Ρόδος: Ένοχος ο οδηγός για την απόπειρα αφαίρεσης του «εγκεφάλου» του αυτοκινήτου μετά το δυστύχημα
Σε βάρος του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης
Θανατηφόρο τροχαίο στη Ρόδο
Snapshot
- Ο 44χρονος οδηγός κρίθηκε ένοχος για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, με ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών, μετατρεπόμενη σε χρηματική ποινή.
- Η κατηγορία αφορά την προσπάθειά του να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου του, που φυλασσόταν σε εταιρεία οδικής βοήθειας, λίγες ώρες μετά την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους.
- Ο κατηγορούμενος φέρεται να καθοδήγησε υπάλληλο της εταιρείας μέσω τηλεφώνων και μηνυμάτων για την αφαίρεση του καταγραφέα, ενώ επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό για τον ίδιο σκοπό.
- Ο υπάλληλος της εταιρείας αρνήθηκε να συμμορφωθεί και ενημέρωσε τις αστυνομικές αρχές, με αποτέλεσμα την αποκάλυψη της απόπειρας αφαίρεσης του καταγραφέα, ο οποίος θεωρείται κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για το δυστύχημα.
- Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να διασφαλίσει τον καταγραφέα λόγω τεχνικών προβλημάτων και ότι δεν γνώριζε για απαγόρευση προσέγγισης, αλλά το δικαστήριο δεν πείστηκε και τον έκρινε ένοχο.
Ένοχος κρίθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου ο 44χρονος οδηγός του μοιραίου οχήματος στη Ρόδο για τα όσα φέρεται να επιχείρησε λίγες ώρες μετά την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους για το δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή σε μάνα και κόρη.
Σε βάρος του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών, μετατραπείσα προς 15 ευρώ ημερησίως, με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Η ετυμηγορία
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατείται ήδη προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης, κρίθηκε ένοχος για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, δι’ έμμεσης αυτουργίας, κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, επίσης δι’ έμμεσης αυτουργίας. Στο κατηγορητήριο είχε γίνει επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα.
Tα όσα καταλογίζονται σε βάρος του 44χρονου τοποθετούνται στις 20 Μαΐου 2026 και συγκεκριμένα από τις 19:04, ελάχιστη ώρα αφότου είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτή. Γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητό του βρισκόταν στις εγκαταστάσεις εταιρείας οδικής βοήθειας, όπου το είχε αναθέσει προς φύλαξη η Τροχαία εν αναμονή της πραγματογνωμοσύνης, φέρεται να επιχείρησε να κατευθύνει υπάλληλο της επιχείρησης ώστε να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος από τον χώρο της μηχανής. Κατά την κατηγορία, πραγματοποίησε διαδοχικές τηλεφωνικές κλήσεις και απέστειλε γραπτά μηνύματα με αναλυτικές οδηγίες και στιγμιότυπα οθόνης, καθοδηγώντας τον εργαζόμενο βήμα προς βήμα.
Ο υπάλληλος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ωστόσο ο 44χρονος φέρεται να επέμεινε, ρωτώντας επανειλημμένα πότε θα απομακρυνόταν εκείνος από τον χώρο, με το πρόσχημα ότι ήθελε να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα. Σε μεταγενέστερο στάδιο επιχειρήθηκε, σύμφωνα με την κατηγορία, προσέγγιση και δεύτερου οδηγού της ίδιας εταιρείας, μέσω τρίτου προσώπου, με την αιτιολογία ότι υπήρχε επιθυμία να φωτογραφηθεί το όχημα. Η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, καθώς ο εργαζόμενος ενημέρωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και τους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου. Η σημασία του καταγραφέα θεωρείται κομβική, δεδομένου ότι από αυτόν μπορεί να προκύψει η ταχύτητα κίνησης του αυτοκινήτου τα δευτερόλεπτα πριν από τη μοιραία σύγκρουση.
Η γραμμή της υπεράσπισης
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε στο σύνολό τους τα αποδιδόμενα, δίνοντας εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στις ενέργειές του. Υποστήριξε ότι σκοπός του δεν ήταν η αφαίρεση ή η καταστροφή του καταγραφέα αλλά η διασφάλισή του, καθώς, όπως διατείνεται, αμέσως μετά την απόλυσή του έλαβε στο κινητό του ειδοποιήσεις από την εφαρμογή του αυτοκινήτου που εμφάνιζαν εκτεταμένες βλάβες και προειδοποίηση για κίνδυνο ανάφλεξης. Το αίτημά του, κατά τη θέση του, ήταν απλώς να μετακινηθεί ο καταγραφέας σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το όχημα. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν του είχε γνωστοποιηθεί καμία κατάσχεση ούτε έγγραφη απαγόρευση προσέγγισης, αφού η σχετική παραγγελία κατάσχεσης εκδόθηκε στις 26 Μαΐου 2026, ενώ το όχημα είχε μεταφερθεί στον χώρο φύλαξης με δική του πρωτοβουλία και κατόπιν συνεννόησης με την ασφαλιστική εταιρεία. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπεισαν τελικά το δικαστήριο, που κατέληξε σε καταδικαστική κρίση.
Με πληροφορίες από dimokratiki.gr