Αποζημίωση €20.000 σε γιατρό του ΕΣΥ που υπέστη burn out την περίοδο της πανδημίας
Η κατάρρευση της γιατρού συνέβη κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19, όπου αντιμετώπισε υπερεφημερίες και αυξημένες ευθύνες σε πολλαπλά πόστα - «Δεν μας έκοψαν ούτε 100 ευρώ», λέει στο Newsbomb η δικηγόρος της γιατρού που προσέφυγε κατά του ΕΣΥ
Snapshot
- Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων επιδίκασε 20.000 ευρώ σε γιατρό του ΕΣΥ για ηθική βλάβη λόγω επαγγελματικής εξουθένωσης (burn out) που συνδέθηκε με τις εργασιακές συνθήκες και την αμέλεια της διοίκησης του νοσοκομείου.
- Η γιατρός Ελένη Ιωαννίδου κατέθεσε περίπου 50 έγγραφες αναφορές για προβλήματα που επηρέαζαν την εργασία της, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση από τη διοίκηση.
- Η κατάρρευση της γιατρού συνέβη κατά την περίοδο της πανδημίας Covid-19, όπου αντιμετώπισε υπερεφημερίες και αυξημένες ευθύνες σε πολλαπλά πόστα.
- Το δικαστήριο διαπίστωσε παράνομες παραλείψεις της διοίκησης, όπως μη χορήγηση νόμιμων αδειών και την αποστολή διαταγών «εντέλλεσθε», που οδήγησαν στον εξαναγκασμό της γιατρού σε παραίτηση.
- Η απόφαση αποτελεί πρωτοφανή δικαστική δικαίωση, αλλά δεν δεσμεύει τη νομολογία και δεν προβλέπεται να προκαλέσει μαζικές αγωγές κατά του Δημοσίου.
Πρωτοφανή δικαστική απόφαση εξέδωσε το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων, επιδικάζοντας αποζημίωση 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη σε γιατρό του ΕΣΥ, η οποία οδηγήθηκε σε παραίτηση έπειτα από παρατεταμένη εργασιακή εξουθένωση (burn out), την οποία το δικαστήριο συνέδεσε με τις συνθήκες εργασίας και τις παραλείψεις της διοίκησης του νοσοκομείου.
Η ενάγουσα, παθολόγος και πρώην διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, Ελένη Ιωαννίδου, δικαιώθηκε πλήρως, με το δικαστήριο να επιδικάζει το σύνολο του ποσού που ζητήθηκε. Η δικηγόρος της, Βασιλική Γκόγκου, μιλώντας στο Newsbomb.gr, χαρακτηρίζει την απόφαση πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δικαστικά χρονικά, επισημαίνοντας τόσο τη σημασία της για τη συγκεκριμένη υπόθεση όσο και το ιδιαίτερο σκεπτικό με το οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του.
«Το πρωτοφανές είναι ότι ζητήσαμε 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη και μας επιδίκασε ακριβώς όσα ζητήσαμε. Δεν μας έκοψε ούτε 100 ευρώ, κάτι που είναι επίσης πολύ εντυπωσιακό.
Ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με τέτοια υπόθεση και αποτελεί και για μένα δικαίωση η απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο έλαβε μια απόφαση που χρειαζόταν μεγάλο σθένος, λόγω της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης», λέει στο Newsbomb.gr η δικηγόρος Βασιλική Γκόγκου, σχετικά με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ύψους 20.000 ευρώ στην παθολόγο Ελένη Ιωαννίδου λόγω ηθικής βλάβης, ως απόρροιας του συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης (burn out).
Ήθελε λύσεις στα προβλήματα, όχι εξώθηση σε παραίτηση
Η κυρία Γκόγκου ξεκαθάρισε ότι σκοπός της ενάγουσας ήταν να παραμείνει στο πόστο της, καθώς ήταν ταγμένη, και ιδεολογικά, στην κοινωνική προσφορά και ήθελε, μέσα από τις καταγγελίες της προς τη διοίκηση του νοσοκομείου, να αναδείξει τα προβλήματα και να βρεθούν λύσεις, ώστε να συνεχίσει να προσφέρει απρόσκοπτα στη δημόσια Υγεία. Επουδενί ήθελε να αφήσει τη δουλειά της. Όμως οι συνθήκες την ανάγκασαν να το πράξει και να προσφύγει δικαστικά, ύστερα και από το διαγνωσμένο burn out που υπέστη, αναγκαζόμενη να παραιτηθεί έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια στον χώρο της δημόσιας Υγείας.
Σύμφωνα με την κυρία Γκόγκου, η γιατρός είχε υποβάλει περίπου 50 έγγραφες αναφορές, επισημαίνοντας τα προβλήματα που δεν της επέτρεπαν να κάνει τη δουλειά της. Αυτές οι αναφορές ήταν το «κλειδί» για να στηριχθεί η υπόθεση, καθώς αποτέλεσαν αδιάσειστα στοιχεία, που συνέβαλαν στην απόφαση του δικαστηρίου.
«Ήταν αλήθεια ότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά της. Είχε κοινοποιήσει τα προβλήματα στη διοίκηση του νοσοκομείου, ενώ είχε προσφύγει και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Σε όλα της τα αιτήματα, η απάντηση του νοσοκομείου ήταν "εντέλλεσθε"» λέει χαρακτηριστικά η κυρία Γκόγκου.
Επί Covid επήλθε η κατάρρευση της γιατρού
Η περίοδος κατά την οποία κατέρρευσε σωματικά και πνευματικά η γιατρός, η οποία ήταν διευθύντρια της Παθολογικής Κλινικής αλλά και της Κλινικής Covid του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, ήταν αυτή της πανδημίας του κορονοϊού, όταν, κατά κοινή ομολογία, το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό σε όλα τα νοσοκομεία λειτουργούσε σε συνθήκες εμπόλεμης ζώνης, με ατελείωτες βάρδιες και εφημερίες ακόμη και σε αντικείμενα πέραν των ειδικοτήτων του.
Η ίδια η Ελένη Ιωαννίδου είχε, μεταξύ άλλων, καταγγείλει εγγράφως ότι η διοίκηση του Νοσοκομείου Ρεθύμνου ανάγκαζε όλους τους γιατρούς, πέραν των καθ' ύλην αρμοδίων, να συνοδεύουν διασωληνωμένους ασθενείς, ενώ με δεκάδες αναφορές της προειδοποιούσε για τις ελλείψεις προσωπικού και τις συνθήκες που, όπως υποστήριζε, έθεταν σε κίνδυνο τόσο τους ασθενείς όσο και τους ίδιους τους υγειονομικούς.
Δεν έχει αναλάβει άλλες αντίστοιχες υποθέσεις
Η κυρία Γκόγκου τόνισε ότι η δικαίωση της πελάτισσάς της αποτελεί σημαντικό πρόκριμα για όποιον μπορεί να αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η απόφαση υπέρ της γιατρού δεν πρόκειται να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και να προκαλέσει ντόμινο προσφυγών κατά του Δημοσίου.
«Είναι μια πρωτόγνωρη απόφαση, αλλά η νομολογία στην Ελλάδα δεν είναι δεσμευτική», εξηγεί η κυρία Γκόγκου, τονίζοντας ότι η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων είναι μεν πρωτόγνωρη, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει προπομπό για εκατοντάδες ή χιλιάδες δυνητικές αγωγές κατά του Δημοσίου και να δημιουργηθεί μεγάλη δημοσιονομική «τρύπα» από την καταβολή αποζημιώσεων.
Η ανάρτηση της γιατρού μετά τη δικαίωσή της
Μετά από τρία χρόνια και την επιμονή της δικηγόρου μου και φίλης μου, Βασιλικής Γκόγκου (Βίκυ Γκόγκου), εκδόθηκε η δεύτερη καταδικαστική απόφαση για το Νοσοκομείο Ρεθύμνου.
Μετά τον εξαναγκασμό μου σε παραίτηση από τη θέση της διευθύντριας του Παθολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, κατέθεσα αγωγή κατά της διοίκησης του νοσοκομείου για δύο λόγους.
Ο πρώτος ήταν η αποζημίωση των αδειών (180 ημερών) που δεν έλαβα, λόγω της σταθερής υποστελέχωσης των τελευταίων πέντε ετών. Ο δεύτερος, και κυριότερος για μένα, ήταν η ηθική βλάβη που υπέστην λόγω του εξαναγκασμού μου σε υπερεφημέρευση, στη συμμετοχή σε διακομιδές διασωληνωμένων ασθενών, στην περικοπή αδειών και ρεπό, στην υπερφόρτωση με πολλαπλές εργασίες και πόστα τα τελευταία χρόνια, καθώς και στην έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος μου, εξαιτίας της αντίδρασης και της στάσης μου απέναντι σε όλα αυτά.
Ως αποτέλεσμα, οδηγήθηκα σε αδυναμία να διατηρήσω το επίπεδο νοσηλείας που θεωρούσα ασφαλές για τους ασθενείς μου, γεγονός που με οδήγησε τελικά σε σωματική και ψυχική κατάρρευση.
Στο πρώτο δικαστήριο δικαιώθηκα για την αποζημίωση των αδειών που μου χρωστούσε, με δική του υπαιτιότητα, το νοσοκομείο. Και ενώ η ίδια η διοίκηση και ο νομικός της σύμβουλος με προέτρεψαν να διεκδικήσω νομικά την αποζημίωση των αδειών που δεν μπόρεσαν, λόγω αυξημένων αναγκών και υποστελέχωσης, να μου χορηγήσουν, άσκησαν έφεση στην απόφαση που με δικαίωνε.
Λόγω μη συνάφειας των δύο υποθέσεων, έγινε δεύτερο δικαστήριο για το θέμα της ηθικής βλάβης, στο οποίο επίσης δικαιώθηκα πρόσφατα.
Να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά πανελλαδικά που εκδικάζεται μια τέτοια υπόθεση, με διακύβευμα τον εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών στον δημόσιο τομέα. Θεωρώ ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη δική μου δικαίωση, δεδομένου ότι εξαναγκάστηκα, λόγω των συνθηκών, να παραιτηθώ από μια εργασία που αγαπούσα και είχα επιλέξει, αλλά και για δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις συναδέλφων που οδηγήθηκαν σε παραίτηση για τους ίδιους λόγους.
Παρακάτω παραθέτω το βασικό σκεπτικό της απόφασης, η οποία εκτείνεται σε 14 σελίδες και ουσιαστικά υιοθετεί τη δική μου θέση.
«Το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρατεταμένη στάση της διοίκησης του νοσοκομείου, η μη ουσιαστική ανταπόκριση στα επανειλημμένα αιτήματα της ενάγουσας και οι ιδιαίτερα επιβαρυμένες συνθήκες εργασίας συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout). Διαπίστωσε ότι η ενάγουσα εξάντλησε τα νόμιμα μέσα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, χωρίς αποτέλεσμα, και ότι τελικά οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης που υπέστη.
Ως προς την αποζημίωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του νοσοκομείου για ηθική βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της επιβάρυνσης, τις επιπτώσεις στην υγεία και την επαγγελματική ζωή της ενάγουσας, καθώς και τη βαρύτητα της παράνομης παράλειψης της διοίκησης. Για τους λόγους αυτούς έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση ύψους 20.000 ευρώ, με νόμιμο τόκο από 21.08.2023, καθώς και τα δικαστικά έξοδα.»
Η απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων
Αγωγή κατά Νοσοκομείου (ΝΠΔΔ), με την οποία ζητείται η καταβολή ποσού 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία η ενάγουσα υπέστη από παράνομες ενέργειες και παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου, οι οποίες την εξουθένωσαν σωματικά και ψυχικά και την ανάγκασαν να παραιτηθεί από τη θέση της στον κλάδο ιατρών του ΕΣΥ.
Αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, διευθύντρια Παθολογικής Κλινικής, κατά τον κρίσιμο χρόνο και μέχρι την παραίτησή της, εφημέρευε σε 24ωρες εφημερίες πέραν των νομίμως προβλεπόμενων και μάλιστα ταυτόχρονα σε πολλαπλά πόστα (Παθολογική Κλινική, Κλινική Covid και ΤΕΠ), ενώ δεν έλαβε τη νόμιμη άδειά της.
Αποδεικνύεται επίσης η συχνή αποστολή εγγράφων «εντέλλεσθε» από τη διοίκηση του εναγομένου, καθώς και η έγγραφη γνωστοποίηση προς τη διοίκηση της σωματικής και ψυχικής της εξάντλησης.
Κρίνεται ανεπίτρεπτη η παράλειψη του διοικητή του νοσοκομείου να απαντήσει στα υπηρεσιακά έγγραφα που η ενάγουσα του απέστειλε με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής που διηύθυνε.
Μάλιστα, ο διοικητής δεν υπέβαλε τα αιτήματα της ενάγουσας σε άλλα αρμόδια όργανα, όπως στην ΥΠΕ ή σε όργανα του Ελληνικού Δημοσίου. Η δε αποστολή στοιχείων στην ΥΠΕ για διορισμούς νέων γιατρών, με τους σχετικούς διαγωνισμούς να αποβαίνουν ως επί το πλείστον άγονοι, δεν αρκεί για να θεραπεύσει την παραπάνω παράλειψη.
Η διαρκής αποστολή διαταγών «εντέλλεσθε» και η μη χορήγηση των νόμιμων αδειών της συνιστούν, συνδυαστικά εξεταζόμενες, επίσης παράνομες πράξεις του διοικητή.
Υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης παράλειψης και της ζημίας.
Οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας και η συσσωρευμένη κούραση από την αδιάκοπη εργασία οδήγησαν, όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία και τη σχετική ψυχιατρική γνωμάτευση, στην ψυχική και σωματική εξάντληση της ενάγουσας, δηλαδή στο σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης (burn out), καθιστώντας ακόμη δυσχερέστερη την παροχή της εργασίας της.
Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το νοσοκομείο δεν άλλαξε ούτε πρότεινε λύσεις για την αντιμετώπιση του πλαισίου εργασίας που προκάλεσε το παραπάνω σύνδρομο και μάλιστα μετά την περίοδο της πανδημίας, όταν πλέον δεν υφίσταντο επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, στοιχειοθετείται εν προκειμένω η έννοια του εξαναγκασμού σε παραίτηση.
Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ειδικότερα: (α) ότι η παράνομη παράλειψη του οργάνου του εναγόμενου νοσοκομείου έπληξε τη σωματική και την ψυχική υγεία της ενάγουσας, (β) τον απαιτητικό χαρακτήρα της νυχτερινής απασχόλησης κατά τις εφημερίες, σε διάστημα κατά το οποίο δεν ελάμβανε άδειες, καθώς και τη ζωτική σημασία του νυχτερινού ύπνου για τη ζωή, την υγεία και τη μακροβιότητα του ανθρώπου, (γ) ότι η παράνομη αυτή παράλειψη έπληξε και την επαγγελματική αξία της ενάγουσας, (δ) ότι η σωματική και ψυχική ταλαιπωρία διήρκεσε κατά τα έτη 2021-2023 και (ε) ότι η επίμαχη παρανομία της στέρησε τελικά την επαγγελματική της ταυτότητα και τους προσωπικούς και επαγγελματικούς της στόχους, ενώ η βλάβη της περιλαμβάνει και την πλήρη αποστέρησή της από την άσκηση των καθηκόντων της και από το μέσο βιοπορισμού που αυτή η θέση συνεπάγεται.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 20.000 ευρώ, κατά πλήρη αποδοχή του ένδικου αιτήματος.