Ρολόγια,κέρματα και μια καρφίτσα κρατουμένων των γερμανικών SS επέστρεψαν στην Ελλάδα 82 χρόνια μετά
Οι Γερμανοί από τα αρχεία Arolsen με τη βοήθεια μαθητών και καθηγητών 4 ελληνικών σχολείων κατάφεραν να επιστρέψουν τα προσωπικά αντικείμενα στις 4 τελευταίες οικογένειες κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας
Συγγενείς του Δημήτρη Βαφειάδη, όμηρου στη ναζιστική Γερμανία που έχασε τη ζωή του στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Νόενγκαμε το 1945, επεξεργάζονται τα υπάρχοντα του που παρέδωσε στο στρατόπεδο κατά τη μεταφορά του, και τους δόθηκαν πίσω από τον διευθυντή των αρχείων Arolsen, Moritz Wein, σε ειδική τελετή που έγινε στο Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026.
Snapshot
- Τα προσωπικά αντικείμενα 9 Ελλήνων κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης επιστράφηκαν στις οικογένειές τους μετά από 81 χρόνια, μέσω των Αρχείων Arolsen και με τη συμμετοχή τεσσάρων ελληνικών σχολείων.
- Οι ναζί αφαιρούσαν τα προσωπικά αντικείμενα των κρατουμένων και τους έδιναν αριθμούς αντί για ονόματα, με στόχο να σβήσουν την ταυτότητα και την ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων.
- Μαθητές και καθηγητές εντόπισαν τις οικογένειες των τεσσάρων τελευταίων Ελλήνων κρατουμένων, ολοκληρώνοντας το πρόγραμμα «Stolen Memory» με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και του Υπουργείου Εξωτερικών.
- Τα Αρχεία Arolsen αποτελούν το μεγαλύτερο αρχείο για τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων και περιλαμβάνουν πάνω από 30 εκατομμύρια έγγραφα για περισσότερα από 17,5 εκατομμύρια θύματα.
- Ο διευθυντής των Αρχείων Arolsen τόνισε ότι δεν είναι δυνατή η επιστροφή όλων των αντικειμένων λόγω της απουσίας συγγενών, και υπογράμμισε την υποχρέωση τιμής στη μνήμη αυτών που δεν έχουν οικογένεια.
Τρία ρολόγια σταματημένα στο χρόνο, ένα πορτοφόλι με μερικά κέρματα, μία χρυσή καρφίτσα, μία ταυτότητα χειρός με κάποια ονόματα. Όλα λένε μία ιστορία για τους τέσσερις Έλληνες που οδηγήθηκαν σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόλις δύο κατάφεραν να επιστρέψουν πίσω μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από την γερμανική κατοχή.
Τα συγκεκριμένα αντικείμενα φυλάσσονταν για δεκαετίες στα Αρχεία Arolsen της Γερμανίας και έπειτα από 81 χρόνια, την Πέμπτη 25 Ιουνίου, σε μία εξαιρετικά συγκινητική τελετή στο υπουργείο Εξωτερικών παραδόθηκαν στους συγγενείς των τεσσάρων Ελλήνων. Συνολικά εντοπίστηκαν στα αρχεία Arolsen τα προσωπικά αντικείμενα 9 Ελλήνων και όλα επιστράφηκαν στις οικογένειές τους.
Οι ναζί, όταν οδηγούσαν κάποιον στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τον υποχρέωναν να παραδώσει όλα τα προσωπικά αντικείμενά του. Μόλις τα έπαιρναν, τα τοποθετούσαν σε έναν φάκελο με το όνομα - αρκετές φορές γραμμένο λάθος στα γερμανικά- του κρατουμένου και κάποιες φορές και το έτος γέννησης.
Στη συνέχεια τους αφαιρούσαν και το όνομα και τους έδιναν έναν αριθμό. Με αυτόν τον τρόπο το ναζιστικό καθεστώς στόχευε να κλέψει την ταυτότητα, τη μνήμη και την ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων του.

Συγγενείς του Δημήτρη Βαφειάδη, όμηρου στη ναζιστική Γερμανία που έχασε τη ζωή του στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Νόιενγκαμε το 1945.
ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ/ΑΠΕ-ΜΠΕΤα αρχεία Arolsen, όπου φυλάσσονται περίπου 4.500 αντικείμενα κρατουμένων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και υποχρεωτικής εργασίας, ξεκίνησαν το 2018 μία διεθνή εκστρατεία με τίτλο «Stolen Memory» (Κλεμμένη μνήμη). Στόχος τα αντικείμενα να επιστρέψουν στους συγγενείς των θυμάτων και μαζί - με έναν συμβολικό τρόπο- το όνομα και η ανθρώπινη υπόσταση που «έκλεψαν» οι ναζί και να τιμηθεί η μνήμη των βασανισμένων.
Στην Ελλάδα, τις οικογένειες των τεσσάρων κρατουμένων ανέλαβαν να εντοπίσουν μαθητές και μαθήτριες μαζί με τους επιβλέποντες καθηγητές και καθηγήτριές τους από τέσσερα σχολεία, μέσω ενός προγράμματος της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας και την Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του
υπουργείου Εξωτερικών σε συνεργασία με τα Αρχεία Arolsen.
Μέσα σε λίγους μήνες, με πολλή έρευνα και δουλειά τα κατάφεραν. Έδωσαν στις οικογένειες τα πολύτιμα για εκείνες αντικείμενα, συμπλήρωσαν τις οικογενειακές ιστορίες των συγγενών για τον άνθρωπο που έχασαν στις ναζιστικές θηριωδίες και έδωσαν στα θύματα τη θέση τους στην ιστορία. Έτσι ο αριθμός 32301 έγινε και πάλι ο Ευάγγελος Κερασιώτης και πίσω από τον αριθμό 32494 αποκαλύφθηκε ο Δημήτρης Βαφειάδης.
«Η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων απέστειλε εκ νέου εγκύκλιο στα σχολεία στην αρχή του νέου σχολικού έτους και 10 νέα σχολεία ενδιαφέρθηκαν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα και μέσα σε λίγους μήνες έγινε το θαύμα. Τα παιδιά και οι καθηγητές τους έκαναν αυτό που όλοι ελπίζαμε αλλά δεν τολμούσαμε να πιστέψουμε ότι θα συμβεί και μάλιστα ότι θα συμβεί τόσο γρήγορα και τόσο αποτελεσματικά. Βρέθηκαν και οι υπόλοιπες τέσσερις οικογένειες», είπε ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας
Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου, Γιώργος Πολυδωράκης.
Ευάγγελος Κερασιώτης: 19 χρονών ήταν σε λίστα Ελλήνων αιχμαλώτων στη γερμανική πόλη Τσέλε
Ο Κερασιώτης γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1925. Τον Ιούνιο του 1944 μεταφέρθηκε από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νόιενγκαμε στο Αμβούργο. Πήρε τον αριθμό κρατουμένου 32301 και παρέδωσε ένα ρολόι χειρός στους φρουρούς των SS. Με αυτές τις πληροφορίες οι μαθητές του ΕΠΑΛ Ευόσμου της Θεσσαλονίκης ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2025 για να βρουν τους συγγενείς του.

Συγγενείς του Ευάγγελου Κερασιώτη, όμηρου στη ναζιστική Γερμανία και το στρατόπεδο Νόινγκαμε παίρνουν το ρολόι που παρέδωσε στα SS.
ΑΠΕ-ΜΠΕΜετά από έρευνα σε δημοτολόγια και τον ελληνικό Ερυθρό Σταυρό κατάφεραν να μάθουν ότι την περίοδο της Κατοχής έμενε στη Νίκαια με την οικογένειά του. Θεωρείται πιθανό να βρισκόταν στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι την Πρωτομαγιά του 1944 όταν εστάλησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 200 κομμουνιστές. Τελικά στις 25 Μαΐου 1944 μαζί με άλλους 850 κρατούμενους από το Χαϊδάρι και τη Θεσσαλονίκη μεταφέρθηκε με τρένο στο στρατόπεδο Νόιενγκαμε. Έφτασε στις 4 Ιουνίου 1944.
Αργότερα μεταφέρθηκε σε ένα από τα 84 παραρτήματα του Νόιενγκαμε, το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Σάλτσγκιτερ όπου οι κρατούμενοι παρήγαγαν πολεμοφόδια για τον ναζιστικό στρατό.
Λίγο πριν την λήξη του πολέμου οι ναζί φόρτωσαν τους κρατούμενους, ακόμη και ξυπόλυτους, σε βαγόνια για να τους μεταφέρουν στο στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλζεν. Στις 8 Απριλίου 1945 το τρένο μπήκε στο σταθμό της πόλης Τσέλε και τότε βομβαρδίστηκε από αμερικανικά αεροσκάφη. Περίπου 2.000 κρατούμενοι σκοτώθηκαν.
Τελικά ο Κερασιώτης ήταν ανάμεσα σε αυτούς που απελευθέρωσε ο βρετανικός στρατός. Δήλωσε στους Βρετανούς ως επάγγελμα κλειδαράς, πιθανότατα γιατί αυτή ήταν η εργασία του στο στρατόπεδο. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 1945 μαζί με μία εβραία συγκρατούμενή του και συζούσαν στη Νίκαια. Το 1947 προσελήφθη στην αστυνομία πόλεως στην Αθήνα. Το 1949, λίγο πριν γίνει 24 ετών, πέθανε εξαιτίας καρδιακού νοσήματος.
Το ρολόι χειρός του παρέλαβε η χήρα του αδελφού του Ιωάννη, Καίτη Κερασιώτη. «Κι όμως έγινε πολλή δουλειά. Στις 11 το βράδυ να με παίρνει εμένα τηλέφωνο σχολείο από τη Θεσσαλονίκη. Τα παιδάκια με πόση όρεξη να μου μιλάνε και να με ρωτάνε και εγώ με τις φωτογραφίες που τις είχα θαμμένες. Τις έβγαλα και τις έδειξα και τα παιδιά με ενθουσιασμό με άκουγαν», είπε η Καίτη Κερασιώτη.
Δημήτρης Βαφειάδης: Δεν επέστρεψε ποτέ
Η οικογένεια του Δημήτρη Βαφειάδη εντοπίστηκε από μαθητές και μαθήτριες του 2ου ΓΕΛ Κορωπίου. Μεταφέρθηκε στο Νόιενγκαμε τον Ιούνιο του 1944 ως πολιτικός κρατούμενος και δεν επέστρεψε ποτέ.
Ο Κωνσταντίνος Βαφειάδης ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας που είχε καταγωγή από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Είχε τρεις αδελφές. Η Κατοχή τον βρίσκει 22 - 23 ετών να μοιράζει προκηρύξεις. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τον Μάιο του 1944 βρίσκεται στο ίδιο τρένο που μεταφέρει Έλληνες κρατούμενους στο στρατόπεδο Νόιενγκαμε. Παραδίδει στους ναζί ένα ρολόι τσέπης με αλυσίδα, ένα πορτοφόλι με κάποια νομίσματα και ένα δαχτυλίδι. Παίρνει τον αριθμό 32494 και καταγράφεται ως πολιτικός κρατούμενος με έτος γέννησης το 1919.

Το ρολόι τσέπης, το πορτοφόλι με τα νομίσματα και ένα δαχτυλίδι του Δημήτρη Βαφειάδη δόθηκαν στους συγγενείς του. Μαζί δόθηκε και ένας φάκελος με τα έγγραφα που έχουν τα Αρχεία Arolsen για τον Δημήτρη Βαφειάδη.
Arolsen ArchivesΣτα αρχεία αναφέρεται ως σιδεράς. Σύμφωνα με τα έγγραφα του ελληνικού Ερυθρού Σταυρού πέθανε στις 18 Μαΐου σε νοσοκομείο του Αμβούργου. Είναι πιθανόν να μεταφέρθηκε εκεί από το στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλζεν.
Για την οικογένειά του ήταν αγνοούμενος και γι’ αυτό οι αδελφές του δεν σταματούν να τον αναζητούν και στέλνουν αιτήματα στον ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Οι δύο από τις αδελφές του, στη μνήμη του, δίνουν το όνομά του σε δύο από τους γιους τους. Ο ένας εξ αυτών, ο Δημήτρης Βαχαρέλης, ήταν και αυτός που παρέλαβε τα αντικείμενα του θείου του.
«Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτή την ομάδα των παιδιών και των καθηγητών της κυρίας Πολίτου, της κυρίας Μαρινοπούλου και τον άλλων συναδέλφων για αυτό το δώρο ψυχής που μας έκαναν σήμερα», είπε ο Δημήτρης Βαχαρέλης. Μάλιστα αποκάλυψε ότι αποφασίστηκε να δοθεί το όνομα Δημήτρης και στον εγγονό που απέκτησε πρόσφατα για να τιμηθεί η μνήμη του θείου του. «Αυτά τα αντικείμενα όταν εγώ φύγω από την ζωή θα πάνε σε αυτόν τον Δημήτρη για να υπάρξει συνέχεια», ανέφερε.
Γεώργιος Σαγματόπουλος: Πέθανε στο στρατόπεδο Μπρέμεν-Φάργκε
Η οικογένεια του Γεωργίου Σαγματόπουλου εντοπίστηκε από τους μαθητές και τις μαθήτριες του 7ου Γυμνασίου Νέας Ιωνίας Αττικής υπό την καθοδήγηση του διευθυντή Κωνσταντίνου Καραμπερόπουλου.

Συγγενής του Γιώργου Σαγματόπουλου, όμηρου στη ναζιστική Γερμανία που έχασε τη ζωή του στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Νόιενγκαμε παραλαμβάνει το ρολόι του που παρέδωσε στο στρατόπεδο κατά τη μεταφορά του, από τον Γιώργο Πολυδωράκη, διευθυντή Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών/
ΑΠΕ-ΜΠΕΟι γονείς του είχαν το επίθετο Σεμεντζέ και ήταν πόντιοι που ήρθαν στην Ελλάδα. Διέμεναν στην Δραπετσώνα και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Μιλτιάδη, τον Γεώργιο και την Παναγιώτα. Με την έλευσή τους στην Ελλάδα το όνομά τους άλλαξε σε Σαγματόπουλος.
Ο Γεώργιος Σαγματόπουλος είναι οδηγός και μηχανικός και συλλαμβάνεται το 1944 στο μπλόκο της Νίκαιας. Οδηγείται στο Μπλοκ 13 στο Χαϊδάρι και τον Μάιο του 1944 μεταφέρεται στο Νόιενγκαμε. Στις 6 Ιουνίου 1944 καταγράφεται η είσοδός του ως κρατούμενου και παραδίδει ένα ρολόι χειρός.
Έχει δηλώσει το επάγγελμά του και γι’ αυτό τον μεταφέρουν σε ένα από τα μικρότερα στρατόπεδα του Νόιενγκαμε, το Μπρέμεν Φάργκε, όπου γίνεται επιδιόρθωση σιδηροδρομικών υλικών από τους κρατούμενους. Εκεί σταματούν τα ίχνη του και κηρύσσεται νεκρός από το ληξιαρχείο της Αθήνας το 1962.
Νικόλαος Φασουλιώτης: Επέζησε και απέκτησε 7 παιδιά
Η οικογένεια του Νικολάου Φασουλιώτη εντοπίστηκε από το 1ο ΓΕΛ Υμηττού. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο Φασουλιώτης ήταν κυπριακής καταγωγής και πολέμησε στην Ελλάδα κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο με το κυπριακό τάγμα του βρετανικού στρατού. Κηρύχθηκε αγνοούμενος τον Απρίλιο του 1941, κατά τη διάρκεια της οπισθοχώρησης των Βρετανών στην περιοχή της Καλαμάτας, και έζησε για ένα διάστημα στην Ελλάδα, παντρεύτηκε και απέκτησε έναν γιο. Αργότερα συνελήφθη και οδηγήθηκε ως πολιτικός κρατούμενος στο Νόιενγκαμε και απελευθερώθηκε τον Μάιο του 1945.
Διέμεινε αρχικά στη Βρετανία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο όπου παντρεύτηκε ξανά και απέκτησε ακόμη 6 παιδιά. Απεβίωσε στην Κύπρο το 2000. Σήμερα ζουν τρία από τα 6 παιδιά του και δεν βρέθηκαν ίχνη από τον γιο που απέκτησε από τον πρώτο γάμο του. Την ταυτότητα χειρός και μία μικρή χρυσή καρφίτσα παρέλαβε η κόρη του από τον δεύτερο γάμο του, Κωνσταντία.

Η χρυσή καρφίτσα και η ταυτότητα χειρός που παραδόθηκε στους συγγενείς του Νικολάου Φασουλιώτη
ΑΠΕ-ΜΠΕΤι είναι τα Αρχεία Arolsen
Αποτελούν το μεγαλύτερο αρχείο στον κόσμο για τα θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων με αρχειακό υλικό των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας. Στόχος του είναι η τεκμηρίωση των εγκλημάτων που διέπραξαν οι ναζί κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα από τα ντοκουμέντα και τα έγγραφα που εντοπίστηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα με τελική επιδίωξη τη διατήρηση της μνήμης και την επιμόρφωση των νεότερων γενιών.
Διαθέτουν πάνω από 30 εκατομμύρια έγγραφα που αποτελούν τη βάση για έρευνα και εκπαίδευση και αφορούν πάνω από 17,5 εκατομμύρια θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων. Διοικείται από την Διεθνή Επιτροπή για τα Αρχεία Αrolsen, στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι 11 κρατών.
Ο διευθυντής των Αρχείων Arolsen, Μόριτζ Βάιν παρευρέθηκε στην εκδήλωση στο υπουργείο Εξωτερικών και μίλησε για την δουλειά που γίνεται για την επιστροφή των αντικειμένων των κρατουμένων των στρατοπέδων συγκέντρωσης στις οικογένειες τους και ξεκίνησε από την δεκαετία του 1960. Εξήγησε, όμως, ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι θηριωδίες είναι τόσο μεγάλες που δεν υπάρχουν συγγενείς των θυμάτων για να παραλάβουν αυτά τα αντικείμενα.
«Καθώς πραγματοποιούμε σήμερα αυτή την πράξη αποκατάστασης, θα ήθελα επίσης να κάνω μια μικρή παύση για να τιμήσω τη μνήμη εκείνων των θυμάτων των οποίων τα προσωπικά αντικείμενα δεν θα επιστραφούν ποτέ. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε όλα τα προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων, διότι η δίωξη ήταν τόσο ολοκληρωτική και βίαιη, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν απομείνει συγγενείς στους οποίους να παραδοθούν αυτά τα αντικείμενα. Επομένως, είναι καθήκον μας, στα Αρχεία Arolsen, να τιμούμε τη μνήμη εκείνων που δεν έχουν κανέναν, καμία οικογένεια να τους θυμάται», τόνισε ο Μόριτζ Βάιν.