Η ιστορία των «ορφανών του Τιτανικού»:Το «αντίο» του πατέρα και η επιστολή που αποκάλυψε την αλήθεια

Στη λίστα των επιζώντων του Τιτανικού καταγράφηκαν ως «Louis» και «Lolo», τα χαϊδευτικά που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους στα γαλλικά. Έμειναν γνωστά ως τα «ορφανά του Τιτανικού»

Η ιστορία των «ορφανών του Τιτανικού»:Το «αντίο» του πατέρα και η επιστολή που αποκάλυψε την αλήθεια

Οι προπέλες του Καρπάθια συνέχιζαν να γυρίζουν όταν οι σκοποί εντόπισαν την πρώτη σωσίβια λέμβο.

Μια βαριά σιωπή απλώθηκε στο κατάστρωμα, διακοπτόμενη μόνο από τους κοφτούς λυγμούς και τις ανάσες ανθρώπων που είχαν επιβιώσει από τη φονικότερη νύχτα στον Βόρειο Ατλαντικό.

Ανάμεσα σε δεκάδες ενήλικες, δύο μικρά αγόρια με σκούρα μαλλιά και μεγάλα, γεμάτα τρόμο μάτια ξεχώριζαν μέσα σε μια μικρή βάρκα. Ήταν κουλουριασμένα το ένα πάνω στο άλλο, τυλιγμένα σε κουβέρτες, ανίκανα να καταλάβουν τη γλώσσα των διασωστών.

Κανείς δεν γνώριζε τα ονόματά τους. Κανείς δεν ήξερε πώς είχαν φτάσει εκεί, ούτε γιατί δεν φώναζαν τους γονείς τους. Στη λίστα των επιζώντων του Τιτανικού καταγράφηκαν ως «Louis» και «Lolo», τα χαϊδευτικά που χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους στα γαλλικά. Έμειναν γνωστά ως τα «ορφανά του Τιτανικού».

Η οικογένεια πριν από την τραγωδία

Η ιστορία των αδελφών Μισέλ Μαρσέλ Ναβρατίλ, τριών ετών, και Εντμόν Ναβρατίλ, μόλις δύο, ξεκινά πολύ πριν από εκείνη τη μοιραία νύχτα. Στη Νίκαια, στη νότια Γαλλία, η οικογένεια Ναβρατίλ βρισκόταν σε διάλυση.

Ο πατέρας, Μισέλ Ναβρατίλ, ράφτης σλοβακικής καταγωγής, είχε χάσει την επιμέλεια των παιδιών του ύστερα από μακρόχρονη δικαστική διαμάχη με τη σύζυγό του, Μαρσέλ Καρέτο. Τα αγόρια θα ζούσαν με τη μητέρα τους, ενώ εκείνος έπρεπε να αποδεχθεί τον οριστικό αποχωρισμό.

Ο Μισέλ δεν μπόρεσε ποτέ να συμβιβαστεί με αυτή την ιδέα. Το Πάσχα του 1912 έπεισε τη Μαρσέλ να του επιτρέψει να δει τα παιδιά για ένα Σαββατοκύριακο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν η τελευταία φορά που θα τα έβλεπε στη Γαλλία.

Υπό το πρόσχημα μιας απλής εκδρομής, πούλησε τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά του, ετοίμασε διαβατήρια με ψεύτικα ονόματα και αγόρασε τρία εισιτήρια δεύτερης θέσης για τον Τιτανικό.

2.jpg

Με ψεύτικες ταυτότητες στον Τιτανικό

«Ο πατέρας μας δεν μας είπε ποτέ ότι επρόκειτο για απόδραση. Μας πήγε απλώς στον σταθμό και μπήκαμε στο τρένο», θα διηγούνταν χρόνια αργότερα ο Μισέλ Μαρσέλ. Στο λιμάνι του Σαουθάμπτον, οι τρεις επιβιβάστηκαν στο υπερωκεάνιο με ψεύτικες ταυτότητες.

Ο πατέρας παρουσιαζόταν ως “Louis M. Hoffman”, δήθεν χήρος, και τα δύο παιδιά του. Στη μικρή καμπίνα της δεύτερης θέσης, τα αγόρια μοιράζονταν το κάτω κρεβάτι και περνούσαν ώρες παίζοντας στους διαδρόμους, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα του.

Το μοιραίο βράδυ

Ο Τιτανικός απέπλευσε στις 10 Απριλίου 1912. Το ταξίδι κυλούσε ομαλά μέχρι τη νύχτα της 14ης Απριλίου. Το πλοίο έπλεε με πλήρη ταχύτητα όταν η σύγκρουση με το παγόβουνο έγινε αισθητή σαν ένας υπόκωφος κραδασμός. Τα παιδιά πετάχτηκαν τρομαγμένα από τον ύπνο τους.

Ο πατέρας τους σηκώθηκε αμέσως, φόρεσε το μαύρο παλτό και το καπέλο του, πήρε τον Εντμόν αγκαλιά και έπιασε τον Μισέλ από το χέρι. «Θυμάμαι μόνο τη βιασύνη. Δεν είπε λέξη», θα πει αργότερα.

Στο κατάστρωμα επικρατούσε χάος. Υπήρχε η εντολή «γυναίκες και παιδιά πρώτα», όμως ο πατέρας δεν μπορούσε να ακολουθήσει. Έσκυψε πάνω από τα παιδιά και τους ψιθύρισε: «Αν μου συμβεί κάτι, πείτε στη μητέρα σας ότι την αγάπησα». Ένας ναύτης βοήθησε τα δύο αγόρια να επιβιβαστούν στη σωσίβια λέμβο 14.

Ο πατέρας τους έκανε ένα βήμα πίσω και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν.

3.jpg

Η διάσωση από το Καρπάθια

Μέσα στη λέμβο, τα παιδιά έκλαψαν μέχρι που αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένα. Όταν το Καρπάθια τα περισυνέλεξε, τυλίχθηκαν σε κουβέρτες και μεταφέρθηκαν στο ιατρείο του πλοίου. Για ώρες παρέμεναν σιωπηλά, ανίκανα να απαντήσουν στις ερωτήσεις. Μόνο ένας Γάλλος επιβάτης κατάφερε να αποσπάσει τα χαϊδευτικά τους: «Λολό» και «Λουί».

Στη Νέα Υόρκη, οι εικόνες των δύο παιδιών με τα σοβαρά πρόσωπα και τα μεγάλα μάτια δημοσιεύθηκαν στα μεγαλύτερα έντυπα του πλανήτη. Κανείς δεν γνώριζε ποια ήταν. Κανείς δεν τα αναζητούσε. Τα «ορφανά του Τιτανικού» έγιναν σύμβολο της τραγωδίας.

Στη Γαλλία, η Μαρσέλ Καρέτο είδε τις φωτογραφίες στις εφημερίδες και κατέρρευσε. Αναγνώρισε αμέσως τους γιους της και επικοινώνησε με τον Ερυθρό Σταυρό και τις αρχές. Η γραφειοκρατική διαδικασία κράτησε εβδομάδες, μέχρι να επιβεβαιωθεί επίσημα η συγγένεια και να δοθεί άδεια επανένωσης.

4.jpg

Ο πατέρας, Μισέλ Ναβρατίλ

Η ζωή μετά την τραγωδία

Στη Γαλλία, η επιστροφή δεν ήταν εύκολη. Η ιστορία των «ορφανών του Τιτανικού» ήταν πλέον γνωστή σε όλη την Ευρώπη. Οι γείτονες έρχονταν στο σπίτι στη Νίκαια για να δουν τα παιδιά. Φιλανθρωπικοί οργανισμοί προσέφεραν βοήθεια, αλλά η Μαρσέλ προσπαθούσε να ξαναχτίσει μια κανονική ζωή για τους γιους της. Εγγράφηκε ο Μισέλ στο σχολείο και προστάτευε τον Εντμόν από τον θόρυβο των μέσων ενημέρωσης.

Ο Μισέλ Μαρσέλ δυσκολευόταν να κοιμηθεί για χρόνια. «Ονειρευόμουν νερό, ουρλιαχτά, την ατέλειωτη νύχτα», ομολόγησε σε συνέντευξη. Στην εφηβεία του βρήκε καταφύγιο στα βιβλία και τη φιλοσοφία. Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ και απέκτησε διδακτορικό στη φιλοσοφία. Έγινε πανεπιστημιακός καθηγητής και αφιέρωσε μέρος της ζωής του στην κατανόηση της εμπειρίας του τραύματος. Στην ηλικία της γεροντικής ωριμότητας, αφηγούνταν: «Επιβίωσα γιατί ο πατέρας μου με προστάτευσε. Δεν τον είδα ποτέ ως εγκληματία, αλλά ως έναν απελπισμένο άνθρωπο».

Ο Εντμόν ακολούθησε μια πιο ιδιωτική ζωή. Απέφευγε τις συνεντεύξεις και αφιερώθηκε στον τραπεζικό και επιχειρηματικό τομέα στη Γαλλία. Πέθανε το 1953, σε ηλικία 43 ετών, σε ένα ατύχημα κοντά στη θάλασσα. Τον επιβίωσε η σύζυγός του και τα δύο του παιδιά.

Ως ενήλικας, ο Μισέλ Μαρσέλ συνέδεσε τα κομμάτια της ιστορίας του πατέρα του μέσα από γράμματα και έγγραφα. Ανακάλυψε ότι ο Μισέλ Ναβρατίλ είχε γράψει στη Μαρσέλ πριν επιβιβαστεί στον Τιτανικό: «Μην ανησυχείς, θέλω μόνο να είσαι καλά». Η επιστολή, που βρέθηκε στην τσέπη του ανακτηθέντος παλτού, αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που επέτρεψαν την αναγνώριση του σώματος και την επίλυση του μυστηρίου.

Δεκαετίες αργότερα, ο Μισέλ Μαρσέλ προσκλήθηκε σε εκδηλώσεις μνήμης του Τιτανικού. Επισκέφθηκε τον τόπο του ναυαγίου με ένα μνημειακό πλοίο. «Το να βρίσκομαι εδώ είναι σαν να ολοκληρώνω έναν κύκλο. Σκέφτομαι τον πατέρα μου και όλα όσα θυσίασε. Σκέφτομαι τη μητέρα μου και τη δύναμή της. Και σκέφτομαι τον αδερφό μου, που δεν είναι πια μαζί μας».

Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της, η μητέρα τους θυμόταν τη στιγμή της επιβίβασης: «Θυμάμαι το κρύο, τον ήχο του πάγου, τη βιασύνη του πατέρα. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Ήξερα μόνο ότι έπρεπε να τον εμπιστευτώ». Για τη νύχτα του ναυαγίου, πρόσθεσε: «Είδα το νερό να ανεβαίνει, είδα τους ανθρώπους να τρέχουν. Ο πατέρας με φίλησε και μου είπε να είμαι γενναίος».

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή