ΟΗΕ: Σχεδόν 4,9 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών πέθαναν το 2024
Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτοί οι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί, όπως επισημαίνεται στην έκθεση που εκπόνησαν κατά κύριο λόγο η UNICEF και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
Το 2024 περίπου 4,9 εκατομμύρια παιδιά δεν έζησαν μέχρι τα πέντε τους έτη, σύμφωνα με νέα έκθεση του ΟΗΕ, σηματοδοτώντας ένα μεγάλο «πλήγμα» στην μάχη κατά της παιδικής θνησιμότητας. Ο αριθμός αυτός ισοδυναμεί με 9 παιδιά να αφήνουν την τελευταία τους αναπνοή κάθε λεπτό της ώρας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτοί οι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί με τη βοήθεια της προσιτής ιατρικής περίθαλψης και φθηνών, αποδεδειγμένα αποτελεσματικών μέτρων, όπως επισημαίνεται στην έκθεση που εκπόνησαν κατά κύριο λόγο η UNICEF και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
Αν και από το 2000, το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας είχε μειωθεί κατά περισσότερο από το μισό, από το 2015 ο ρυθμός μείωσης επιβραδύνθηκε κατά 60% και πλέον, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στη διεθνή κοινότητα.
Η εκτελεστική διευθύντρια της UNICEF, Κάθριν Ράσελ, τόνισε: «Κανένα παιδί δεν πρέπει να πεθαίνει από ασθένειες που γνωρίζουμε πώς να προλαμβάνουμε. Ωστόσο, παρατηρούμε ανησυχητικά σημάδια επιβράδυνσης της προόδου όσον αφορά τη διασφάλιση της επιβίωσης των παιδιών».
Οι θάνατοι παραμένουν συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένες περιοχές, καθώς το 2024, η υποσαχάρια Αφρική αντιπροσώπευε το 58% του συνόλου, η νότια Ασία το 25%.
Σχεδόν το μισό των θανάτων αφορούσε νεογέννητα, με το 36% να συνδέεται με επιπλοκές πρόωρου τοκετού και το 21% με επιπλοκές κατά τη διάρκεια του τοκετού. Μεταξύ των παιδιών ηλικίας άνω του ενός μήνα, οι κύριες αιτίες παρέμειναν οι μολυσματικές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένης της ελονοσίας, της πνευμονίας και της διάρροιας. Η ελονοσία αντιπροσώπευε το 17% του συνόλου των θανάτων.
Για πρώτη φορά, η έκθεση εκτιμά ότι 100.000 από τα 4,9 εκατομμύρια παιδιά που πέθαναν σε παγκόσμια κλίμακα, έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας του ακραίου οξέος υποσιτισμού.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΠΟΥ και της UNICEF, «τα δεδομένα δείχνουν ότι οι επενδύσεις στην υγεία των μικρών παιδιών είναι ανάμεσα στα πιο αποδοτικά αναπτυξιακά μέτρα αν ληφθεί υπόψη το κόστος».
Ιατρικές προμήθειες χαμηλού κόστους, όπως οι εμβολιασμοί, η θεραπεία για τον ακραίο οξύ υποσιτισμό ή η μεταγεννητική φροντίδα έχουν αποδόσεις που συγκαταλέγονται στις υψηλότερες παγκοσμίως, καθώς «βελτιώνουν την παραγωγικότητα, ενισχύσουν τις οικονομίες και μειώνουν μελλοντικές δημόσιες δαπάνες», καταλήγει η έκθεση.