Νόμιζε ότι ο έντονος βήχας ήταν από κορωνοϊό – Η σοκαριστική διάγνωση στα 34 της
Η στιγμή που ο οκτάχρονος γιος της έτρεξε να την αγκαλιάσει και η γιαγιά του τον σταμάτησε ήταν εκείνη που η Μικαέλα συνειδητοποίησε πόσο σοβαρή ήταν η μάχη που είχε μπροστά της
Snapshot
- Η 34χρονη Μικαέλα Ράιλι διαγνώστηκε με θύμωμα τρίτου σταδίου, μια σπάνια μορφή καρκίνου του θύμου αδένα, μετά από επίμονο βήχα που αρχικά απέδωσε στην Covid-19.
- Υποβλήθηκε σε 21 κύκλους χημειοθεραπείας και μια πολύπλοκη πεντάωρη χειρουργική επέμβαση που περιελάμβανε την αφαίρεση του όγκου και ανακατασκευή αιμοφόρων αγγείων κοντά στην καρδιά.
- Η θεραπεία ήταν σωματικά και ψυχολογικά απαιτητική, με ανάγκη υποστήριξης για την ίδια και τον γιο της, ενώ προηγήθηκε κρυοσυντήρηση ωαρίων για τη διατήρηση της γονιμότητας της.
- Πέντε χρόνια μετά, η Μικαέλα έχει αναρρώσει πλήρως, παραμένει χωρίς καρκίνο και απέκτησε μια κόρη χωρίς να χρειαστεί θεραπείες γονιμότητας.
- Η εμπειρία της αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, της εξειδικευμένης φροντίδας και της προσωπικής αντιμετώπισης σε περιπτώσεις σπάνιων καρκίνων.
Ένας βήχας που δεν έλεγε να υποχωρήσει, μια δυσκολία στην αναπνοή και η αίσθηση ότι πνίγεται κάθε φορά που ξαπλώνει.
Για τη Μικαέλα Ράιλι, μια νεαρή μητέρα και εκπαιδευτικό από το νότιο Λονδίνο, όλα έμοιαζαν αρχικά με συμπτώματα που είχαν επιμείνει μετά τη λοίμωξη από Covid-19. Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ διαφορετική.
Τον Φεβρουάριο του 2021, η Μικαέλα ήταν μόλις 34 ετών όταν νόσησε από κορωνοϊό. Παρότι οι ημέρες περνούσαν, ο βήχας της συνέχιζε να την ταλαιπωρεί. Δεκαεννέα ημέρες αργότερα, εξακολουθούσε να αισθάνεται άρρωστη, ενώ οι πόνοι που αντιμετώπιζε γίνονταν ολοένα πιο έντονοι.
Εκείνη την περίοδο ετοιμαζόταν να επιστρέψει στη σχολική αίθουσα, έπειτα από ένα διάστημα εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Η μητέρα της, όμως, ανησυχώντας για την κατάστασή της, την παρότρυνε να πάει στα Επείγοντα.
Η απόφαση αυτή οδήγησε σε μια διάγνωση που κανείς στην οικογένεια δεν περίμενε: η Μικαέλα είχε θυμώμα τρίτου σταδίου, μια σπάνια μορφή καρκίνου που αναπτύσσεται στον θύμο αδένα, στο εσωτερικό του θώρακα.
«Κάθε φορά που ξάπλωνα, ένιωθα σαν να πνίγομαι»
Περιγράφοντας τα πρώτα συμπτώματα, η Μικαέλα θυμήθηκε ότι ο επίμονος βήχας ήταν εκείνος που αρχικά την προβλημάτισε. «Είχα περάσει Covid, αλλά υπήρχε αυτός ο βήχας που δεν έφευγε», ανέφερε.
Ωστόσο, εκείνο που την τρόμαζε περισσότερο ήταν η αίσθηση που είχε όταν προσπαθούσε να ξαπλώσει.
«Κάθε φορά που ξάπλωνα ανάσκελα, ένιωθα σαν να πνίγομαι. Σαν να γέμιζε ο πνεύμονάς μου με νερό», περιέγραψε.
Ακολούθησε ένας κύκλος εξετάσεων, που περιλάμβανε ακτινογραφία, ηλεκτροκαρδιογράφημα, αξονική και μαγνητική τομογραφία, βιοψία και PET scan.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρχε όγκος μεγέθους 6,4 εκατοστών στον θύμο αδένα.
Σύμφωνα με στοιχεία του νοσοκομείου Guy's, περίπου 380 άνθρωποι διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο με καρκίνο του θύμου αδένα, με τα θυμώματα να αποτελούν την πλειονότητα των περιπτώσεων.
«Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να ερχόταν μια μέρα που ο γιος μου δεν θα με αγκάλιαζε ξανά»
Η διάγνωση ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για τη Μικαέλα, που εκείνη την περίοδο είχε έναν γιο μόλις οκτώ ετών.
Όπως εξομολογήθηκε, η πραγματική διάσταση της ασθένειάς της έγινε αντιληπτή μέσα από μια φαινομενικά συνηθισμένη οικογενειακή στιγμή.
Είχε επιστρέψει στο σπίτι ύστερα από μία ακόμη επίσκεψη στο νοσοκομείο, όπου είχε υποβληθεί σε PET scan. Λόγω του ραδιοφαρμάκου που χρησιμοποιείται στη συγκεκριμένη εξέταση, της είχαν συστήσει να αποφύγει για ένα διάστημα τη στενή επαφή με παιδιά.
Ο γιος της μόλις είχε γυρίσει από το σχολείο και, γεμάτος ενθουσιασμό, έτρεξε προς το μέρος της για να την αγκαλιάσει. Τότε η γιαγιά του φώναξε: «Όχι! Δεν μπορείς να αγκαλιάσεις ακόμη τη μαμά!». Για τη Μικαέλα, εκείνη η στιγμή άλλαξε τα πάντα.
«Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι μπορεί να ερχόταν μια μέρα που ο γιος μου δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να με αγκαλιάσει», εξομολογήθηκε.
Μέχρι τότε προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση μέσα από εξετάσεις, ιατρικά ραντεβού και θεραπευτικές αποφάσεις. Ξαφνικά, όμως, η πιθανότητα να μην βρίσκεται δίπλα στο παιδί της έγινε ένας πολύ πραγματικός φόβος.
Οι 21 κύκλοι χημειοθεραπείας και η σκληρή καθημερινότητα
Μετά την επιβεβαίωση της διάγνωσης, η Μικαέλα ζήτησε να παραπεμφθεί στο νοσοκομείο Guy's του Λονδίνου, το οποίο γνώριζε από την παιδική της ηλικία, καθώς είχε νοσηλευτεί εκεί με μηνιγγίτιδα όταν ήταν 11 ετών.
Πριν αρχίσει η θεραπεία, οι γιατροί της προσέφεραν τη δυνατότητα κρυοσυντήρησης ωαρίων, προκειμένου να διατηρήσει τις αναπαραγωγικές της επιλογές.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε 21 κύκλους χημειοθεραπείας, με στόχο τη συρρίκνωση του όγκου πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
Η θεραπεία αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά.
«Η χημειοθεραπεία είναι πολύ σκληρή. Μπαίνεις έτοιμος να την αντιμετωπίσεις και αισθάνεσαι απολύτως καλά, αλλά όταν αρχίζει να επιδρά η θεραπεία, με δυσκολία μπορείς να βγεις περπατώντας», περιέγραψε.
Κάθε συνεδρία της διαρκούσε οκτώ ώρες. «Συχνά ήμουν η πρώτη που έμπαινε και η τελευταία που έφευγε», εξομολογήθηκε.
Η γυναίκα που μέχρι τότε είχε συνηθίσει να εργάζεται, να μεγαλώνει το παιδί της και να διαχειρίζεται μόνη της την καθημερινότητα, αναγκάστηκε να εξαρτάται από τους δικούς της ανθρώπους ακόμη και για τις πιο απλές ανάγκες.
Ο πατέρας της ανέβαινε να την παραλάβει μετά τις θεραπείες και πολλές φορές τη μετέφερε στην αγκαλιά του μέχρι το αυτοκίνητο, καθώς εκείνη δεν είχε τη δύναμη να περπατήσει.
«Από εκεί που είσαι απόλυτα ανεξάρτητη, ξαφνικά χρειάζεσαι τους γονείς σου ή κάποιον άλλον για να σε φροντίζει», ανέφερε.
Η μεγαλύτερη δυσκολία, ωστόσο, ήταν ότι χρειαζόταν βοήθεια όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και για το παιδί της. «Χρειαζόμουν κάποιον να φροντίζει εμένα και ταυτόχρονα να αναλαμβάνει τον ρόλο του γονέα για το παιδί μου. Ψυχολογικά ήταν πολύ δύσκολο».
Η πεντάωρη επέμβαση που έσωσε τη ζωή της
Τον Σεπτέμβριο του 2021, η Μικαέλα υποβλήθηκε σε μια ιδιαίτερα πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση, διάρκειας περίπου πέντε ωρών. Επικεφαλής της εξειδικευμένης χειρουργικής ομάδας στο Guy's Hospital ήταν ο καθηγητής θωρακοχειρουργικής Αντρέα Μπίλε.
Η επέμβαση ήταν απαιτητική εξαιτίας της θέσης του θύμου αδένα, ο οποίος βρίσκεται κοντά στην καρδιά και σε μεγάλα αιμοφόρα αγγεία. Οι χειρουργοί χρειάστηκε να ανοίξουν τον θώρακά της για να αφαιρέσουν τον όγκο, καθώς και τμήμα του θυρεοειδούς αδένα.
Ο καρκίνος είχε επεκταθεί και στην άνω κοίλη φλέβα, ένα από τα μεγαλύτερα αιμοφόρα αγγεία του σώματος, που μεταφέρει το αίμα από το άνω μέρος του σώματος προς την καρδιά.
Για τον λόγο αυτόν, οι γιατροί χρειάστηκε να ανακατασκευάσουν το συγκεκριμένο αγγείο, καθώς και μέρος του περικαρδίου, της προστατευτικής μεμβράνης που περιβάλλει την καρδιά.
Ο καθηγητής Μπίλε εξήγησε ότι τέτοιου είδους περιστατικά είναι εξαιρετικά σπάνια για έναν θωρακοχειρουργό.
«Κατά μέσο όρο, ένας θωρακοχειρουργός μπορεί να αντιμετωπίσει μια τέτοια περίπτωση μία φορά τον χρόνο ή ακόμη και σπανιότερα», ανέφερε, εξηγώντας ότι στο Guy's πραγματοποιούνται περίπου μία τέτοια επέμβαση τον μήνα χάρη στην εξειδικευμένη υπηρεσία που έχει αναπτυχθεί.
Πέντε χρόνια χωρίς καρκίνο – Και μια δεύτερη ευκαιρία στη μητρότητα
Πέντε χρόνια μετά τη διάγνωσή της, η ζωή της Μικαέλα έχει αλλάξει ριζικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή Μπίλε, η γυναίκα έχει αναρρώσει πλήρως και παραμένει χωρίς καρκίνο.
«Η Μικαέλα έχει αναρρώσει πλήρως και τώρα συμπληρώνει πέντε χρόνια χωρίς καρκίνο», ανέφερε ο χειρουργός, τονίζοντας ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης τέτοιων επεμβάσεων με ασφάλεια μπορεί να προσφέρει σε νέους ασθενείς πολύ καλές προοπτικές.
Η ίδια συνεχίζει να υποβάλλεται σε ετήσιες ιατρικές εξετάσεις και απεικονιστικούς ελέγχους. Ωστόσο, η μεγαλύτερη χαρά ήρθε όταν, μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας της, απέκτησε μια κόρη, η οποία σήμερα πλησιάζει τα δύο χρόνια.
Μάλιστα, κατάφερε να μείνει έγκυος χωρίς να χρειαστεί θεραπεία γονιμότητας, παρά το γεγονός ότι είχε προχωρήσει σε κρυοσυντήρηση ωαρίων πριν αρχίσουν οι χημειοθεραπείες.
Σήμερα, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων λειτουργίας του Κέντρου Καρκίνου του Guy's Hospital, η Μικαέλα μοιράζεται την ιστορία της, θέλοντας να αναδείξει τη φροντίδα που δέχτηκε.
«Από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν άφησαν τίποτα ανεξέταστο. Κάθε φορά που μιλούσαμε με κάποιον, αισθανόμασταν ότι η αντιμετώπιση ήταν πολύ προσωπική. Ότι πραγματικά νοιάζονταν», δήλωσε.
Κοιτάζοντας πίσω, στη γυναίκα που στα 34 της πίστευε ότι απλώς δεν μπορούσε να ξεπεράσει την Covid, αναγνωρίζει πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα.
Όμως σήμερα βρίσκεται ξανά δίπλα στα παιδιά της, έχει επιστρέψει στη ζωή της και αντιμετωπίζει το μέλλον με αισιοδοξία.
«Από τότε η ζωή μου έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Το γεγονός ότι πέρασα καρκίνο και κατάφερα να επιβιώσω μου έδωσε την ευκαιρία να κάνω μια νέα αρχή», αναφέρει.