Φωτογραφίες Καισαριανής: «Να έρθουν στην Ελλάδα», λέει η σεναριογράφος του «Τελευταίου Σημειώματος»
«Ας γίνουν αντίγραφα να πάνε σε όλα τα μουσεία και σε όλα τα σχολεία της χώρας», πρόσθεσε η σεναριογράφος Ιωάννα Καρυστιάνη
«Άραγε θα μας ξεχάσουν;». Αυτό το ερώτημα έθετε η αφίσα της ταινίας «Το τελευταίο σημείωμα» συνοψίζοντας τις σκέψεις των 200 μελλοθάνατων Ελλήνων που βάδισαν παλικαρίσια στον θάνατο.
Μετά από 82 χρόνια, η ιστορία απαντά από μόνη της, με ένα αδιαπραγμάτευτο «όχι». Η αποκάλυψη των ιστορικών ντοκουμέντων από την Καισαριανή που προκάλεσε ρίγη συγκίνησης σε όλη τη χώρα άγγιξε ιδιαίτερα τη σεναριογράφο της ταινίας Ιωάννα Καρυστιάνη και τον γνωστό σκηνοθέτη και σύζυγό της Παντελή Βούλγαρη, που με την έρευνα και το έργο τους, μετέφεραν την ιστορία στη μεγάλη οθόνη.
Μιλώντας στο ThessPost.gr για τις πρώτες σκέψεις της μόλις είδε τις φωτογραφίες από την Καισαριανή, η Ιωάννα Καρυστιάνη λέει στο ΤhessPost.gr, «νιώσαμε αυτό που νιώσανε όλοι οι Έλληνες και λίγο παραπάνω επειδή είχαμε σκύψει πάνω σε αυτή την ιστορία με τρομερό ζήλο και τρομερή ταπεινοφροσύνη, γνωρίζοντας τις πλευρές αυτής της τρομακτικής ναζιστικής θηριωδίας».
«Να εκτιμήσουμε το χθες, να μάθουμε το σήμερα»
Όπως εξηγεί, τα κορυφαία σημεία της ταινίας είναι βασισμένα σε αληθινά γεγονότα. «Τη νύχτα που έχουν μάθει ότι την άλλη μέρα το πρωί δε πρόκειται να πάνε για μεταγωγή αλλά στον τοίχο της Καισαριανής για εκτέλεση, όλη νύχτα τραγουδούσαν. Δεν φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι ήταν… σπέσιαλ εφέ και δεν είχαν σχέση με κανονικά πλάσματα και ήθελαν ντε και καλά να πεθάνουν. Ήθελαν να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλον, να σταθούν περήφανα, απέναντι στην κτηνωδία των Ναζί. Πάλευαν για τις ιδέες τους. Οι ιδέες τους ήταν εντελώς αντίθετες, ήταν ιδέες για τον κόσμο της δουλειάς, της εργασίας, για την ελευθερία, για την Ειρήνη, για τη διακίνηση των ιδεών. Οι περισσότεροι ήταν κομμουνιστές».
Μιλώντας για τις τελευταίες στιγμές των διακοσίων εκτελεσθέντων, η κα Καρυστιάνη συγκλονίζει. «Όντως ζήτησαν να εκτελεστούν χωρίς να τους δέσουν τα μάτια, ήταν ανά εικοσάδες μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι πρώτοι εκτελεσμένοι, όταν έπεσαν κάτω μεταφέρθηκαν από τη δεύτερη ομάδα λίγο πιο εκεί, η δεύτερη ομάδα στάθηκε με ματωμένα ρούχα να δεχτεί τις σφαίρες στο στήθος, κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον τελευταίο, τον 200ό».
«Μια ταινία δε διδάσκει την ιστορία, ειδικά όταν είναι μια ταινία μυθοπλασίας, ασχέτως του αν βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα σε μεγάλο βαθμό, αλλά δίνει την αφορμή, στους ενδιαφερόμενους και σε αυτούς που κάτι νιώθουν μέσα στη ψυχή τους, ένα ενδιαφέρον, μια αγωνία, τους δίνει την αφορμή να ψάξουν καλύτερα και να μάθουνε, τι είναι το χώμα που πατάμε, ποια είναι η ιστορία του τόπου μας. Να εκτιμήσουμε το χθες, να μάθουμε το σήμερα και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να βαδίσουμε στον Ά η ‘Β δρόμο για το αύριο…».

«Πιστεύω ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες φωτογραφίες»
Η βραβευμένη συγγραφέας και σεναριογράφος εκτιμά ότι υπάρχει επιπλέον φωτογραφικό υλικό, καθώς αρκετοί Γερμανοί έβαζαν φωτογραφίες ως… αποδεικτικά για τα «κατορθώματά» τους. «Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν πολύ περισσότερες φωτογραφίες. Κάποιοι τις τραβούσαν για να έχουν ντοκουμέντα από τις… ανδραγαθίες τους ή να τις φυλάξουν για κάποιον άλλον λόγο. Οι Γερμανοί φεύγοντας, είχαν καταστρέψει τα περισσότερα ντοκουμέντα από τους τόπους κράτησης, από τα κάτεργα βασανιστηρίων και τους τόπους εκτέλεσης για να μην πέσουν στα χέρια των άλλων λαών όπου είχαν εισβάλει και καταστρέψει».

Φωτογραφίες που φαίνεται να απεικονίζουν τις τελευταίες στιγμές των 200 αγωνιστών πριν εκτελεστούν στην Καισαριανή από τους ναζί, την Πρωτομαγιά του 1944.
«Διακινούνται στη ζούλα»
H δημοπρασία των φωτογραφιών είναι ένα μόνο παράδειγμα ότι τεκμήρια εγκλημάτων πολέμου, πωλούνται και αγοράζονται παρά το ότι υπάρχει νόμος που το απαγορεύει. «Υπάρχει ένας νόμος που δεν εφαρμόζεται, που λέει ότι όταν υπάρχουν τέτοια ντοκουμέντα που μπορεί να αποδειχθούν υλικό για θεμελίωση κατηγορίας για εγκλήματα πολέμου κάποιοι τις διακινούν στη ζούλα δεν εμφανίζονται τόσο εύκολα. Πρέπει να υπάρχουν και από την Ελλάδα, από τις 89 μαρτυρικές πόλεις, από την έρευνα και την καταπληκτική δουλειά που είχαν κάνει ο Μανώλης Γλεζος με τους συνεργάτες του, θα πρέπει να υπάρχουν τρομερά ντοκουμέντα».
Για την ίδια, είναι αυτονόητο ότι οι φωτογραφίες πρέπει να επιστρέψουν στην Ελλάδα και η ιστορία που τις συνοδεύει να μεταλαμπαδευτεί ως ιστορική μνήμη στις επόμενες γενιές. «Πρέπει να έρθουν στην Ελλάδα, ας γίνουν και αντίγραφα κι ας πάνε παντού σε όλα τα μουσεία και σε όλα τα σχολεία. Αλλά πρέπει να έρθουν στην Ελλάδα, είναι ντροπή να μην έρθουν».
Διαβάστε επίσης