέσεις.
Παράλληλα, οι τύποι δεσμού δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά στην παιδική ηλικία. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι σχέσεις της ενήλικης ζωής συνεχίζουν να παίζουν ρόλο. Σύμφωνα με τον καθηγητή Ψυχολογίας R. Chris Fraley, «πολλοί άνθρωποι, παρά το ότι είχαν υποστηρικτικούς φροντιστές, αισθάνονται ανασφάλεια στις ενήλικες σχέσεις τους. Και αντίστροφα, πολλοί που δεν είχαν ιδανικές παιδικές εμπειρίες καταφέρνουν να δημιουργήσουν ασφαλείς σχέσεις ως ενήλικες».
Οι ασφαλείς σχέσεις μπορούν να αλλάξουν τον εγκέφαλό μας
«Στην ψυχοθεραπεία, οι άνθρωποι μιλούν συνήθως για τα δύσκολα παιδικά βιώματα ή τα μεγάλα τραυματικά γεγονότα. Δεν λέω ότι αυτά δεν είναι σημαντικά», εξηγεί ο Levine. «Όμως σπάνια σκέφτονται τις μικρές καθημερινές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες έχουν τεράστια σημασία για τον εγκέφαλο». Ο ίδιος περιγράφει τον εγκέφαλο ως ένα «σύστημα κοινωνικής επανεκτίμησης», το οποίο παρακολουθεί διαρκώς το περιβάλλον, αναζητώντας ενδείξεις αποδοχής ή απόρριψης και αναπροσαρμόζει ανάλογα την αίσθηση ασφάλειας. Ακόμη και μικρές στιγμές απόρριψης, δεν είναι ασήμαντες για τον εγκέφαλο. Κάθε τέτοια εμπειρία προστίθεται στα δεδομένα, με τα οποία ο εγκέφαλος αξιολογεί αν ανήκουμε, αν προστατευόμαστε και αν είμαστε συνδεδεμένοι με τους άλλους.
Οι νευροεπιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι ο εγκέφαλος διατηρεί την πλαστικότητά του σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ασφάλειας μπορούν να αναδιαμορφώσουν τα νευρωνικά κυκλώματα που σχετίζονται με τον φόβο, την εμπιστοσύνη και τη συναισθηματική ρύθμιση. Με τον καιρό, αυτό που κάποτε προκαλούσε απειλή, μπορεί να αρχίσει να μοιάζει οικείο και ασφαλές. «Αν δημιουργήσουμε πιο ασφαλείς σχέσεις, μπορεί να αλλάξει ακόμη και η δομή του εγκεφάλου μας», καταλήγει ο Levine.
(Πηγή: The Washington Post)