Λούβρο: Ο άγνωστος εγκέφαλος της ληστείας των κοσμημάτων που φοβούνται να αποκαλύψουν
Οι αποκαλύψεις των δύο κατηγορουμένων για την κινηματογραφική ληστεία και το μυστήριο γύρω από τον εντολέα
Ουρές στο Λούβρο
Snapshot
- Οι δύοικοί κατηρούμενοι ισρίζονται ότι η ληστεία Λούβρο οργανώθηκε από έναν άγνωστο εντολέα, γνωστό μόνο ως «Jo», που τους στρατολόγησε λίγες ημέρες πριν την επίθεση.
- Οι δράστες αφαίρεσαν οκτώ κοσμήματα ανεκτίμητης αξίας από τη Galerie d'Apollon, με εκτιμώμενη αξία περίπου 88 εκατομμύρια ευρώ, αλλά ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα, το στέμμα της αυτοκράτειρας Ευγενίας, χάθηκε κατά τη διαφυγή.
- Η λεία παραδόθηκε σε υπόγειο χώρο στάθμευσης στο Ομπερβιλιέ σε έναν άγνωστο που είχε οργανώσει τη ληστεία, ωστόσο τα κοσμήματα εξαφανίστηκαν μετά από εκεί και δεν έχουν εντοπιστεί.
- Οι κατηγορούμενοι αρνούνται να αποκαλύψουν την ταυτότητα του εντολέα λόγω φόβου αντίποινων, ενώ οι αρχές δεν έχουν βρει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξή του.
- Οι Αρχές εξετάζουν δύο βασικά σενάρια: είτε τα κοσμήματα βρίσκονται κρυμμένα στο Παρίσι, είτε έχουν παραδοθεί σε εγκληματικό δίκτυο και ίσως έχουν αποσυναρμολογηθεί και διασκορπιστεί στη διεθνή μαύρη αγορά.
Στις νέες, πολυσέλιδες απολογίες τους ενώπιον των ανακριτριών, στις 2 και 22 Ιουνίου, οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι για την κλοπή των Κοσμημάτων του Στέμματος από το Μουσείο του Λούβρου περιγράφουν για πρώτη φορά αναλυτικά πώς, όπως ισχυρίζονται, οργανώθηκε η επιχείρηση, ποιος ήταν ο δικός τους ρόλος και τι συνέβη από τη στιγμή της εισβολής έως και την εξαφάνιση της πολύτιμων εκθεμάτων.
Οι καταθέσεις, συνολικής έκτασης περίπου 20 σελίδων και τις οποίες εξασφάλισε η γαλλική εφημερίδα Le Monde, σηματοδοτούν αλλαγή στάσης των δύο ανδρών. Μέχρι σήμερα είχαν περιοριστεί σε αποσπασματικές παραδοχές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους και στη συνέχεια επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής για περίπου εννέα μήνες. Αν και ορισμένοι από τους νέους ισχυρισμούς τους επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία της δικογραφίας, άλλοι παρουσιάζουν αντιφάσεις και αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα από τις δικαστικές αρχές.

Γάλλοι αστυνομικοί έξω από το Μουσείο του Λούβρου την Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025.
REUTERS/Gonzalo Fuentes«Μας στρατολόγησαν λίγες ημέρες πριν»
Κεντρικό στοιχείο της νέας εκδοχής τους είναι η ύπαρξη ενός άγνωστου μέχρι σήμερα εντολέα, ο οποίος –όπως υποστηρίζουν– σχεδίασε τη ληστεία και στρατολόγησε την ομάδα λίγες ημέρες πριν από την επίθεση στο Λούβρο.
Σύμφωνα με τον Abdoulaye N., δύο ή τρεις ημέρες πριν από τη ληστεία έλαβαν βίντεο από το εσωτερικό της Galerie d'Apollon, όπου διακρίνονταν οι προθήκες με τα βασιλικά κοσμήματα. Η αποστολή τους, όπως είπε, ήταν ξεκάθαρη: να σπάσουν τις προθήκες και να αφαιρέσουν όσα περισσότερα κοσμήματα μπορούσαν.
Ο 40χρονος παραδέχθηκε επίσης ότι γνώριζε εξαρχής πως στόχος ήταν το Λούβρο, εξηγώντας ότι δέχθηκε να συμμετάσχει επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Όπως κατέθεσε, του είχε υποσχεθεί αμοιβή μεταξύ 15.000 και 20.000 ευρώ, με το ποσό να αυξάνεται ανάλογα με την αξία της λείας.
«Ήξερα ότι επρόκειτο να διαρρήξω το Λούβρο», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ο εντολέας ενδιαφερόταν για τη μεταπώληση των πολύτιμων αντικειμένων.
Αντίθετα, ο συγκατηγορούμενός του Ghelamallah A. υποστήριξε ότι πίστευε πως επρόκειτο για διάρρηξη σε εργαστήριο κοσμημάτων στο Παρίσι και όχι στο διασημότερο μουσείο της Γαλλίας.
«Αν το γνώριζα, δεν θα πατούσα ποτέ το πόδι μου εκεί», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η δική του συμφωνημένη αμοιβή κυμαινόταν μεταξύ 20.000 και 25.000 ευρώ.

Aστυνομικοί στο Λούβρο μετά τη ληστεία
Η επιχείρηση στο Λούβρο
Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στο Ομπερβιλιέ με δύο ακόμη συνεργούς τους. Η ομάδα επιβιβάστηκε σε φορτηγό με ανυψωτική πλατφόρμα και διέθετε παράλληλα δύο σκούτερ για τη διαφυγή.
Φτάνοντας στην αποβάθρα Quai François-Mitterrand, ο Abdoulaye N. χειρίστηκε την ανυψωτική πλατφόρμα φορώντας φωσφορίζον γιλέκο εργασίας, ώστε η παρουσία τους να μοιάζει με συνεργείο συντήρησης.
«Άπλωσα τον βραχίονα κάτω από το μπαλκόνι. Όταν ανεβήκαμε στο καλάθι, κάποιος άλλος μας ανέβασε μέχρι πάνω. Κάτω είχαν μείνει δύο άτομα. Εγώ και ο Ghelamallah ήμασταν επάνω», περιέγραψε.
Σύμφωνα με τους δύο κατηγορούμενους, έσπασαν το παράθυρο της Galerie d'Apollon και μπήκαν στο μουσείο έχοντας μαζί τους μόνο φορητούς τροχούς κοπής μετάλλων και σακίδια.
Ο Abdoulaye N. υποστήριξε ότι στο εσωτερικό δεν υπήρχε κανείς και πως μόνο οι φωτισμένες προθήκες ξεχώριζαν μέσα στην αίθουσα.
«Με τον τροχό έσπασα τα τζάμια και πήρα ό,τι υπήρχε μέσα. Έχω κάνει και δυσκολότερα πράγματα», είπε, προσθέτοντας ότι γνώριζαν πως έπρεπε να ολοκληρώσουν την επιχείρηση μέσα σε λιγότερο από τρία λεπτά ώστε να προλάβουν πριν επέμβει η ασφάλεια.
Ο ίδιος ανέφερε ακόμη ότι χρειάστηκε να βοηθήσει τον συνεργό του στη δεύτερη προθήκη, καθώς δυσκολευόταν να κόψει το προστατευτικό γυαλί, γεγονός που τους καθυστέρησε περισσότερο από όσο είχαν υπολογίσει.

Η στιγμή που οι δράστες αρπάζουν τα κοσμήματα ανεκτίμητης αξίας από το μουσείο του Λούβρου
Η λεία και το λάθος που πρόδωσε την ομάδα
Οι δράστες κατάφεραν να αφαιρέσουν οκτώ κοσμήματα ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας, ανάμεσά τους τιάρες, περιδέραια, καρφίτσες και σκουλαρίκια που είχαν ανήκει σε βασίλισσες και αυτοκράτειρες της Γαλλίας.
Η εκτιμώμενη οικονομική αξία τους ανέρχεται σε περίπου 88 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η ιστορική και πολιτιστική σημασία τους θεωρείται ανεκτίμητη.
Κατά τη διαφυγή, ωστόσο, ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα, το στέμμα της αυτοκράτειρας Ευγενίας, έπεσε από την τσάντα του Abdoulaye N. και εντοπίστηκε λίγο αργότερα κοντά στην ανυψωτική πλατφόρμα. «Ναι, εγώ το έχασα. Έπεσε από την τσάντα μου», παραδέχθηκε.
Όταν οι ανακρίτριες του έδειξαν φωτογραφίες του κατεστραμμένου κειμηλίου, εμφανίστηκε συντετριμμένος. «Αυτό που κάναμε δεν ήταν σωστό. Είναι πολύ σοβαρό», δήλωσε, εκφράζοντας τη μεταμέλειά του.
Πριν εγκαταλείψουν το σημείο, οι τέσσερις άνδρες περιέλουσαν με βενζίνη το φορτηγό με την ανυψωτική πλατφόρμα, υποστηρίζοντας ότι στόχος τους ήταν μόνο να εξαφανίσουν τα ίχνη τους και όχι να το πυρπολήσουν.

Ανάμεσα στα κλοπιμαία από το Λούβρο βρίσκεται η τιάρα από το κληροδότημα της Βασίλισσας Μαρία-Αμαλία και της Βασίλισσας Ορτάνς.
Η διαφυγή και το τελευταίο ίχνος των βασιλικών κοσμημάτων
Μετά την ολοκλήρωση της ληστείας, οι τέσσερις δράστες κατάφεραν να διαφύγουν για λίγα μόλις δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει η κινητοποίηση των αστυνομικών αρχών. Σύμφωνα με τις νέες καταθέσεις, εγκατέλειψαν την περιοχή του Λούβρου με δύο σκούτερ και κατευθύνθηκαν προς τις αποβάθρες του Ivry-sur-Seine, στα νοτιοανατολικά του Παρισιού, όπου τους περίμενε από τα ξημερώματα ένα λευκό Citroën Berlingo, το οποίο είχε προβλεφθεί να χρησιμοποιηθεί ως όχημα διαφυγής.
Εκεί, όπως υποστηρίζουν, η ομάδα χωρίστηκε στα δύο.
Ο Ghelamallah A. επιβιβάστηκε στο βαν μαζί με έναν ακόμη συνεργό, έχοντας –όπως είπε– λάβει σαφείς οδηγίες να παραπλανήσουν τις Αρχές ακολουθώντας μια άσκοπη διαδρομή γύρω από το Παρίσι.
«Δεν έπρεπε να επιστρέψουμε κατευθείαν στο Ομπερβιλιέ. Μπήκα στον περιφερειακό, συνέχισα προς την Α13 και στη συνέχεια στην Α86, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό», κατέθεσε.
Η πορεία του οχήματος κατέληξε τελικά στην περιοχή του Βεξέν, δυτικά της γαλλικής πρωτεύουσας. Η συγκεκριμένη διαδρομή είχε οδηγήσει αρχικά τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι εκεί ίσως είχαν μεταφερθεί ή είχαν κρύψει τα κλεμμένα κοσμήματα.
Οι νέες απολογίες, ωστόσο, ανατρέπουν αυτή την εκδοχή.

Η επεκτεινόμενη σκάλα που χρησιμοποιήθηκε από τους τρεις ληστές που μπήκαν ανενόχλητοι στη γκαλέρι Απόλλων στο Μουσείο του Λούβρου το πρωί της Κυριακής 19 Οκτωβρίου 2025
EPA«Τα κοσμήματα ήταν όλα μαζί μου»
Ο Abdoulaye N. υποστηρίζει πλέον ότι ολόκληρη η λεία βρισκόταν αποκλειστικά στη δική του κατοχή και δεν μεταφέρθηκε ποτέ με το λευκό βαν.
Όπως ισχυρίζεται, ο ίδιος και ο τέταρτος συνεργός τους εγκατέλειψαν το Ivry-sur-Seine με τα δύο σκούτερ, ακολουθώντας διαφορετική διαδρομή από εκείνη του Berlingo, μέχρι να φτάσουν σε υπόγειο χώρο στάθμευσης στο Ομπερβιλιέ.
Εκεί, σύμφωνα με την κατάθεσή του, παρέδωσε και τα οκτώ κλεμμένα κοσμήματα στον άνθρωπο που είχε οργανώσει την επιχείρηση.
«Είναι ένα μέρος όπου επικρατεί χάος. Άνθρωποι επισκευάζουν αυτοκίνητα, φτιάχνουν σκούτερ. Εκεί του παρέδωσα τα κοσμήματα», ανέφερε.
Το συγκεκριμένο πάρκινγκ είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της έρευνας. Κάμερα ασφαλείας είχε καταγράψει, περίπου μία ώρα μετά τη ληστεία, έναν άνδρα με κράνος –τον οποίο οι ερευνητές ταυτοποίησαν ως τον Abdoulaye N.– να κρατά και να μετακινεί αντικείμενα που έμοιαζαν με τα κλεμμένα κοσμήματα.
Ο ίδιος πλέον αναγνωρίζει ότι εμφανίζεται στο επίμαχο βίντεο.
«Ναι, εγώ είμαι αυτός που βγάζει την τιάρα από την τσάντα. Μέσα είχα επτά ή οκτώ κοσμήματα. Ήταν όσα είχα πάρει από τη δική μου προθήκη αλλά και κάποια από εκείνη του Ghelamallah», είπε.
Η δυσαρέσκεια του φερόμενου εντολέα
Σύμφωνα πάντα με τον Abdoulaye N., ο άνθρωπος που σχεδίασε τη ληστεία δεν έμεινε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της επιχείρησης.
Όπως υποστήριξε, θεωρούσε ότι η ομάδα θα μπορούσε να είχε αφαιρέσει περισσότερα αντικείμενα, εάν δεν είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος κατά την είσοδο στο μουσείο και τη διάρρηξη των προθηκών.
«Ήταν δυσαρεστημένος. Πίστευε ότι μπορούσαμε να πάρουμε περισσότερα. Χάσαμε χρόνο μέχρι να μπούμε από το παράθυρο», κατέθεσε.
Ο 40χρονος ισχυρίζεται ακόμη ότι έξω από το υπόγειο πάρκινγκ περίμεναν και άλλα άτομα, τα οποία επρόκειτο να παραλάβουν τα κοσμήματα από τον φερόμενο οργανωτή της ληστείας.
Τanto ο Abdoulaye N. όσο και ο Ghelamallah A. υποστηρίζουν ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά αγνοούν πλήρως την τύχη των πολύτιμων αντικειμένων.
Το σημείο όπου χάνονται τα ίχνη της λείας
Για τους Γάλλους ανακριτές, το υπόγειο πάρκινγκ του Ομπερβιλιέ αποτελεί το τελευταίο επιβεβαιωμένο σημείο όπου εντοπίζεται η παρουσία των Κοσμημάτων του Στέμματος.
Από εκεί και μετά, κάθε ίχνος τους εξαφανίζεται. Παράλληλα, οι δύο κατηγορούμενοι εξακολουθούν να αρνούνται να αποκαλύψουν την ταυτότητα του ανθρώπου που, όπως υποστηρίζουν, σχεδίασε και συντόνισε ολόκληρη την επιχείρηση.
Και οι δύο επικαλούνται φόβο για αντίποινα σε βάρος των ίδιων και των οικογενειών τους.
«Δεν είναι άνθρωποι της εκκλησίας», είπε χαρακτηριστικά ο Ghelamallah A., εξηγώντας ότι δεν προτίθεται να κατονομάσει τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από την υπόθεση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Abdoulaye N., ο οποίος υποστήριξε ότι, ενώ βρίσκεται προφυλακισμένος, δέχθηκε έμμεσες προειδοποιήσεις από πρόσωπα εκτός φυλακής να μη συνεργαστεί με τις Αρχές.
«Δεν με απείλησαν ευθέως, αλλά μου είπαν να μη μιλήσω», ανέφερε.
Ο μυστηριώδης «Jo», τα δύο σενάρια των Αρχών και ο φόβος για την τύχη των βασιλικών κοσμημάτων
Στις τελευταίες τους καταθέσεις, οι δύο κατηγορούμενοι προχώρησαν σε έναν ακόμη ισχυρισμό που περιπλέκει την υπόθεση. Υποστήριξαν ότι ο άνθρωπος που έδωσε την εντολή για τη ληστεία δεν περιορίστηκε στον σχεδιασμό της επιχείρησης, αλλά συμμετείχε ενεργά και στην εκτέλεσή της μέσα στο Λούβρο.
Παράλληλα, αρνήθηκαν ότι πρόκειται για έναν από τους δύο ήδη προφυλακισμένους υπόπτους, τους Slimane K. και Rachid H., τους οποίους οι γαλλικές Αρχές θεωρούν μέλη της ομάδας που συμμετείχε στην κλοπή.
«Έχετε κάνει λάθος με τα πρόσωπα», φέρεται να είπε ο Abdoulaye N. στις ανακρίτριες, επιμένοντας ότι ο πραγματικός οργανωτής παραμένει εκτός του πεδίου των ερευνών.
Οι δικαστικές Αρχές, ωστόσο, αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφύλαξη τη νέα αυτή εκδοχή. Οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο οι δύο κατηγορούμενοι να επιχειρούν είτε να αποπροσανατολίσουν την έρευνα είτε να προστατεύσουν συνεργούς που εξακολουθούν να διαφεύγουν.
Ο ίδιος ο Abdoulaye N. παραδέχθηκε ότι αποφεύγει να κατονομάσει τον φερόμενο εντολέα από φόβο για την ασφάλεια της οικογένειάς του.
«Δεν μπορώ να πω το όνομά του. Θα υπάρξουν αντίποινα. Δεν θέλω να βάλω την οικογένειά μου σε κίνδυνο. Δεν ξέρω καν αν θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω στη Γαλλία αν τον κατονόμαζα», κατέθεσε.
Η μοναδική πληροφορία που έδωσε αφορά το μικρό όνομα του ανθρώπου αυτού. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, είναι γνωστός μόνο ως «Jo», κατάγεται επίσης από το Ομπερβιλιέ και ενδέχεται να λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για λογαριασμό προσώπων που βρίσκονται ακόμη πιο ψηλά στην εγκληματική ιεραρχία.
Οι συνήγοροι υπεράσπισης των δύο κατηγορουμένων αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις νέες αποκαλύψεις.
Παρά τις αναλυτικές απολογίες, οι γαλλικές αστυνομικές και δικαστικές Αρχές εξακολουθούν να μην έχουν εντοπίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός αόρατου οργανωτή. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κανένα ψηφιακό ίχνος, μήνυμα ή άλλη μορφή επικοινωνίας που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς περί εντολέα. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν αποκλείουν ακόμη αυτό το ενδεχόμενο.
Έτσι, η έρευνα εξακολουθεί να κινείται γύρω από δύο βασικά σενάρια.
Σύμφωνα με το πρώτο, δεν υπήρξε ποτέ εξωτερικός οργανωτής και τα κοσμήματα του Στέμματος εξακολουθούν να βρίσκονται κρυμμένα κάπου στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού, με τους τέσσερις προφυλακισμένους κατηγορούμενους να γνωρίζουν το σημείο όπου έχουν αποκρυβεί.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει ότι υπήρχε πράγματι οργανωτής ή δίκτυο μεσαζόντων, στους οποίους παραδόθηκε η λεία αμέσως μετά τη ληστεία, προκειμένου να μεταφερθεί εκτός Γαλλίας και να διοχετευθεί στη διεθνή παράνομη αγορά έργων τέχνης και πολύτιμων αντικειμένων.
Υπάρχει, όμως, και ένα ακόμη ενδεχόμενο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στους ερευνητές.
Οι Αρχές φοβούνται ότι τα ιστορικά κοσμήματα ενδέχεται να έχουν ήδη αποσυναρμολογηθεί, με τα διαμάντια, τα ζαφείρια και τα σμαράγδια να έχουν αφαιρεθεί, επανακοπεί και διοχετευθεί στη διεθνή αγορά ως μεμονωμένοι πολύτιμοι λίθοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμη και αν μέρος των λίθων εντοπιστεί στο μέλλον, η ανεκτίμητη ιστορική και πολιτιστική αξία των Κοσμημάτων του Στέμματος θα έχει χαθεί οριστικά.
Ολοκληρώνοντας την πολύωρη απολογία του, ο Abdoulaye N. επανέλαβε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμετοχή του στη ληστεία, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι αγνοεί όσα ακολούθησαν μετά την παράδοση της λείας.
«Παραδέχθηκα τη συμμετοχή μου. Αναλαμβάνω τις συνέπειες και το μετανιώνω. Για όλα τα υπόλοιπα, είναι πράγματα που με ξεπερνούν», δήλωσε.
Με τις νέες απολογίες να ανοίγουν περισσότερα ερωτήματα απ' όσα απαντούν, η υπόθεση της μεγαλύτερης κλοπής στην πρόσφατη ιστορία του Λούβρου παραμένει ανοιχτή. Τα βασιλικά κοσμήματα εξακολουθούν να αγνοούνται, ο φερόμενος εγκέφαλος της επιχείρησης παραμένει άγνωστος και οι γαλλικές Αρχές συνεχίζουν να αναζητούν τα στοιχεία που θα οδηγήσουν στην πλήρη εξιχνίαση μιας υπόθεσης με διεθνείς διαστάσεις.