Τέσσερα εμπόδια χωρίζουν τον Ερντογάν από τα F-35 - Η δύσκολη εξίσωση του Τραμπ
Το «ναρκοπέδιο» των F-35: Γιατί ο Τραμπ δεν μπορεί απλά να τα δώσει στον Ερντογάν
Snapshot
- Ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την πρόθεση να επανεντάξει την Τουρκία στο πρόγραμμα F-35, παρά τα νομικά και πολιτικά εμπόδια λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400.
- Το αμερικανικό Κογκρέσο, με επιστολή 18 βουλευτών, αντιτίθεται στην επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα, επικαλούμενο τη νομοθεσία CAATSA και τις συνεχιζόμενες κυρώσεις.
- Το Ισραήλ διαφωνεί έντονα με την πώληση F-35 στην Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι θα διαταράξει την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
- Η παρουσία των ρωσικών S-400 στην Τουρκία δημιουργεί σοβαρούς τεχνικούς και ασφαλείας κινδύνους που δυσχεραίνουν την επιστροφή της στο πρόγραμμα F-35.
- Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η Ευρώπη ενισχύει τον επανεξοπλισμό της και υπογραμμίζεται η ανάγκη για αποτελεσματικά αντιβαλλιστικά συστήματα λόγω της ρωσικής απειλής.
Μπορεί να πρόκειται για Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, όμως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι αναμφίβολα το κεντρικό πρόσωπο της συνόδου κορυφής.
Ο Τραμπ δεν έχει κρύψει ποτέ την επιφυλακτική του στάση απέναντι στη Συμμαχία. Όπως δήλωσε, βρέθηκε φέτος στην Άγκυρα μόνο επειδή οικοδεσπότης της Συνόδου είναι ο φίλος του, πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος μάλιστα τον υποδέχθηκε προσωπικά στο αεροδρόμιο.
Στη συνέχεια οι δύο ηγέτες περπάτησαν μαζί υπό τους ήχους του αμερικανικού εθνικού ύμνου, ενώ μαχητικά της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας πραγματοποίησαν επίδειξη πάνω από την τουρκική πρωτεύουσα, αφήνοντας πίσω τους καπνούς στα χρώματα κόκκινο, λευκό και μπλε.
Οι δηλώσεις Τραμπ σκιάζουν το μήνυμα ενότητας
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έδειξε την Τρίτη ότι επιθυμεί την αποκατάσταση της πρόσβασης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35, δηλώνοντας στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι η χώρα του αποτελεί έναν ισχυρό και πιστό σύμμαχο.
Κατά τη συνάντησή του με τον Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 είναι «κάτι που σίγουρα θα εξετάζαμε».
«Γιατί να μην το κάνουμε; Η Τουρκία, από πολλές απόψεις, έχει υπάρξει πολύ πιο πιστή από άλλες χώρες που θεωρούμε ότι θα ήταν πιστές», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Η Τουρκία ήταν παλαιότερα μέλος του προγράμματος F-35, ωστόσο απομακρύνθηκε το 2019, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ, μετά την απόφαση της Άγκυρας να προμηθευτεί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, το οποίο η Ουάσινγκτον θεωρούσε απειλή για την ασφάλεια του προγράμματος.
Το F-35 θεωρείται ένα από τα πλέον προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη στον κόσμο, με τεχνολογία stealth, προηγμένα συστήματα αισθητήρων και δυνατότητες που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό ρόλο ενός αεροσκάφους κρούσης. Τα συστήματά του επιτρέπουν τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών, λειτουργώντας ως κόμβος σε ένα ευρύτερο δίκτυο μάχης με άλλα αεροσκάφη.
Ωστόσο, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελεί μια απλή πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου. Ο Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να ξεπεράσει μια σειρά από νομικά, πολιτικά και στρατηγικά εμπόδια, τα οποία καθιστούν ιδιαίτερα σύνθετη την επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα του αμερικανικού μαχητικού πέμπτης γενιάς.
Πρώτο και σημαντικότερο εμπόδιο είναι το αμερικανικό νομοθετικό πλαίσιο. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, η Τουρκία δεν μπορεί να αποκτήσει F-35 όσο εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι που οδήγησαν στην αποπομπή της από το πρόγραμμα το 2019, μετά την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400. Για να προχωρήσει μια τέτοια συμφωνία, η κυβέρνηση Τραμπ θα χρειαστεί είτε να εξασφαλίσει ειδική εξαίρεση είτε να προωθήσει αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας.
Μια τέτοια νομοθετική αλλαγή, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Θα πρέπει να περάσει από το Κογκρέσο, δηλαδή τόσο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και από τη Γερουσία, όπου ήδη υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις από βουλευτές που θεωρούν ότι η Άγκυρα δεν έχει αντιμετωπίσει τις ανησυχίες ασφαλείας που συνδέονται με τους S-400.
Δεύτερο μεγάλο ζήτημα αποτελεί η στάση του Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ έχει διαχρονικά σημαντική επιρροή στις αποφάσεις που αφορούν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και τις εξαγωγές προηγμένων οπλικών συστημάτων στη Μέση Ανατολή, καθώς η Ουάσινγκτον λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στις περιφερειακές ισορροπίες.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει ήδη εκφράσει την έντονη αντίθεσή του, υποστηρίζοντας ότι η παράδοση F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή. Το Τελ Αβίβ ανησυχεί ότι η απόκτηση ενός τόσο προηγμένου μαχητικού από την Άγκυρα θα μπορούσε να περιορίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα που διαθέτει σήμερα η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία.
Τρίτο και ίσως σημαντικότερο τεχνικό ζήτημα είναι η παραμονή των ρωσικών S-400 στην Τουρκία. Η Ουάσινγκτον είχε υποστηρίξει ότι η συνύπαρξη του ρωσικού συστήματος με το F-35 δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο διαρροής κρίσιμων πληροφοριών για τις δυνατότητες του αμερικανικού αεροσκάφους. Η βασική ανησυχία είναι ότι η Ρωσία θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την τεχνολογία stealth, τα ηλεκτρονικά συστήματα και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του F-35.
Παρά τις διαβεβαιώσεις της Άγκυρας ότι οι S-400 μπορούν να παραμείνουν εκτός ενεργού χρήσης, οι ΗΠΑ ζητούν ουσιαστικές εγγυήσεις ότι δεν θα υπάρξει καμία πιθανότητα διασύνδεσης ή αξιοποίησης των δύο συστημάτων.
Ένα ακόμη ζήτημα που εξετάζεται αφορά τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές και ειδικά τα δίκτυα 5G. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες για τη χρήση κινεζικής τεχνολογίας σε κρίσιμες υποδομές από συμμάχους τους, θεωρώντας ότι μπορεί να δημιουργηθούν πιθανοί κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας.
Η Τουρκία, σε αντίθεση με αρκετές χώρες του ΝΑΤΟ, δεν διαθέτει πλήρως δυτικής προέλευσης υποδομές
ΗΠΑ: Παρέμβαση 18 βουλευτών στο Κογκρέσο κατά της επανένταξης της Τουρκίας στα F-35

Άμεση ήταν η αντίδραση 18 βουλευτών του Κογκρέσου κατά των δηλώσεων Τραμπ για την προμήθεια των F-35 στην Τουρκία και της άρσης των κυρώσεων CAATSA.
Να μπλοκάρει οποιαδήποτε προσπάθεια επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 καλούν την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων 18 μέλη του Κογκρέσου, επικαλούμενα τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν λόγω της αγοράς του ρωσικού συστήματος S 400 από την 'Άγκυρα.
Με επιστολή που στάλθηκε στον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας Στιβ Σκαλίζ και στον επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας Χακίμ Τζέφρις, οι Δημοκρατικοί βουλευτές ζητούν από την ηγεσία της Βουλής να είναι έτοιμη να ασκήσει τις εξουσίες που προβλέπει η νομοθεσία, εφόσον η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να προχωρήσει σε πώληση ή μεταβίβαση των αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία.
Η επιστολή που αποτελεί πρωτοβουλία της Δημοκρατικής βουλευτή Ντίνα Τάιτους, έρχεται ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην 'Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου, και στον απόηχο πληροφοριών ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τρόπους για την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς.
Οι νομοθέτες αναφέρονται σε πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι προτίθεται να μεταφέρει ένα «μεγάλο δώρο» στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και σε δήλωση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς ότι βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση για το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει νομικά μια τέτοια πώληση.
Στην επιστολή υπενθυμίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά των S-400 από τη Ρωσία, καθώς η Ουάσιγκτον είχε κρίνει ότι η συνύπαρξη του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το αμερικανικό μαχητικό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητες πληροφορίες για τις δυνατότητες του αεροσκάφους.
Οι βουλευτές σημειώνουν επίσης ότι τον Δεκέμβριο του 2020 η τότε κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών βάσει του νόμου CAATSA, λόγω της αγοράς των S-400. Όπως αναφέρουν, η απόφαση αυτή δεν έχει ανακληθεί και εξακολουθεί να έχει νομική ισχύ.
Στο νομικό σκέλος, οι υπογράφοντες επικαλούνται τόσο τον CAATSA όσο και τον νόμο περί Εθνικής 'Αμυνας για το οικονομικό έτος 2020, ο οποίος απαγορεύει τη μεταβίβαση F-35 στην Τουρκία όσο η 'Αγκυρα εξακολουθεί να κατέχει το σύστημα S-400 και δεν παρέχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επιδιώξει εκ νέου την απόκτησή του.
Σύμφωνα με την επιστολή, από τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Τουρκία έχει απομακρύνει το ρωσικό σύστημα, το έχει αποσύρει από επιχειρησιακή χρήση ή έχει άρει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την αιτία που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα έφερνε την κυβέρνηση σε σύγκρουση με τις νόμιμες υποχρεώσεις της.
Επικαλούνται, μάλιστα, την κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2026, κατά την οποία, σύμφωνα με την επιστολή, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται από τον νόμο να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και δεν μπορεί να επανεντάξει την 'Αγκυρα στο πρόγραμμα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Πέρα από το νομικό πλαίσιο, οι υπογράφοντες προειδοποιούν ότι μια τέτοια απόφαση θα έστελνε λανθασμένο στρατηγικό μήνυμα στους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην επιστολή γίνεται αναφορά στην τουρκική στάση έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, στην υποστήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν στις επιχειρήσεις κατά της Αρμενίας και στη στάση της 'Αγκυρας απέναντι στο Ισραήλ.
Κατά τους βουλευτές, η παροχή ενός από τα πλέον προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα στην Τουρκία, χωρίς να έχουν αρθεί οι λόγοι που οδήγησαν στον αποκλεισμό της, θα μπορούσε να ενθαρρύνει περαιτέρω αποσταθεροποιητική συμπεριφορά και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη συμμάχων που έχουν τηρήσει τους κανόνες.
Οι υπογράφοντες τονίζουν ότι ο CAATSA εγκρίθηκε με συντριπτικές διακομματικές πλειοψηφίες, ώστε το Κογκρέσο να διατηρεί ουσιαστικό έλεγχο σε αποφάσεις που αφορούν την παροχή αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας σε χώρες που έχουν προχωρήσει σε σημαντικές συναλλαγές με αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η ακεραιότητα αυτού του πλαισίου, καθώς και το μήνυμα που στέλνει σε κάθε χώρα που σταθμίζει αν θα αγοράσει ρωσικά όπλα, εξαρτώνται από την προθυμία του Κογκρέσου να το εφαρμόσει», αναφέρουν χαρακτηριστικά στην επιστολή.
Την επιστολή υπογράφουν οι Ντίνα Τάιτους, Κρις Πάπας, Μάγκι Γκούντλαντερ, Γκρέις Μενγκ, Φρανκ Παλόουν Τζούνιορ, Μπραντ Σνάιντερ, Τζος Γκότχαϊμερ, Τζάρεντ Μόσκοβιτς, Τεντ Λιου, Μπραντ Σέρμαν, Μάικ Κουίγκλι, Νταν Γκόλντμαν, Τζέιμς ΜακΓκόβερν, Στίβεν Λιντς, Τζιμ Κόστα, Τζορτζ Λάτιμερ, Γκέιμπ 'Αμο και Ρόμπερτ Μενέντεζ.
Εκτός όμως από τους δημοκρατικούς βουλευτές, αντίθετοι με τις δηλώσεις Τραμπ εμφανίζονται και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές, αλλά και στενοί συνεργάτες του, όπως ο πρώην αντιπρόδρες Πενς.
Νετανιάχου: Η πώληση F-35 «θα κατέστρεφε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή»

Την έντονη αντίθεσή του εξέφρασε και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου . Δήλωσε ότι έχει συζητήσει αρκετές φορές με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ την ανάγκη να παραμείνει η Τουρκία εκτός του προγράμματος των μαχητικών αεροσκαφών F-35, ενόψει της επίσκεψης του Αμερικανού προέδρου στην Άγκυρα.
«Όλοι κατανοούν ότι, παρά την προσωπική φιλία που έχει ο πρόεδρος Τραμπ με τον [Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ] Ερντογάν, αυτό δεν καθιστά την Τουρκία φιλική χώρα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Νετανιάχου σε συνέντευξή του στο CNN.
Κατά τη σημερινή συνάντησή του με τον Ερντογάν, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα άρει τις κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας και ότι θα εξετάσει το ενδεχόμενο επανέναρξης των πωλήσεων μαχητικών F-35 στην Άγκυρα.
Ο Νετανιάχου κατηγόρησε την Τουρκία ότι είναι «μολυσμένη» από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ότι απειλεί χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι «κατέχει» την Κύπρο, ότι φιλοξενεί τη Χαμάς και ότι φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους και δημοσιογράφους.
«Δεν είναι ακριβώς ένα πρότυπο σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, προσθέτοντας ότι ο Ερντογάν απειλεί με την καταστροφή του Ισραήλ.
Η Τουρκία έχει «επιθετικές φιλοδοξίες», υποστήριξε.
«Αυτή δεν είναι μια δύναμη που συμβάλλει στην ειρήνη και τη σταθερότητα», συνέχισε ο Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι η χορήγηση F-35 στην Τουρκία θα έχει ως αποτέλεσμα «να ακολουθήσει επιθετικότητα».
Κατά τον Νετανιάχου, η πώληση θα σήμανε «καταστροφή» στην ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. «Θα κατέστρεφε την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, επειδή η Τουρκία, πιστεύω, έχει επιθετικές φιλοδοξίες», ανέφερε ο Νετανιάχου σε συνέντευξή του στο CNN.
Αιχμές για τους συμμάχους σχετικά με το Ιράν
Στο επίκεντρο βρέθηκε και το Ιράν.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να εμφανίζεται δυσαρεστημένος επειδή οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν συμμετείχαν στη στρατιωτική επιχείρηση που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ νωρίτερα φέτος, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το ΝΑΤΟ, προκαλώντας αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.
Μάλιστα επέκρινε ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά το γεγονός ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ είχε επιτρέψει τη χρήση βρετανικών αεροπορικών βάσεων για αμερικανικά πλήγματα κατά ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων.
«Μου είπε "όχι, θα βοηθήσουμε αφού τελειώσει ο πόλεμος". Του απάντησα ότι δεν θέλω αυτού του είδους τη βοήθεια. Δεν χρειαζόμασταν καμία βοήθεια. Κατά κάποιον τρόπο δοκίμαζα τους συμμάχους, για να δω αν θα ήταν δίπλα μας, γιατί εδώ και χρόνια λέω ότι εμείς τους βοηθάμε, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι εκείνοι θα έκαναν το ίδιο για εμάς», δήλωσε ο Τραμπ.
Η Ευρώπη επιταχύνει τον επανεξοπλισμό
Πέρα από τις δηλώσεις και τις πολιτικές εντυπώσεις, οι αντιπροσωπείες του ΝΑΤΟ επικεντρώθηκαν στον βασικό στόχο της Συνόδου: τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης και την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας.
Ανακοινώθηκαν σημαντικές συμβάσεις για την κατασκευή νέου στόλου μεταγωγικών αεροσκαφών από την Airbus, ενώ αποφασίστηκε η αντικατάσταση των παλαιών αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης AWACS με τα σουηδικά αεροσκάφη GlobeEye.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης πυραυλικών συστημάτων.
Η έκκληση Ζελένσκι
Στη Σύνοδο συμμετέχει και ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε τη σημασία της αποτελεσματικής αεράμυνας.
Τις τελευταίες ημέρες ρωσικοί βαλλιστικοί πύραυλοι έχουν πλήξει πολυκατοικίες στο Κίεβο, προκαλώντας δεκάδες θανάτους αμάχων, ενώ οι ουκρανικές μονάδες αεράμυνας προειδοποιούν ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε αναχαιτιστικούς πυραύλους.
«Η Ευρώπη χρειάζεται το δικό της αποτελεσματικό αντιβαλλιστικό σύστημα και τους δικούς της πυραύλους», τόνισε ο Ζελένσκι.
«Οι εργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει και καλώ όλους τους συμμάχους να δώσουν την απαραίτητη προσοχή. Δεν μπορούμε να περιμένουμε έως το 2030 ή αργότερα. Η Ευρώπη χρειάζεται το συντομότερο δυνατόν οικονομικά προσιτά, μαζικά παραγόμενα αντιβαλλιστικά συστήματα.»
Ο φόβος για την επόμενη ημέρα
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζουν σταδιακά τις αμυντικές δεσμεύσεις τους στην Ευρώπη, οι ευρωπαϊκές χώρες επιταχύνουν τις προσπάθειες δημιουργίας αξιόπιστης ασπίδας απέναντι στο ολοένα ισχυρότερο οπλοστάσιο πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών της Ρωσίας.
Παρότι όλοι οι ηγέτες δηλώνουν ότι επιθυμούν τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, στους διαδρόμους της Συνόδου κυριαρχεί ένας διαφορετικός φόβος: ότι μόλις σταματήσουν οι εχθροπραξίες, η Μόσχα θα προχωρήσει σε ταχύτατο επανεξοπλισμό και θα είναι σε θέση να απειλήσει εδάφη του ΝΑΤΟ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια.