Η αβέβαιη έκβαση της αναθεώρησης
Πριν μερικές μέρες ολοκληρώθηκε, με τη δεύτερη ψηφοφορία στην προτείνουσα Βουλή, η πρώτη φάση του τρέχοντος αναθεωρητικού εγχειρήματος. Υπενθυμίζω ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 Συντ., που ρυθμίζει τη σχετική διαδικασία, η ανάγκη της αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής. Η απόφαση αυτή προϋποθέτει πρόταση 50 τουλάχιστον βουλευτών η οποία συζητείται και ακολούθως αποφασίζεται με πλειοψηφία είτε των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (180) είτε με την απόλυτη πλειοψηφία (151) σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα. Η ανωτέρω διαδικασία εφαρμόστηκε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και συνταγματική πιστότητα. Η επόμενη Βουλή - οψέποτε διεξαχθούν οι βουλευτικές εκλογές - είναι η κατά κυριολεξία αναθεωρητική Βουλή. Η Βουλή αυτή δεσμεύεται από την πρόταση της προηγούμενης μόνο ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις, μη δυνάμενη να προσθέσει νέες. Η επόμενη Βουλή διατηρεί όμως την αποφασιστική αρμοδιότητα να καθορίσει το περιεχόμενο των προταθεισών διατάξεων. Δηλαδή η προτείνουσα Βουλή καθορίζει ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν, ενώ η αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει πως τα προταθέντα άρθρα αναδιατυπώνονται.
Στο σημείο αυτό και ενόψει ενδεχόμενων μελλοντικών ζητημάτων σκόπιμο είναι να σημειωθεί ότι η επόμενη Βουλή είναι η αναθεωρητική, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 3 Συντ. υποχρεούται να ασκήσει την αποφασιστική αρμοδιότητά της κατά την πρώτη σύνοδό της με πλειοψηφία η οποία εναλλάσσεται με βάση την πλειοψηφία της προτείνουσας Βουλής. Δηλαδή εάν η προτείνουσα έχει αποφασίσει με την ψήφο 180 τουλάχιστον βουλευτών, η αναθεωρητική αποφασίζει με την ψήφο 151 τουλάχιστον βουλευτών. Αντιστρόφως εάν η προτείνουσα έχει αποφασίσει με 151 βουλευτές τότε η αναθεωρητική αποφασίζει με 180.
Εν προκειμένω η διαδικασία στην προτείνουσα Βουλή έχει ολοκληρωθεί και στις δύο ψηφοφορίες με πλειοψηφίες τέτοιες που επιβάλλουν στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή να αποφασίσει με 180 βουλευτές. Εάν προσωρινά θεωρηθεί ότι η δημοσιοποιούμενες δημοσκοπήσεις περιέχουν επαληθεύσιμες προβλέψεις στις εκλογές, τότε δεν πρόκειται να υπάρξει μονοκομματική πλειοψηφία στη Βουλή, στοιχείο το οποίο για το σχηματισμό της Κυβέρνησης θα οδηγήσει στη διαδικασία του άρθρου 37 Συντ. (διερευνητικές εντολές κλπ.). Ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματος όμως για να συγκεντρωθούν οι απαιτούμενες 180 ψήφοι ίσως χρειαστεί το άθροισμα τριών ή και περισσοτέρων κοινοβουλευτικών ομάδων. Το εφικτό και το πραγματοποιήσιμο των ανωτέρω εκδοχών πρόκειται να επαληθευθεί ή να διαψευσθεί στους αμέσως προσεχείς μήνες και πάντως μετά τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών.
Η αβέβαιη έκβαση της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι δυνατόν να αποδοθεί στην απουσία συνεννόησης μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων και κατ’ επέκταση στην απουσία ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των πολιτικών κομμάτων ως προς την έκταση και το περιεχόμενο της αναθεώρησης του Συντάγματος. Μολονότι η αναθεώρηση του Συντάγματος είχε εξαγγελθεί εγκαίρως, ώστε να διεξαχθούν ειλικρινείς συζητήσεις μεταξύ των ανωτέρω προκειμένου να επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, διαπιστώθηκε ότι η σχετική συζήτηση περιορίστηκε μόνο εντός του Βουλευτηρίου όπου συνεδριάζει η Βουλή. Οι διαφωνίες των κομμάτων δεν γεφυρώθηκαν από τις εκφράσεις γνώμης ακαδημαϊκών και πολιτικών οι οποίες διατυπώθηκαν στο δημόσιο χώρο που προσέφεραν τα μέσα, έντυπα ηλεκτρονικά, διαδικτυακά και τηλεοπτικά. Η όλη διαδικασία παρέπεμπε περισσότερο σε ξεχωριστούς μονολόγους παρά σε προβληματισμούς πολιτικής κοινωνίας. Ενδεχομένως να ευθύνεται ότι η πολλά υποσχόμενη εξαγγελία της αναθεώρησης του Συντάγματος, μόλις έλαβε υπόσταση δια της προτεινόμενης διατύπωσης, εξασθένησε δημιουργώντας αμφιβολίες όχι μόνο ως προς τη σαφήνεια των ρυθμίσεων αλλά και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (ratio του νομοθέτη). Προς επιβεβαίωση του ανωτέρω ισχυρισμού ενδεικτική είναι η διατύπωση για τη μετατροπή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 σε είδος Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο όμως προβλέπεται να λειτουργεί ως φραγή στη σκέψη και στην κρίση των άλλων ανώτατων δικαστικών σχηματισμών ως προς τη συνταγματικότητα ψηφισμένων νομοσχεδίων. Ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων και ιδίως ο συσχετισμός των κοινοβουλευτικών ομάδων απέτρεψε και σε πολλά σημεία δεν ενθάρρυνε την ουσιαστική συζήτηση, η οποία στο πλαίσιο του Ορθού Συνταγματικού Λόγου θα έταμε κρίσιμα ζητήματα της οργάνωσης της δημοκρατικής πολιτείας μας.
Άλλωστε αποδίδεται στον Hans Kelsen η φράση ότι : «Κράτη που δεν έχουν Συνταγματικό Δικαστήριο δεν διαθέτουν κατ’ ουσίαν Σύνταγμα, αλλά συνταγματικό ευχολόγιο.»
* ο κ Άλκης Δερβιτσιώτης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου