Λιποδιάλυση, Ενέργεια, Αποτοξίνωση και Ευεξία: Ποιες ουσίες αποτελούν το απόλυτο κοκτέιλ
Η καρδιά μας και ολόκληρος ο οργανισμός μας, έχει ανάγκη την Μεθυλίωση.
Της Θεοδώρας Γ. Καλογεράκου
Φανταστείτε οτι η μεθυλίωση είναι η κινητήριος δύναμη για όλες σχεδόν τις λειτουργίες του οργανισμού μας όπως του νευρικού συστήματος, του καρδιαγγειακού συστήματος, της ψυχικής μας διάθεσης, της ρύθμισης της χοληστερόλης, της λειτουργίας της μνήμης, της αποτοξίνωσης, της αναπαραγωγής όλων των κυττάρων μας. Η Μεθυλίωση είναι μια σπουδαία χημική διαδικασία του οργανισμού μας που δεν σταματά καθόλου και μέσες άκρες ρυθμίζει σχεδόν όλες τις λειτουργίες μας. προσπαθώντας να επιφέρει την πολυπόθητη ισορροπία. Παράδειγμα αν η σεροτονίνη που παράγεται με σκοπό την ευδιαθεσία μας δεν Μεθυλιωθεί θα απενεργοποιηθεί, δηλαδή δεν θα μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί με αποτέλεσμα την έλλειψή της και πολύ πιθανή την εμφάνιση της κατάθλιψης. Το ίδιο συμβαίνει και όταν σημαίνει συναγερμός οπότε ξεκινά η ραγδαία Μεθυλίωση για να παραχθεί η αδρεναλίνη σε ποσότητες που θα μας στηρίξει στην δύσκολη στιγμή. Η Ομοκυστεΐνη είναι ο δείκτης της καλής ή κακής λειτουργίας της Μεθυλίωσης. Η Ομοκυστεΐνη στο αίμα μας εφόσον είναι σε χαμηλά επίπεδα δείχνει ότι η Μεθυλίωση στον οργανισμό μας λειτουργεί καλά και ο οργανισμός μας ανταποκρίνεται πολύ καλά σε ό,τι προκύψει, ιδιαίτερα με τους σημερινούς φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας.
Η Ομοκυστεΐνη είναι ένα αμινοξύ που βρίσκεται στο αίμα μας όταν η ισορροπία του οργανισμού μας έχει διαταραχθεί, δεν το παίρνουμε από την διατροφή μας, παράγεται ‘από κακή λειτουργία’ ας πούμε. Και ποια είναι η κακή λειτουργία; Η ανεπαρκής Μεθυλίωση που συμβαίνει στον οργανισμό μας, αν η Μεθυλίωση λειτουργεί σωστά θα διατηρείται η Ομοκυστεΐνη εκεί που της πρέπει, δηλαδή πολύ χαμηλά. Όλο και περισσότερες έρευνες τα τελευταία χρόνια δείχνουν την Ομοκυστεΐνη να είναι ένας από τους καλύτερους δείκτες πιθανών προβλημάτων της καρδιάς μας κι όχι μόνον. Τα αυξημένα επίπεδά της στο πλάσμα του αίματός μας μπορεί να μας δώσει έγκυρα προγνωστικά για τυχόν ανάπτυξη της καρδιαγγειακής νόσου ακόμη και εγκεφαλικού, φαίνεται να συνδέονται με το Alzheimer’s, διαταραχές διάθεσης, την πτωχή μνήμη και συγκέντρωση, κακή διάθεση, έλλειψη ενέργειας, προβλήματα καρδιαγγειακά, νευρολογικές διαταραχές, διαταραχές του ανοσοποιητικού μας συστήματος, εκφυλισμούς όπως ο καρκίνος, αυτοάνοσα νοσήματα πρόωρη γήρανση και επίσης ημικρανίες, διαβήτη και οστεοπόρωση. Όλα αυτά τα προβλήματα έχουν ένα κοινό: την οξείδωση και καταστροφική εξέλιξη των κυττάρων μας. Επίσης σχετικές έρευνες σε γυναίκες έδειξαν ότι η υψηλή Ομοκυστεΐνη δημιουργούσε μεγαλύτερη δυσκολία στο να συλλάβουν και μεγαλύτερο ρίσκο συχνών και πρόωρων αποβολών.
Η Ομοκυστεΐνη είναι από τους πιο αξιόπιστους δείκτες του επιπέδου των βιταμινών Β6, Β12 και του φολικού οξέος στον οργανισμό μας. Όταν αυτή είναι υψηλή τα σπουδαία αυτά θρεπτικά στοιχεία είναι σε χαμηλά επίπεδα ή αλλιώς έχουμε έλλειψη. Αυτό συμβαίνει γιατί στην μεταβολική διαδικασία της Μεθυλίωσης της Ομοκυστεΐνης για την απομάκρυνσής της από τον οργανισμό μας αυτά τα θρεπτικά στοιχεία συμμετέχουν απαραιτήτως. Έρευνες έδειξαν ότι ο ρυθμός της Μεθυλίωσης πέφτει με την ηλικία, με την έλλειψη των Β6, Β12, φολικό οξύ όπως ήδη αναφέρθηκε καθώς και όταν τα επίπεδα των Β2, ψευδαργύρου και ΤΜG (Τριμεθυλογλυκίνη) είναι χαμηλά. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται όλο και συχνότερα η έλλειψη της Β12 και αυτό φαίνεται να συνδέεται είτε με την κληρονομικότητα είτε με προβλήματα στο γαστρεντερικό μας σύστημα που πολλές φορές μπορεί να οφείλονται στην χρήση αντιβιοτικών, σε προβλήματα πέψης ακόμη ή ακόμη και σε χρόνιες παθήσεις του εντέρου.
Άγχος, κάπνισμα, υψηλή κατανάλωση καφέ και αλκοόλ, έλλειψη άσκησης, φτωχή διατροφή, κάποια φάρμακα επίσης, όπως κορτικοστεροειδή, αυτά για τον διαβήτη, την ρευματοειδή αρθρίτιδα και της δυσλειτουργίας του θυρεοειδή. Είναι και η κληρονομικότητά μας επίσης, τα γονίδιά μας δηλαδή, αλλά και αυτήν ακόμη μπορούμε να ελέγξουμε με την διατροφή μας. Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι η διάρκεια της ζωής καθορίζεται μόνο κατά 25% από τα γονίδια. Το άλλο 75% καθορίζεται από τον τρόπο ζωής μας και τις καθημερινές επιλογές που κάνουμε. Επομένως αν βελτιστοποιήσουμε τον τρόπο ζωής μας, μπορούμε και να μεγιστοποιήσουμε τη διάρκεια της μέσα στα βιολογικά μας όρια.
Η ισορροπημένη διατροφή, η επιλογή τροφίμων με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και η επαρκής καθημερινή κατανάλωση «καλών» λιπαρών, βοηθούν στο να μειωθούν τα επίπεδα Ομοκυστεϊνης. Τροφές που περιέχουν τα θρεπτικά στοιχεία όπως οι βιταμίνες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω παράδειγμα τα τρόφιμα ολικής άλεσης, φασόλια, φακές, ρεβίθια, σπανάκι, φυσικοί ξηροί καρποί και σπόροι, γενικότερα λαχανικά και φρούτα καθώς και τροφές πλούσιες σε Β12 όπως αυγά, κρεατικά, γάλα. Ένα καλό συμπλήρωμα διατροφής που περιέχει τα θρεπτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν μπορεί να συμπληρώσει την διατροφή μας πολύ καλά κι όχι να την υποκαταστήσει. Μεγάλη προσοχή για ενδεχόμενη έλλειψη Β12 άρα και υψηλή Ομοκυστεΐνη χρειάζεται εφόσον ακολουθείται πολύ αυστηρή χορτοφαγική διατροφή.
Για να ξαναβρεί την ισορροπία του ο οργανισμός, λοιπόν, χρειάζεται ένα κοκτέιλ από:
Βιταμίνη Β1 (vitamin B1) ή αλλιώς θειαμίνη (thiamine) είναι μια από τις οκτώ βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β είναι συνένζυμα, δηλαδή τις χρειάζονται τα ένζυμα για να επιτελέσουν τις διάφορες βιοχημικές λειτουργίες του μέσα στο σώμα. (Τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που επισπεύδουν τις βιοχημικές αντιδράσεις.) Η βιταμίνη Β1 είναι απαραίτητη για την παραγωγή ενέργειας και τη μεταβίβαση σημάτων προς τα νεύρα. Βοηθά επίσης στην προστασία από τις βλάβες που προκαλούνται από το αλκοόλ. Βρίσκεται σε αφθονία στους σπόρους των δημητριακών, στους ξηρούς καρπούς και στη μαγιά της μπύρας. Καλές πηγές της βιταμίνης Β1 είναι τα δημητριακά ολικής άλεσης (σιτάρι, βρώμη κλπ), το μαύρο ρύζι, η μαγιά μπύρας, οι ηλιόσποροι, οι ξηροί καρποί, το αλεύρι σόγιας, τα λαχανικά, τα πορτοκάλια, το χοιρινό κρέας, το συκώτι, το τόνος, οι πατάτες, τα όσπρια, το ρύζι, το σπανάκι, το σουσάμι. το ταχίνι, το γάλα και τα αυγά. Από τα βότανα περιέχεται στην σπιρουλίνα, τον μαϊντανό, το αλφάλφα, τη μέντα και το χαμομήλι . Τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα φρούτα και τα λαχανικά δεν έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε θειαμίνη, αλλά όταν καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες τότε μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή πρόσληψης βιταμίνης Β1. Όλες οι βιταμίνες Β βοηθούν τον οργανισμό να μετατρέψει τους υδατάνθρακες σε ενέργεια. Η βασική λειτουργία της βιταμίνης Β1 είναι η συμμετοχή της στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, βοηθά όμως και στο μεταβολισμό των λιπών και των πρωτεϊνών. Η βιταμίνη Β1 χρειάζεται για τα μαλλιά, το δέρμα, τα μάτια και το συκώτι. Επίσης για την σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος, του εγκεφάλου και της καρδιάς. Για παράδειγμα είναι απαραίτητη για την σύνθεση της ακετυλοχολίνης της οποίας η έλλειψη συνδέεται με νευρολογικές διαταραχές. Η ανεπάρκεια της Β1 προκαλεί απώλεια όρεξης, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα αυξημένη χοληστερόλη (χοληστερίνη) στο αίμα, μυϊκή ατονία και απώλεια μνήμης. Εμπλέκεται στον σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων, στην όρεξη και τη σωστή λειτουργία των μυών. Αυξάνει την πνευματική μας δραστηριότητα και είναι απαραίτητη για να έχουμε μια φυσιολογική διανοητική κατάσταση. Η βιταμινη Β1 κάνει το σώμα πιο ενεργό, καταπολεμά την νωθρότητα, αυξάνει τις αθλητικές επιδόσεις, και βοηθάει τον μηχανισμό καταπολέμησης του στρες (θεωρείται αντι-στρες βιταμίνη).
Η βιταμίνη Β2 ή αλλιώς ριβοφλαβίνη είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη η οποία βρίσκεται στο συκώτι, τη μαγιά μπύρας, το βασιλικό πολτό, τα γαλακτοκομικά και τα δημητριακά. Συμμετέχει στον μεταβολισμό των πρωτεϊνών και των υδατανθράκων, ενώ είναι απαραίτητη για το μυικό κια το νευρικό σύστημα. Η βιταμίνη Β2 συμβάλει επίσης στη διατήρηση της υγείας των ματιών, του δέρματος των μαλλιών και των νυχιών. Η έλλειψή της προκαλεί αδυναμία και δερματικές παθήσεις.
Η βιταμίνη Β5, αναφέρεται και ως παντοθενικό οξύ είναι µία υδατοδιαλυτή βιταµίνη του συµπλέγµατος Β. Καλές πηγές παντοθενικού οξέος αποτελούν το κρέας, η μαγιά μπύρας, ο σολομός, τα αυγά, τα προϊόντα ολικής άλεσης, τα όσπρια, τα λαχανικά (μπρόκολο, λάχανο) και τα φρούτα (αβοκάντο). Η βιταμίνη Β5 συμβάλλει στη φυσιολογική λειτουργία της νοητικής επίδοσης, λόγω της συμμετοχής του στη σύνθεση ορισμένων νευροδιαβιβαστών. Οι ιδιότητες της βιταμίνης Β5 είναι γνωστές στη μείωση του στρες και άλλων σχετικών διαταραχών, όπως η ανησυχία και η κατάθλιψη, καθώς το παντοθενικό οξύ συμβάλλει στη φυσιολογική ρύθμιση των στεροειδών ορμονών (κορτικοστεροειδή). Ορισμένες μελέτες αναφέρουν ότι η διατροφική πρόσληψη παντοθενικού οξέος μπορεί να είναι ευεργετική σε άτομα που πάσχουν από ρευματοειδή αρθρίτιδα, καθώς έχουν βρεθεί χαμηλά επίπεδα παντοθενικού οξέος στο αίμα τους. Ωστόσο απαιτούνται επιπλέον μελέτες για να τεκμηριώσουν αυτό το όφελος. Σε μια προκαταρκτική μελέτη, η λήψη συμπληρωμάτων με παντοθενικό οξύ σε συνδυασμό με τοπική εφαρμογή κρέμας με πανθενόλη, βελτίωσε τα συμπτώματα της ακμής. Έχουν αναφερθεί επίσης ευεργετικά αποτελέσματα του παντοθενικού οξέος στην επούλωση πληγών, στην καταπολέμηση των μολύνσεων λόγω δημιουργίας αντισωμάτων και σε ορισμένες αλλεργίες.
Η βιταμίνη Β6 ή πυριδοξίνη παίρνει μέρος σε όλες σχεδόν τις βιοχημικές διαδικασίες όλων των κυττάρων του οργανισμού μας. Η βιταμίνη Β6 μετατρέπεται ταχέως στο σώμα στα συνένζυμα pyridoxal phosphate και pyridoxamine phosphate. Αυτά τα συνένζυμα παίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών και συμμετέχουν στην παραγωγή ενέργειας, στο μεταβολισμό των λιπών, στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και στην παραγωγή της αιμογλοβίνης.
Η Β6 εμπλέκεται στη μετατροπή των απαραίτητων λιπαρών οξέων σε προσταγλανδίνες, οι οποίες βοηθούν στη ρύθμιση της ορμονικής ισορροπίας. Επίσης, συμβάλλει στη σταθεροποίηση των επιπέδων των υγρών στο σώμα μέσω της εμπλοκής της στην ισορροπία καλίου/νατρίου. Επηρεάζει την ψυχική και σωματική υγεία περισσότερο από κάθε άλλη διατροφική ουσία. Είναι πολύ χρήσιμη σε όσους υποφέρουν από κατακράτηση υγρών, είναι ήπιο διουρητικό και παρεμποδίζει τη δημιουργία πέτρας στα νεφρά. Ανακουφίζει από τα συμπτώματα των αλλεργιών, της αρθρίτιδας και του ασθματος. Είναι απαραίτητη για την δημιουργία του υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι, για τη διατήρηση της ισορροπίας νατρίου και καλίου στο αίμα, τη σύνθεση νουκλεϊνικών οξέων και την καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, επειδή συμμετέχει στην παραγωγή αντισωμάτων. Προλαβαίνει τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τα εμφράγματα και μετριάζει την κατάθλιψη. Σχεδόν όλα τα τρόφιμα έχουν κάποιες ποσότητες βιταμίνης Β6. Κάποια τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα βιταμίνης Β6 είναι: σιτάρι φύτρο, μαγιά μπίρας, ηλιόσποροι, φακές, μπανάνες, γαλοπούλα, κοτόπουλο, λαχανάκια Βρυξελλών, ψάρι λευκό. Η βιταμίνη Β6 για να αξιοποιηθεί χρειάζεται ριβοφλαβίνη, ψευδάργυρο και μαγνήσιο. Επίσης η χαμηλή στάθμη της βιταμίνης C στο αίμα μπορεί να προκαλέσει ανεπάρκεια βιταμίνης Β6.
Η βιταμίνη Β9, αποκαλείται και αλλιώς φολικό οξύ, το οποίο ανήκει στο σύμπλεγμα των βιταμινών Β και είναι απαραίτητο για ορισμένες λειτουργίες του οργανισμού, όπως ο μεταβολισμώς των σακχάρων. Οι πάσχοντες από ανεπάρκεια φολικού οξέος αναπτύσσουν έντονο αίσθημα κόπωσης. Όταν ο οργανισμός δεν μεταβολίζει σωστά τα σάκχαρα, τότε εκτός φυσικά από την υγεία, επηρεάζεται και το σωματικό σου βάρος. Βραστή σαλάτα από μπρόκολο, αλλά και αρακάς, φασόλια, πατζάρια, μπάμιες και ξηροί καρποί, είναι καλές πηγές φολικού.
Η βιταμίνη Β12, θεωρείται η βιταμίνη της ενέργειας και όπως όλες οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, παίζει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών. Συμβάλλει στη δημιουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων και στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βοηθά στη σύνθεση του DNA, στην παραγωγή των κυττάρων του αίματος και στο σχηματισμό των νεύρων. Είναι σημαντική για ένα υγιές νευρικό και ανοσοποιητικό σύστημα. Χωρίς αυτή τη βιταμίνη ο μεταβολισμός μας δεν λειτουργεί κανονικά. Επειδή η βιταμίνη Β12 βρίσκεται μόνο σε ζωικά προϊόντα, όπως το κόκκινο κρέας, τα πουλερικά, το ψάρι, τα αυγά, τα οστρακοειδή και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, εκτιμάται ότι περίπου το 15% των ανθρώπων δεν λαμβάνει την απαραίτητη ποσότητα Β12. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν κυρίως οι χορτοφάγοι, οι πάσχοντες από κοιλιοκάκη ή άλλες ασθένειες που έχουν να κάνουν με την πέψη, ή ενήλικες άνω των 50 ετών. Τα συμπτώματα έλλειψης βιταμίνης Β12 συχνά περιλαμβάνουν σωματική κόπωση, αναιμία, ταχυπαλμία, αίσθημα καύσου ή μούδιασμα των άκρων, απώλεια της όρεξης, ναυτία, δυσκοιλιότητα κ.ά.
Η TMG (τριμεθυλογλυκίνη) ή αλλιώς βεταΐνη της γλυσίνης, παίζει προαστατευτικό ρόλο στην καρδιακή λειτουργία και αυτό έχει ανακαλυφθεί από το 1950. Η Trimethylglycine (TMG) είναι ένας φυσικός παράγοντας που συμμετέχει στη διαδικασία της μεθυλιώσης. Η μεθυλίωση είναι μια βιολογική αντίδραση του οργανισμού, απαραίτητη για την επιδιόρθωση του DNA, την αποτοξίνωση του ήπατος, τον μεταβολισμό των λιπαρών οξέων και τη παραγωγή του SAME. Η σημαντικότερη δράση της Trimethylglycine είναι η μείωση της ομοκυστείνης του πλάσματος μεσω της μετατροπής της σε μεθειονίνη. Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεϊνης συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών προβλημάτων όπως το έμφραγμα, η αθηρωμάτωση και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Συνεπώς η Trimethylglycine (TMG) είναι σημαντική για την υγεία της καρδιάς και των αγγείων. Εκτός από τη μείωση της ομοκυστεΐνης, η βεταΐνη TMG βοηθά στην αύξηση της παραγωγής του SAMe, ενός ισχυρού αντικαταθλιπτικού παράγοντα. Έρευνες αποδεικνύουν ότι το TMG αποκαθιστά τα υγιή επίπεδα της ομοκυστεΐνης είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με άλλα θρεπτικά στοιχεία, όπως η οικογένεια βιταμινών Β (Complete B-Complex).
Άλλες ουσίες που βοηθάνε στη διατήρηση της ισορροπίας του οργανισμού και στον αποτελεσματικό έλεγχο του σωματικού βάρους είναι:
Η Βιταμίνη C: Σύμφωνα με νεότερες μελέτες, ο ρόλος της βιταμίνης C στο αδυνάτισμα μπορεί να είχε υποτιμηθεί, καθώς φαίνεται ότι εμπλέκεται ενεργά στη διαδικασία απώλειας βάρους. Από έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, φάνηκε ότι όσοι έχουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης C δεν είναι σε θέση να χάσουν λίπος τόσο αποτελεσματικά, σε σχέση με εκείνους που έχουν επαρκή επίπεδα της συγκεκριμένης βιταμίνης. Η Βιταμίνη C βοηθά να σταθεροποιηθεί το σάκχαρο στο αίμα και επισπεύδει στην καύση λίπους.
Η Θειανίνη: Η L-θειανίνη είναι ένα αμινοξύ που βρίσκεται κυρίως στα φύλλα του τσαγιού και θεωρείται πως τονώνει τα εγκεφαλικά κύματα ΑΛΦΑ αποτελεί ένα αμινοξύ που συναντάται σε υψηλά επίπεδα στο τσάι, και πιστεύεται ότι συμβάλλει στις χαλαρωτικές ιδιότητες που συνοδεύουν την κατανάλωση του τσαγιού. Έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα των GABA (νευροδιαβιβαστών) και των κυμάτων Α στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα την πρόκληση ηρεμιστικής δράσης χωρίς την εμφάνιση συνοδού υπνηλίας. Παρά την καφεΐνη, η L-θειανίνη στο πράσινο τσάι φαίνεται να είναι απίστευτα χαλαρωτική, με επιπτώσεις που διαρκούν έως και οκτώ ώρες. Το αμινοξύ αυτό απορροφάται εύκολα και μπορεί να διασχίσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, όντας ιδιαίτερα αποτελεσματικό και αυτό συμβάλει στη βελτίωση της συγκέντρωσης, ενώ έχει επίσης μια κατευναστική επίδραση στο σώμα.
Μαγνήσιο: Το μαγνήσιο εμπλέκεται στο 75% των ενζύμων του σώματος και είναι απαραίτητο για τον έλεγχο του σακχάρου του αίματος και για την καύση των υδατανθράκων για ενέργεια αντί για την αποθήκευσή τους ως λίπος.
Ψευδάργυρος: Έλλειψη ψευδαργύρου διαταράσσει τον έλεγχο της όρεξης και προκαλεί απώλεια της γεύσης και της όρεξης, ένας συνδυασμός που συχνά οδηγεί στην υπερκατανάλωση τροφών με έντονη γεύση.
Χρώμιο: Το χρώμιο είναι ένα μέταλλο που βοηθά στη σταθεροποίηση του σακχάρου του αίματος και κατά συνέπεια του βάρους. Βοηθά να ενεργοποιηθεί η πρόσληψη της ινσουλίνης από τους υποδοχείς της. Μερικές μελέτες έχουν δείξει ότι το χρώμιο δημιουργεί μυικό ιστό, μειώνει το σωματικό λίπος και χαμηλώνει τα επίπεδα της χοληστερίνης. Το χρώμιο μειώνει την επιθυμία για ζάχαρη και κατά συνέπεια την όρεξη για λάθος τροφές.
Ω3 & Ω6 ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ: Είναι ίσως τα μόνα συστατικά που αν και αποκαλούνται λιπαρά, συμβάλουν καθοριστικά στη σωστή λειτουργία του μεταβολισμού και την καύση θερμίδων, βοηθώντας κάθε άνθρωπο που ακολουθεί μια ειδική διατροφή στη σωματική και νοητική ανάπτυξη.
Συνένζυμο Q10: Είναι απαραίτητο για να μπορέσει το λίπος να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, μπορεί επίσης να απαιτείται σε μεγάλες δόσεις. Λειτουργεί σε συνεργασία με την καρνιτίνη και το χρώμιο για την κινητοποίηση του λίπους. Μια μελέτη έδειξε ότι παχύσαρκοι ασθενείς με ανεπαρκή επίπεδα CoQ10 είχαν σημαντική απώλεια βάρους, όταν άρχισαν να παίρνουν αυτό το συστατικό (η δόση που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή την έρευνα ήταν 100 mg τη μέρα).
Θα μπορούσαμε, όμως, να αυξήσουμε τα επίπεδα ενέργειας μας και ταυτόχρονα να απαλλαγούμε από το περιττό λίπος; Η λύση, είναι ο συνδυασμός σωστής διατροφής και άσκησης. Αυτό που είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, είναι πως πρέπει να εξωθήσουμε τον οργανισμό μας στο να κάψει την ενέργεια που έχει αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση. Ένα κιλό καθαρού λίπους ισοδυναμεί με περίπου 9.000 θερμίδες. Στον ανθρώπινο οργανισμό βέβαια, το λίπος δεν είναι καθαρό. Γι’ αυτό, για να κάψουμε ένα κιλό λίπους, πρέπει να χάσουμε περίπου 7.500 θερμίδες. Η απώλεια λιπώδους ιστού και συνεπώς η καύση των θερμίδων μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους. Είτε θα πρέπει να προσλαμβάνουμε σε καθημερινή βάση, λιγότερες θερμίδες από αυτές που χρειάζεται ο οργανισμός μας για να διατηρήσει το βάρος του, είτε θα πρέπει να εκπαιδεύσουμε μέσω της άσκησης, τον οργανισμό μας να καίει περισσότερη ενέργεια. Φυσικά, όπως είναι λογικό, η καλύτερη λύση είναι ο συνδυασμός και των δύο. Η απώλεια βάρους απαιτεί ισορροπημένη διατροφή και άσκηση. Δεν πρέπει να εξωθούμε το σώμα μας στα άκρα. Αυτό ισχύει ιδίως σε ότι αφορά τις δίαιτες. Δυστυχώς, πολύς κόσμος θεωρεί πως αν ελαχιστοποιήσει την πρόσληψη ενέργειας, θα κατορθώσει να χάσει βάρος και λίπος σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Με μια δίαιτα με λίγες θερμίδες και μη ισορροπημένη σε θρεπτικά στοιχεία, το μεγαλύτερο μέρος από τα κιλά που θα χαθούν θα είναι μυϊκός ιστός και νερό και, δυστυχώς, ελάχιστο λίπος. Χάνοντας όμως μυικό ιστό, καίμε λιγότερες θερμίδες και αδυνατίζουμε δυσκολότερα. Ο ρυθμός του μεταβολισμού χαμηλώνει μέχρι και κατά 45% και διαταράσσεται. Συνεπώς, για να μπορέσει κάποιος να χάσει κι άλλα κιλά ή για να διατηρήσει το νέο βάρος που απέκτησε, θα πρέπει να μειώσει ακόμη περισσότερο τις θερμίδες που θα παίρνει από το φαγητό του, κάτι το οποίο όπως όλοι καταλαβαίνουμε δεν είναι σωστό. Μαγικές λύσεις και δίαιτες εξπρές με θεαματικά αποτελέσματα δεν υπάρχουν, γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.
Υπάρχουν όμως σύμμαχοι, τα προϊόντα καύσης λίπους, τα οποία ενισχύουν την προσπάθειά μας να κάψουμε το περιττό λίπος και να αποκτήσουμε τη σιλουέτα που πάντα ονειρευόμασταν. Αν δηλαδή ακολουθούμε ένα ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής και ασκούμαστε τακτικά, ένα τέτοιο σκεύασμα θα λειτουργήσει επικουρικά στην προσπάθεια διατήρησης ή απώλειας βάρους. Αν λαμβάνει κανείς ένα τέτοιο συμπλήρωμα, χωρίς σωστή διατροφή και άσκηση, είναι πολύ πιθανό να μην έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
ΛΙΠΟΤΡΟΠΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Ο όρος "λιποτροπικός" χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1934 από τους Best, Huntsman και Ridout , για να περιγράψει τη δράση της χολίνης στην πρόληψη και θεραπεία του λιπώδους ήπατος. Η κύρια λειτουργία των λιποτροπικών είναι να προλαμβάνουν τη μη φυσιολογική και υπερβολική συσσώρευση του λίπους στο συκώτι, όπως επίσης και να προωθούν την αποτοξίνωσή του. Τα λιποτροπικά είναι συστατικά τα οποία βοηθούν στη διάσπαση του λίπους κατά τη διάρκεια του μεταβολισμού και στην ενδογενή παραγωγή της λεκιθίνης από το ήπαρ, μιας ουσίας που έχει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό του λίπους. Θεωρούνται αποτελεσματικά και ασφαλή, στο πλαίσιο βέβαια της συνιστώμενης δοσολογίας. Μπορούν, επίσης, να αξιοποιήσουν το λίπος ως πηγή ενέργειας και να δώσουν ενέργεια, να μειώσουν την όρεξή και να αυξήσουν το μεταβολισμό ώστε να «καίμε» περισσότερες θερμίδες κατά τη διάρκεια της ημέρας
Η χολίνη, η ινοσιτόλη και η μεθειονίνη διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το συκώτι διαχειρίζεται τα λίπη , με αποτέλεσμα να μπορούν να διεγείρουν την καύση του λίπους στο σώμα βοηθώντας υπέρβαρα άτομα στην προσπάθεια τους για απώλειας βάρους.
Ας εξετάσουμε τα συστατικά που περιέχονται στις λιποτροπικές φόρμουλες και την ευεργετική τους δράση στην υγεία μας.
► Τα λιποτροπικά
Τα λιποτροπικά σκευάσματα ενεργοποιούν ένζυμα που εμπλέκονται στο μηχανισμό της λιπόλυσης και, γενικότερα, δρουν υποβοηθώντας τον μεταβολισμό του λίπους και ιδιαίτερα την αποβολή του από το ήπαρ.
Τα δημοφιλέστερα σήμερα λιποτροπικά είναι η καρνιτίνη, η λεκιθίνη, η χολίνη, η ινοσιτόλη, η L-μεθειονίνη. Τα λιποτροπικά θεωρούνται ασφαλή, στο πλαίσιο της συνιστώμενης δοσολογίας, και αποτελεσματικά. Η χολίνη και η ινοσιτόλη θεωρούνται παράγοντες που μετατοπίζουν το λίπος στο σώμα και, επιπλέον, ελαττώνουν τα επίπεδα της κακής χοληστερόλης. Δεν είναι βιταμίνες, αλλά συχνά ταξινομούνται μαζί με την Ομάδα Βιταμινών του συμπλέγματος Β.
Η χολίνη είναι μια ένωση παρόμοια με αυτή των βιταμινών του συμπλέγματος Β. Χωρίς τη χολίνη κανένα κύτταρο στο ανθρώπινο σώμα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά. Είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό δομικό στοιχείο των κυττάρων, ειδικά στις μεμβράνες των κυττάρων και είναι ουσιαστική για τη διαδικασία μεταβολισμού του λίπους σε ενέργεια. Μια δίαιτα χαμηλή σε χολίνη εμποδίζει την ικανότητα του συκωτιού να επεξεργαστεί τα λίπη, έχοντας ως αποτέλεσμα την αύξηση βάρους. Η χολίνη δρα ως γαλακτωματοποιητής, που αποικοδομεί τα λίπη και τη χοληστερόλη της διατροφής σε μικροσκοπικά μόρια. Αν και το σώμα παράγει κάποια ποσότητα χολίνης, είναι κοινώς αποδεκτό ότι πρέπει να λαμβάνουμε χολίνη και μέσω της διατροφής, καθώς έχει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, ως δομικό στοιχείο των κυττάρων και στη διαδικασία μεταβολισμού του λίπους σε ενέργεια. Μια δίαιτα χαμηλή σε χολίνη εμποδίζει την ικανότητα του συκωτιού να επεξεργαστεί τα λίπη, έχοντας ως αποτέλεσμα την υπερβολική συσσώρευση του λίπους στον οργανισμό και κατά συνέπεια την αύξηση βάρους. Η χολίνη επίσης βοηθά στη μείωση της χοληστερίνης και της ομοκυστεΐνης, ουσιών των οποίων οι αυξημένοι δείκτες στο αίμα σχετίζονται με την εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων. Επιπλέον, είναι το βασικό συστατικό της λεκιθίνης και μπορεί να επηρεάζει το μεταβολισμό του λίπους, ενώ, σύμφωνα με ευρήματα ερευνών που δημοσιεύτηκαν στο International Journal of Obesity, μετά από 8 εβδομάδες κατανάλωσης πρωινού με αυγά (είναι πλούσια σε χολίνη), οι εθελοντές κατάφεραν να χάσουν 65% περισσότερο βάρος. Βοηθά, επίσης, στην καλύτερη εγκεφαλική λειτουργία και τη μνήμη.
Η ινοσιτόλη έχει λειτουργία παρόμοια με αυτή της χολίνης, ενώ βοηθά στην ανακατανομή του λίπους στο σώμα. Είναι γνωστή και ως βιταμίνη B8. Η ινοσιτόλη συντίθεται ενεργά στο εσωτερικό του ανθρώπινου οργανισμού και η παραγόμενη ποσότητα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που προσλαμβάνεται με τη διατροφή. Οι δύο ιστοί που φαίνεται να εμπλέκονται κυρίως είναι το ήπαρ και οι νεφροί. Όπως και οι άλλες βιταμίνες της ομάδας B, η ινοσιτόλη είναι υδατοδιαλυτή, λόγος για τον οποίο μια πιθανή πρόσληψη σε καθαρή μορφή δεν προκαλεί δυσανεξία ή τοξικότητα. Η ινοσιτόλη παρεμβαίνει θετικά στη δομή των κυτταρικών μεμβρανών, στον έλεγχο του μεταβολισμού λιπών και σακχάρων, στην αύξηση των μαλλιών, στον έλεγχο της λειτουργίας των νευρικών κυττάρων και στις διαδικασίες κυτταρικής αύξησης, γονιμοποίησης και απέκκρισης. Μια διατροφή φτωχή σε ινοσιτόλη μπορεί να προκαλέσει αύξηση της χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, συσσώρευση λιπιδίων στο ήπαρ (ηπατική στεάτωση) και μείωση των επιπέδων ινοσιτόλης σε όλους τους ιστούς. Αρκετοί ειδικοί διατείνονται ότι κάποιες από τις ιδιότητές της ίσως προάγουν την απώλεια βάρους, αλλά ωστόσο δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να στηρίζουν κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, επιδρά στο λίπος στο ήπαρ και, καθώς δεν έχει παρενέργειες, είναι κατάλληλη ως μέρος μιας ειδικής διατροφής. Δρα ως ένας λιποτροπικός παράγοντας (ηπιότερος από την χολίνη) στο σώμα, βοηθώντας στη γαλακτοματοποίηση των λιπών. Η ινοσιτόλη είναι ένα κοινό συστατικό των λιποτροπικών φορμουλών, για να θεραπεύσει ηπατικές ασθένειες και να ενισχύσει τον μεταβολισμό του λίπους στο συκώτι. Βοηθά στην αναδιανομή του λίπους στον οργανισμό, ενώ σε συνδυασμό με τη χολίνη, προστατεύει τα αγγεία από την αρτηριοσκλήρωση. Σαν αποτέλεσμα της θετικής της επίδρασης στο μεταβολισμό, η ινοσιτόλη χρησιμοποιείται από υπέρβαρους ανθρώπους στην απώλεια βάρους. Η ινοσιτόλη είναι ένα ισομερές της γλυκόζης που υπάρχει στα κύτταρα του οργανισμού και ειδικότερα σε εκείνα του εγκεφάλου και της καρδιάς. Αναφέρεται επίσης και σαν μυο-ινοσιτόλη ή σαν IP6. Βοηθάει τον μεταβολισμό των λιπών στο ήπαρ και είναι βασικό συστατικό για τη νευροδιαβίβαση και την υγεία των μυών. Είναι συστατικό πολλών τροφίμων όπως φασόλια, πεπόνι, εσπεριδοειδή, ξηροί καρποί και σπόροι. Οι τροφές αυτές περιέχουν το συστατικό φυτικό οξύ το οποίο μετατρέπεται στο στομάχι σε ινοσιτόλη. Οι πιο πλούσιες, σε ινοσιτόλη, διατροφικές πηγές είναι, πίτουρο, εσπεριδοειδή (εκτός από λεμόνια), σπόροι δημητριακών ολικής αλέσεως, βρώμη, κόκκοι λεκιθίνης, πεπόνι, φακές, φασόλια, χοιρινό κρέας, ξερά φασόλια, καρύδια, μοσχαρίσιο συκώτι, ρύζι, ρεβύθια, μοσχαρίσιο κρέας. Δεν έχει οριστεί συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία για την ινοσιτόλη. Η θεραπευτική δοσολογία κυμαίνεται από 250-500 mg και προτείνεται να συνδυάζεται με χολίνη. Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει διάρροια και εντερικά αέρια. Να μην λαμβάνεται από ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά σκευάσματα με λίθιο. Η λήψη της μπορεί να μειώσει την απορρόφηση του σιδήρου, του ασβεστίου και του ψευδαργύρου. Δεν υπάρχουν μελέτες σχετικά με την ασφάλεια της συμπληρωματικής λήψης της κατά την εγκυμοσύνη και το θηλασμό και συνεπώς θα πρέπει να αποφεύγεται. Σε αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να προσθέσουμε επιπλέον ιδιότητες της ινοσιτόλης, πέρα από τον αποτελεσματικό έλεγχο του σωματικού λίπους. Η ινοσιτόλη ασκεί θετική επίδραση στη λειτουργία των ωοθηκών (μείωση των τιμών ανδρογόνων στον ορό, των τριγλυκεριδίων στο πλάσμα, της αρτηριακής πίεσης, των επιπέδων ινσουλίνης) και στην επαναφορά ενός φυσιολογικού ωοθηκικού κύκλου με καλύτερη ωρίμανση των ωοκυττάρων. Επίσης, η χρήση συμπληρώματος ινοσιτόλης, χάρη στην ικανότητά της να αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, συντελεί στη βελτίωση της ποιότητας των ωοκυττάρων και στην αύξηση του αριθμού των ωοκυττάρων που συλλέγονται έπειτα από διέγερση των ωοθηκών σε ασθενείς οι οποίες υποβάλλονται σε διαδικασία Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Σύμφωνα με τις επιστημονικές μελέτες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα, οι θεραπείες της ΣΠΩ ( Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών) με ινοσιτόλη παρέχουν βελτίωση της λειτουργίας των ωοθηκών, βελτίωση της ινσουλιναιμίας, βελτίωση του ορμονικού προφίλ, μείωση των περιφερικών επιδράσεων των ανδρογόνων, καμία παρεπόμενη επίδραση. Εκτός από τη θεραπεία του ΣΠΩ, έχει εξακριβωθεί ότι η ινοσιτόλη παρέχει οφέλη και στην πρόληψη ελαττωμάτων του νευρικού σωλήνα σε συνδυασμό με το φυλλικό οξύ, στη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων και στη μείωση της χοληστερόλης στο αίμα, στη βελτίωση της νευρικής αγωγής σε διαβητικούς, με σημαντική μείωση των συμπτωμάτων και στη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, καθώς και στη θεραπεία του άγχους και της αϋπνίας χάρη στην αγχολυτική της δράση
Η λεκιθίνη είναι λιποδιαλύτης, διασπά δηλαδή το λίπος σε μικρά μόρια, τα οποία μεταφέρονται εύκολα στο αίμα. Είναι ένα λιπίδιο που βρίσκεται στα φασόλια σόγιας, τη μαγιά, τα φιστίκια, τα ψάρια και τους κρόκους των αυγών. Αποτελείται από χολίνη και ινοσιτόλη. Την βρίσκουμε και ως συμπλήρωμα διατροφής για το αδυνάτισμα. Έχει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία του μεταβολισμού του λίπους στο ανθρώπινο σώμα, ωστόσο η λήψη της ως συμπληρώματος διατροφής δεν φαίνεται να αυξάνει την κυκλοφορία της στο σώμα. Θεωρείται, επίσης, ότι προστατεύει τα κύτταρα από την οξείδωση, ενώ αποτελεί και συστατικό της μεμβράνης τους. Είναι, τέλος, χρήσιμη για την ενίσχυση του νευρικού συστήματος, την αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων χοληστερόλης και την πρόληψη της αρτηριοσκλήρυνσης.
Η μεθειονίνη είναι απαραίτητο θειούχο αμινοξύ με λιποτροπική δράση, το οποίο δεν συντίθεται από τον οργανισμό με αποτέλεσμα να χρειάζεται να το λάβουμε από τη διατροφή μας. Βοηθά στη μείωση των λιπών και της χοληστερίνης στο συκώτι, προωθεί την υγιή λειτουργία των κυττάρων και την αποβολή των βαρέων μετάλλων από τον οργανισμό. Αυστηροί χορτοφάγοι και άτομα που ακολουθούν μια δίαιτα χαμηλή σε πρωτεΐνες ή φυτικές πρωτεΐνες για παράδειγμα από σόγια, δεν προσλαμβάνουν αρκετή μεθειονίνη. Η μεθειονίνη είναι ένα αμινοξύ που συμμετέχει στην οξείδωση του λίπους με στόχο την παραγωγή ενέργειας. Επιπλέον, η μεθειονίνη συμβάλλει στην αποτοξίνωση του οργανισμού μέσω του μηχανισμού της μεθυλίωσης, ενώ επίσης ελαττώνει τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης, που είναι επιβαρυντικός παράγοντας για καρδιαγγειακές παθήσεις. Η μεθειονίνη είναι ένα απαραίτητο αμινοξύ, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζεται να το λάβουμε από τη διατροφή μας. Είναι ένα λιποτροπικό αμινοξύ που μειώνει τα λίπη και τη χοληστερίνη στο συκώτι και βοηθάει στη δημιουργία συστημάτων ενζύμων για την υγιή λειτουργία των κυττάρων. Μαζί με τη χολίνη και την ινοσιτόλη είναι ένας ζωτικός παράγων για την καύση των λιπών, ιδιαίτερα όταν συνδυαστεί με τη σωματική άσκηση, κινητοποιούν τα αποθηκευμένα λίπη και μπορεί να αποτρέψουν ή να μειώσουν την υπερβολική του συγκέντρωση στο ήπαρ, προστατεύοντας έτσι από τη λιπώδη διήθηση. Επιπλέον, η μεθειονίνη περιέχει θείο, μια ουσία την οποία ο οργανισμός χρησιμοποιεί για την ενίσχυση του μεταβολισμού. Ακόμη, ο οργανισμός, με το συγκεκριμένο αμινοξύ, συνθέτει μια άλλη ουσία (S-αδενοσυλο-μεθειονίνη), η οποία είναι απαραίτητη σε πολλές λειτουργίες του σώματος, όπως η ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού. Αποτελεί, επίσης, δομικό συστατικό πολλών σημαντικών για τον οργανισμό πρωτεϊνών και ορμονών, όπως η L-καρνιτίνη, η αδρεναλίνη, η χολίνη. Η L-καρνιτίνη και η χολίνη είναι ενώσεις πολύ σημαντικές για το μεταβολισμό του λίπους. Ωστόσο, η επιπλέον χορήγηση μεθειονίνης ως συμπληρώματος διατροφής δεν έχει φανεί, με βάση επιστημονικές μελέτες, να επιταχύνει τον καταβολισμό του λίπους. Επιπλέον, η μεθειονίνη δυναμώνει τα νύχια και βοηθά στην καταπολέμηση της τριχόπτωσης. Επίσης η μεθειονίνη έχει ευεργετική δράση στη διατήρηση του χρώματος των μαλλιών, καθώς σύμφωνα με μελέτη μείωση των επιπέδων μεθειονίνης έχει συνδεθεί με το γκριζάρισμα των μαλλιών, λόγω του ότι έλλειψή της μεθειονίνης πιθανώς οδηγεί σε συσσώρευση του υπεροξειδίου του υδρογόνου στους θύλακες των τριχών, σε μείωση της αποτελεσματικότητας της τυροσινάσης και σταδιακή απώλεια του χρώματος των μαλλιών. Επίσης, η μεθειονίνη είναι ένα σημαντικό στοιχείο στο σχηματισμό του χόνδρου, μια μελέτη του 2002 έδειξε ότι η επιπλέον κατανάλωση συμπληρωμάτων που περιέχουν L-μεθειονίνη μπορεί να μειώσει σημαντικά την τάση για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος και βοηθάει στην κατακράτηση υγρών, ενώ στο σώμα η L-μεθειονίνη μπορεί επίσης να μετατραπεί σε SAMe (S-αδενοσυλ μεθειονίνη), μια ένωση που διερευνάται και υποστηρίζει θετικά αποτελέσματα για την κατάθλιψη. Υψηλά επίπεδα μεθειονίνης περιέχουν τα αυγά, το σουσάμι, τα καρύδια, τα ψάρια, κρέατα και τα δημητριακά. Σημείο προσοχής, πολύ υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν αυξημένη εφίδρωση, εμετούς, διάρροιες ή/και άλλα γαστρεντερικά συμπτώματα. Συστήνονται ιδιαίτερα σε άτομα που ακολουθούν υποθερμιδική δίαιτα, η διατροφή τους δεν είναι ισορροπημένη ή προσλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες καφεΐνης
Η καρνιτίνη, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορεί να συμβάλει στην απώλεια βάρους. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι παχύσαρκοι είναι πιθανό να έχουν ανεπάρκεια στο συγκεκριμένο αμινοξύ. Σε αυτή την περίπτωση, η υποκατάσταση καρνιτίνης μέσω συμπληρωμάτων διατροφής σίγουρα αξίζει τον κόπο. Είναι μια ουσία η οποία συντίθεται στο ήπαρ και παίζει ζωτικό ρόλο στο μεταβολισμό του λίπους. Συμβάλλει στον ταχύτερο μεταβολισμό των λιπαρών οξέων, κάτι που σημαίνει ότι βοηθάει τον οργανισμό να “καίει” το λίπος, αντί να το αποθηκεύει.
Η Γλουταμίνη είναι ένα αμινοξύ που μπορεί να μετατραπεί σε γλυκόζη στον οργανισμό και παρέχει ενέργεια. Θεωρείται, επίσης, ότι συμβάλλει στην απομόνωση του λίπους που λαμβάνουμε από τις τροφές και έτσι βοηθάει στην απώλεια βάρους, στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής. Επειδή είναι χρήσιμη για παραγωγή ενέργειας στον οργανισμό, μπορεί να αυξήσει και την αθλητική απόδοση και να οδηγήσει σε μεγαλύτερη καύση θερμίδων, γι’ αυτό και προτείνεται για απώλεια λίπους κυρίως σε άτομα που ασκούνται.
Η Αργινίνη είναι απαραίτητη για την υγεία του δέρματος, του ήπατος, των αρθρώσεων και του μυϊκού συστήματος. Η αργινίνη ρυθμίζει τις ορμόνες του οργανισμού και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, με αποτέλεσμα να διατηρείται η ευεξία και ο αποτελεσματικός έλεγχος της πείνας. Βοηθά ακόμη το σώμα να παράγει κρεατίνη, μια φυσική ουσία που συμβάλλει στην οικοδόμηση της μυϊκής μάζας. Οι έρευνες έχουν δείξει πως μπορεί να συμβάλει στη μείωση του σωματικού λίπους και να επιταχύνει την απώλεια βάρους. Είναι, επίσης, χρήσιμη στη μείωση της απορρόφησης του διατροφικού λίπους.
Η Λευκίνη εκτός από βασικό αμινοξύ που συμμετέχει στη σύνθεση των πρωτεϊνών, έχει μοναδικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Illinois, έδειξε ότι γυναίκες οι οποίες κατανάλωναν γαλακτοκομικά, άπαχο κρέας και αυγά σαν κύρια πηγή πρωτεΐνης, γιατί έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε λευκίνη, έχασαν βάρος, σωματικό λίπος και λιγότερο άλιπο ιστό.
Επίσης είχαν περισσότερη ενέργεια και μειωμένη αίσθηση πείνας. Επιπλέον με άλλες έρευνες, μετά τη χορήγηση λευκίνης σε ενέσιμη μορφή σε τρωκτικά, μειώθηκε όρεξή τους και η κατανάλωση φαγητού τους κατά 1/6. Οπότε, πρόσληψη λευκίνης από ανθρώπους μπορεί να είχε ανάλογα αποτελέσματα, δηλαδή μείωση της όρεξης και κατά συνέπεια μη αύξηση του σωματικού τους βάρους. Παρόλο που υπάρχουν έρευνες, οι οποίες υποστηρίζουν ότι το βασικό αμνινοξύ λευκίνη βοηθάει στη μείωση της όρεξης και τη μείωση του βάρους, δεν μπορεί να εξαχθεί κάποιο γενικό συμπέρασμα και απαιτούνται περαιτέρω έρευνες μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος και σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων ώστε να είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε ότι η λευκίνη βοηθάει στη μείωση βάρους.
Η λήψη, επομένως ενός συμπληρώματος με λιποτροπικούς παράγοντες θα βοηθήσει στην πρόληψη συσσώρευσης λίπους στο ήπαρ, στη μείωση της χοληστερίνης, στη διάσπαση των διατροφικών λιπών και στον έλεγχο του σωματικού βάρους, με συνολικά πολύ θετικό αντίκτυπο στην υγεία. Σε καμία περίπτωση δεν συνιστάται η αλόγιστη χρήση τέτοιων σκευασμάτων. Εφόσον κάποιος επιθυμεί να καταναλώσει τέτοια σκευάσματα καλό είναι να το κάνει με μέτρο αφού όμως προηγουμένως, απαιτείται να συμβουλευτεί το διαιτολόγο του και τον γιατρό του. Πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε πρόγραμμα διατροφής λειτουργεί διαφορετικά ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ατόμου. Άρα, η αξιολόγηση των διατροφικών συνηθειών και το προσωπικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό είναι απαραίτητα ώστε να καθοριστεί η σωστή διατροφική προσέγγιση για καλύτερα και μακροχρόνια αποτελέσματα.
Η Θεοδώρα Καλογεράκου είναι πτυχιούχος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (ΑΠΘ), MSc Health Lifestyle Coach (Harvard T.H. Chan School of Public Health and the Culinary Institute of America), σύμβουλος Αντιγήρανσης, Εκτίμησης Θρέψης, Μεταβολισμού και Ευεξίας με μεταπτυχιακό στην Ανθρώπινη Απόδοση, επιστημονική συνεργάτρια της Orthobiotiki (Prevention & Antiaging) και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Αντιγήρανσης.
Πέθανε η Μέλπω Ζαρόκωστα