Ξανανοίγει ο φάκελος της τραγωδίας στη Marfin: Οι ενδείξεις και το ανώνυμο e–mail
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπουγάς, εξηγεί τα επόμενα βήματα της έρευνας για την τραγωδία στη Marfin τον Μάιο του 2010 και ξεκαθαρίζει ότι απαιτούνται πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία
Snapshot
- Ο φάκελος της τραγωδίας στη Marfin επανεξετάζεται έπειτα από 16 χρόνια, αλλά απαιτούνται πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για παραπομπή στη Δικαιοσύνη.
- Ανώνυμο e–mail μπορεί να αποτελέσει αφετηρία έρευνας μόνο αν συνοδεύεται από επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία.
- Στη Δικαιοσύνη δεν χρησιμοποιούνται «εργαλεία» τεχνητής νοημοσύνης στις ανακριτικές διαδικασίες, ενώ τα ηλεκτρονικά έγγραφα μπορούν να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα, αλλά όχι από μόνα τους.
- Δεν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων, καθώς η προθεσμία παραγραφής ήταν 20 έτη και ισχύει η αρχή του ευμενέστερου νόμου για τη δίκη των κατηγορουμένων.
- Το ισχύον νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας έχει αυστηροποιηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και προσαρμόζεται ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε υπόθεσης.
Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία της Marfin, ο φάκελος της υπόθεσης «ανοίγει» ξανά μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, αλλά η διαδρομή από τις ενδείξεις έως μια πιθανή παραπομπή στη Δικαιοσύνη παραμένει μακρά.
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπουγάς, εξηγεί τα επόμενα βήματα της έρευνας και ξεκαθαρίζει ότι ένα ανώνυμο e–mail δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει κατηγορούμενους στο εδώλιο.
Ο κ. Μπουγάς επεσήμανε ότι τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, θα αξιολογηθούν από τον ανακριτή κι εφόσον ενισχυθούν από νέα αποδεικτικά μέσα και μετατραπούν σε αποχρώσες (σ.σ. επαρκείς, βάσιμες και σοβαρές) ενδείξεις, η υπόθεση μπορεί να οδηγηθεί στο ακροατήριο.
«Βρισκόμαστε στο στάδιο των ενδείξεων. Αυτές θα αξιολογηθούν από τον ανακριτή που θα αναλάβει την υπόθεση. Αν εμπλουτιστούν με νέα αποδεικτικά στοιχεία και γίνουν αποχρώσες ενδείξεις, τότε θα υπάρξει παραπομπή στο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει αν οι φερόμενοι ως δράστες είναι ένοχοι ή αθώοι», τόνισε.
Απαντώντας στο κατά πόσον ένα ανώνυμο e–mail μπορεί να αποτελέσει βάση για την επανεκκίνηση μίας τόσο σοβαρής έρευνας, ο υφυπουργός σημείωσε ότι πρόκειται για αποδεκτή αφετηρία, εφόσον συνοδεύεται από πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία.
«Για την Ελληνική Αστυνομία αλλά και τη Δικαιοσύνη, όταν τέτοιες πληροφορίες υποστηρίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, μπορούν να οδηγήσουν στην επανεξέταση μιας υπόθεσης. Δεν μπορεί, όμως, να είναι τα μόνα στοιχεία. Απαιτείται συνδυασμός αποδεικτικών μέσων, τον οποίο αξιολογούν οι εισαγγελείς και οι ανακριτές», υπογράμμισε.
Σε ερώτηση αν αξιοποιούνται σήμερα «εργαλεία» τεχνητής νοημοσύνης από τη Δικαιοσύνη στις ανακριτικές διαδικασίες, ο κ. Μπουγάς ξεκαθάρισε ότι οι ανακριτές δεν διαθέτουν τέτοια μέσα.
«Για την Αστυνομία δεν το γνωρίζω. Στη Δικαιοσύνη, πάντως, δεν χρησιμοποιούμε “εργαλεία” τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο των ανακριτικών ερευνών, είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στη χρήση των νέων τεχνολογιών και ειδικά της τεχνητής νοημοσύνης», σχολίασε.
Παράλληλα, αποσαφήνισε ότι τα ηλεκτρονικά έγγραφα μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου, ωστόσο, δεν επαρκούν από μόνα τους για την έκδοση δικαστικής κρίσης.
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης τόνισε ότι οι ελληνικές Αρχές ενεργούν με νηφαλιότητα και αυστηρή τήρηση των κανόνων δικαίου, με στόχο την ταυτοποίηση των πραγματικών δραστών. «Η ελληνική Πολιτεία δεν εκδικείται. Όμως, έχει υποχρέωση, με αυστηρότητα, τυπικότητα στους κανόνες δικαίου και ταχύτητα, να οδηγήσει τον δράστη στη Δικαιοσύνη και να επιβληθούν οι κυρώσεις που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας», είπε ακόμη.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο παραγραφής των αδικημάτων, ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Όπως εξήγησε, κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, η προθεσμία παραγραφής για τα συγκεκριμένα εγκλήματα ήταν 20 έτη, επομένως υπάρχει ακόμη χρόνος για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας.
Απαντώντας στο ερώτημα με ποιον Ποινικό Κώδικα θα δικαστούν οι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι η επίθεση σημειώθηκε το 2010, ο κ. Μπουγάς υπενθύμισε ότι εφαρμόζεται η αρχή του ευμενέστερου νόμου.
Όπως εξήγησε, οι δικαστές θα εξετάσουν όλες τις νομοθετικές μεταβολές που μεσολάβησαν από την τέλεση των πράξεων έως την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης και θα εφαρμόσουν εκείνον τον ποινικό νόμο που είναι ευνοϊκότερος για τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις γενικές αρχές του Ποινικού Δικαίου.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες επιθέσεις με γκαζάκια κατά στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη και τη συζήτηση που έχει «ανοίξει» για ενδεχόμενη αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι οι αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έχουν ήδη καταστήσει το ισχύον πλαίσιο ιδιαίτερα αυστηρό.
Όπως δήλωσε, το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε εκτεταμένες παρεμβάσεις στους δύο Κώδικες, με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
«Το νομικό πλαίσιο έχει αναμορφωθεί και αυστηροποιηθεί. Σήμερα, οι ποινικές διατάξεις που διέπουν αυτού του είδους την εγκληματικότητα είναι από τις αυστηρότερες στον ευρωπαϊκό δικαιϊκό χώρο. Παρακολουθούμε διαρκώς το κοινωνικό φαινόμενο και παρεμβαίνουμε αφού αξιολογήσουμε τα πραγματικά δεδομένα», συμπλήρωσε.
Ο κ. Μπουγάς διευκρίνισε ακόμη ότι δεν μπορούν όλες οι υποθέσεις να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, καθώς απαιτείται διαβάθμιση ανάλογα με τη βαρύτητα κάθε πράξης και την απαξία της ποινικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι μετά τις πρόσφατες αλλαγές στη νομοθεσία, ποινές φυλάκισης άνω των 2 ετών για πλημμελήματα εκτίονται πλέον κανονικά όταν το κρίνει αναγκαίο το δικαστήριο.
«Μία ευνομούμενη Πολιτεία έχει τρεις βασικές υποχρεώσεις: Να εντοπίζει έγκαιρα τους δράστες ενός εγκλήματος, να τους οδηγεί σε μία δίκαια δίκη και να εκτελεί χωρίς καθυστερήσεις τις δικαστικές αποφάσεις. Αυτές είναι οι παράμετροι που προσδιορίζουν τη λειτουργία ενός Κράτους Δικαίου», ολοκλήρωσε ο κ. Μπουγάς.
Διαβάστε επίσης