Τρεις νέες αντικαρκινικές θεραπείες ένα βήμα πριν από την ευρωπαϊκή έγκριση
Nέες θεραπευτικές επιλογές για τον καρκίνο του πνεύμονα και των ωοθηκών
Snapshot
- Η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) εισηγήθηκε την άδεια κυκλοφορίας για τρεις νέες αντικαρκινικές θεραπείες για καρκίνο πνεύμονα και ωοθηκών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Η πρώτη βελτιώνει σημαντικά την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με ALK-θετικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.
- Η δεύτερη αυξάνει την επιβίωση χωρίς εξέλιξη και τη συνολική επιβίωση σε ασθενείς με πλατινοανθεκτικό καρκίνο των ωοθηκών, χωρίς ανάγκη βιοδεικτών.
- Η τρίτη ως θεραπεία συντήρησης μειώνει τον κίνδυνο εξέλιξης ή θανάτου σε προχωρημένο καρκίνο ωοθηκών, ανεξαρτήτως κατάστασης BRCA1/2 και ομόλογου ανασυνδυασμού.
Τρεις νέες αντικαρκινικές θεραπείες βρίσκονται ένα βήμα πιο κοντά στην ευρωπαϊκή έγκριση, διευρύνοντας τις θεραπευτικές δυνατότητες για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα και καρκίνο των ωοθηκών. Tον Σεπτέμβριο του 2026, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA) εισηγήθηκε τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για τρία νέα ογκολογικά φάρμακα. Εφόσον ακολουθήσει η τελική έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι θεραπείες θα καταστούν διαθέσιμες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τους ιατρούς της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Θάνο Δημόπουλο (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ), η πρώτη θεραπεία (ensartinib) αφορά έναν από του στόματος αναστολέα της τυροσινικής κινάσης ALK (ALK-TKI), που αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της ALK και τα επακόλουθα μονοπάτια κυτταρικής σηματοδότησης, περιορίζοντας τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων που εξαρτώνται από την ενεργοποίηση της τυροσινικής κινάσης. Η θετική γνωμοδότηση αφορά ασθενείς με προχωρημένο ALK-θετικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (NSCLC), τόσο εκείνους που δεν έχουν λάβει προηγουμένως αναστολέα ALK όσο και ασθενείς που έχουν προηγουμένως αντιμετωπιστεί με crizotinib. Τα δεδομένα πρώτης γραμμής προέρχονται από τη μελέτη φάσης III eXalt3, στην οποία συμμετείχαν 290 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ALK-θετικό NSCLC. Η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 25,8 μήνες με το ensartinib έναντι 12,7 μηνών με το crizotinib, που αντιστοιχεί σε περίπου 49% μείωση του κινδύνου εξέλιξης ή θανάτου.
Η δεύτερη θεραπευτική προσέγγιση εισάγει το relacorilant στον πλατινοανθεκτικό καρκίνο των ωοθηκών. Πρόκειται για έναν εκλεκτικό και αναστρέψιμο ανταγωνιστή του υποδοχέα των γλυκοκορτικοειδών (GR). Μέσω της αναστολής της σηματοδότησης του συγκεκριμένου υποδοχέα, το relacorilant μπορεί να ενισχύσει την ευαισθησία των καρκινικών κυττάρων στη χημειοθεραπεία. Η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) εισηγήθηκε τη χορήγηση του relacorilant σε συνδυασμό με nab-paclitaxel σε ενήλικες με πλατινοανθεκτικό, υψηλού βαθμού επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών, των σαλπίγγων ή πρωτοπαθή καρκίνο του περιτοναίου. Η θεραπεία αφορά ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως από μία έως τρεις συστηματικές θεραπείες. Η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού αξιολογήθηκε στη μελέτη φάσης III ROSELLA, στην οποία συμμετείχαν 381 ασθενείς. Όλες οι συμμετέχουσες είχαν λάβει προηγουμένως bevacizumab, ενώ περίπου έξι στις δέκα είχαν λάβει και αναστολέα PARP. Ο συνδυασμός relacorilant και nab-paclitaxel βελτίωσε σημαντικά την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), η οποία ήταν κατά διάμεσο όρο 6,54 μήνες, έναντι 5,52 μηνών με τη θεραπεία σύγκρισης. Επιπλέον, η τελική ανάλυση έδειξε σημαντική βελτίωση της συνολικής επιβίωσης (OS), με διάμεση τιμή 16,0 μηνών. Σημαντικό είναι επίσης ότι η επιλογή των ασθενών για τη συγκεκριμένη θεραπεία δεν απαιτεί την παρουσία συγκεκριμένου βιοδείκτη.
Η τρίτη θεραπευτική εξέλιξη αφορά το senaparib, έναν αναστολέα της PARP, μιας πρωτεΐνης που συμμετέχει στους μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA. Αναστέλλοντας αυτή τη διαδικασία, το φάρμακο οδηγεί σε συσσώρευση βλαβών στο DNA των καρκινικών κυττάρων και τελικά στον κυτταρικό τους θάνατο. Προορίζεται ως θεραπεία συντήρησης μετά την πρώτη γραμμή σε ασθενείς με προχωρημένο υψηλού βαθμού επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών, των σαλπίγγων ή πρωτοπαθή καρκίνο του περιτοναίου, οι οποίες έχουν επιτύχει πλήρη ή μερική ανταπόκριση μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα. Στη μελέτη φάσης III FLAMES, με 404 ασθενείς, η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου δεν είχε ακόμη επιτευχθεί με το senaparib, έναντι 13,6 μηνών με placebo, αντιστοιχώντας σε 57% μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου ή θανάτου. Το όφελος παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την κατάσταση των BRCA1/2 και του ομόλογου ανασυνδυασμού.
Οι τρεις θετικές γνωμοδοτήσεις της CHMP αναδεικνύουν τη συνεχή διεύρυνση των θεραπευτικών επιλογών στην ογκολογία. Aπό τη στοχευμένη αναστολή μιας συγκεκριμένης μοριακής αλλοίωσης στον καρκίνο του πνεύμονα, έως την αξιοποίηση νέων μηχανισμών αντιμετώπισης της θεραπευτικής αντοχής και της επιδιόρθωσης του DNA στον καρκίνο των ωοθηκών. Πρόκειται για διαφορετικές θεραπευτικές στρατηγικές με έναν κοινό στόχο που είναι η παράταση του ελέγχου της νόσου και η δημιουργία περισσότερων αποτελεσματικών επιλογών για τους ασθενείς σε διαφορετικά στάδια της θεραπευτικής τους πορείας.