Πούτιν: «Φοβάται ότι θα τον κρεμάσουν» αν αποτύχει στην Ουκρανία και σχεδιάζει κλιμάκωση του πολέμου

Πούτιν και Σι ενώνουν τις δυνάμεις τους απέναντι στις ΗΠΑ - Στο κάδρο και η Τουρκία

·
Πούτιν: «Φοβάται ότι θα τον κρεμάσουν» αν αποτύχει στην Ουκρανία και σχεδιάζει κλιμάκωση του πολέμου

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν φοβάται ότι μπορεί να «κρεμαστεί» επειδή δεν κατάφερε να κερδίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία και, σύμφωνα με πηγή εκ των έσω την οποία επικαλείται ο Economist και αναπαράγει και η Daily Mail, σχεδιάζει να κλιμακώσει τη σύγκρουση, την ώρα που αυξάνονται οι προειδοποιήσεις από το Κρεμλίνο ότι η Βρετανία βρίσκεται στο στόχαστρο της Μόσχας.

Πηγές που βρίσκονται κοντά στο Κρεμλίνο υποστηρίζουν, σύμφωνα με τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, ότι ο Ρώσος πρόεδρος έχει επιλέξει την κλιμάκωση του πολέμου, καθώς φοβάται ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή της ρωσικής κοινής γνώμης εάν τερματίσει τη σύγκρουση χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει μια νίκη.

Σε ομιλία του στις 22 Αυγούστου, ο Πούτιν κατηγόρησε την Ουκρανία ότι άνοιξε ένα «κουτί της Πανδώρας» και απείλησε με «αντίδραση στους πλέον ευαίσθητους τομείς της οικονομίας σας».

Νωρίτερα την ίδια ημέρα, μιλώντας στο κυβερνών κόμμα Ενωμένη Ρωσία, απέρριψε τις εκτιμήσεις ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του.

«Η ειδική στρατιωτική επιχείρηση συνεχίζεται», δήλωσε. «Θα προχωρήσουμε μόνο μπροστά».

Οι εξελίξεις σημειώνονται ενώ οι απλοί Ρώσοι υφίστανται ολοένα και περισσότερο τις συνέπειες του πολέμου, αντιμετωπίζοντας αδιάκοπες ουκρανικές επιθέσεις με drones, περιορισμούς στο διαδίκτυο και μια οικονομία που δυσκολεύεται.

Σύμφωνα με τον Economist, η δυσαρέσκεια είναι ακόμη εντονότερη στους κόλπους της ρωσικής ελίτ, με μία πηγή να υποστηρίζει ότι αυξάνεται η απογοήτευση για τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Ο Πούτιν φέρεται να πιστεύει ότι κινδυνεύει εάν τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να έχει πετύχει τουλάχιστον τον ελάχιστο στόχο του, δηλαδή την κατάληψη ολόκληρης της περιοχής του Ντονμπάς.

«Θα με κρεμάσουν», φέρεται να είπε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του πολέμου, σύμφωνα με πηγή που επικαλείται ο Economist.

Η επίσκεψη διευθυντή της CIA στη Ρωσία και το μήνυμα της Ουάσινγκτον

Η πιθανότητα κλιμάκωσης μπορεί επίσης να συνδέεται με την αντίληψη του Πούτιν ότι οι ΗΠΑ εμφανίζονται αδύναμες, σύμφωνα με πρόσωπο που βρίσκεται επί χρόνια στο περιβάλλον του.

Ο ισχυρισμός διατυπώνεται ενώ υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες σχετικά με την αιφνιδιαστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Ρωσία την περασμένη εβδομάδα.

Μία εκδοχή αναφέρει ότι ταξίδεψε στη Ρωσία για να προειδοποιήσει τον Πούτιν να μην επιτεθεί σε χώρες του ΝΑΤΟ. Μια άλλη υποστηρίζει ότι μετέφερε μια δυσοίωνη εκτίμηση για τις προοπτικές της Ρωσίας και προσπάθησε να πείσει τον Ρώσο ηγέτη να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις.

Η συμβουλή του, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία θα πρέπει «απλώς να μην το κάνει», βασιζόταν σε αμερικανικές πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Μόσχα είναι έτοιμη να αναλάβει δράση, καθώς η εκστρατεία της στο ουκρανικό μέτωπο έχει και πάλι περιέλθει σε αδιέξοδο.

Μετά την επίσκεψη, το Κρεμλίνο άφησε να εννοηθεί ότι δεν επιδιώκει ειρήνη με τη Δύση, προειδοποιώντας ότι «είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν μπορεί να ξεπεραστεί η βαθιά κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας», ενώ παράλληλα υποστήριξε ότι «η Ουκρανία χάνει σίγουρα τον πόλεμο».

Η Ρωσία προετοιμάζεται για μαζικά πλήγματα στην ουκρανική ενέργεια

Παράλληλα, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε την Κυριακή ότι προετοιμάζεται για μεγάλης κλίμακας επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας, σε αντίποινα για τα πλήγματα του Κιέβου.

«Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν αρχίσει τις προετοιμασίες για μαζικά πλήγματα κατά εγκαταστάσεων του ενεργειακού τομέα της Ουκρανίας, ως απάντηση στις συνεχιζόμενες επιθέσεις του καθεστώτος του Κιέβου κατά πολιτικών υποδομών και κατά του πετρελαϊκού και ενεργειακού συγκροτήματος της Ρωσίας», ανέφερε το υπουργείο μέσω Telegram.

Τον περασμένο χειμώνα, η Μόσχα έπληττε επανειλημμένα ουκρανικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στον ενεργειακό τομέα της χώρας και αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους αντιμέτωπους με το κρύο και το σκοτάδι, σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν.

Εδώ και αρκετούς μήνες, και οι δύο πλευρές έχουν κλιμακώσει τα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας, στοχεύοντας υποδομές όπως αποθήκες, επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις πετρελαίου και λιμενικές υποδομές, καθώς και πλοία, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αύξηση των απωλειών μεταξύ αμάχων.

Την Κυριακή, ο ρωσικός στρατός υποστήριξε ότι έπληξε εργοστάσιο στο Κίεβο που παράγει αμίαντο και τσιμέντο, οι αποθήκες του οποίου, σύμφωνα με τη Μόσχα, χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση εκρηκτικών, καθώς και εργοστάσιο κατασκευής drones και πυρομαχικών.

Το Σάββατο, ρωσικό πλήγμα σε αποθήκη πυρομαχικών στα περίχωρα της ουκρανικής πρωτεύουσας προκάλεσε τεράστια έκρηξη και σκότωσε τουλάχιστον 37 ανθρώπους.

Η Ουκρανία, από την πλευρά της, επιτέθηκε με drones σε διυλιστήριο πετρελαίου στη βορειοδυτική Ρωσία, προκαλώντας πυρκαγιά, σύμφωνα με τις τοπικές αρχές.

Η Βρετανία στο στόχαστρο της Μόσχας

Την ίδια ώρα, το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, καθώς ρωσικά drones δοκιμάζουν επανειλημμένα τις άμυνες χωρών που βρίσκονται στα ανατολικά σύνορα της Συμμαχίας.

Ωστόσο, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερη απειλή.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, η Ρωσία απείλησε να στοχοποιήσει βρετανικά εργοστάσια στο πλαίσιο μιας «ημι-στρατιωτικής» αντίδρασης στη στήριξη που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ουκρανία.

Τη Δευτέρα, η Μόσχα κατηγόρησε τη Βρετανία ότι «συμμετέχει σε αυτόν τον πόλεμο», μετά την άφιξη του Άντι Μπέρναμ στο Κίεβο, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρωθυπουργού.

Ο Μπέρναμ είχε ανακοινώσει ότι η ευρωπαϊκή αμυντική εταιρεία MBDA έλαβε άδεια να μοιραστεί πληροφορίες σχετικά με βρετανικά εξαρτήματα του πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς SCALP, γεγονός που σημαίνει ότι η Ουκρανία θα μπορούσε να αρχίσει να τους κατασκευάζει εγχώρια.

Η κίνηση προκάλεσε οργισμένη αντίδραση από το Κρεμλίνο, με ανώτερο σύμβουλο του Πούτιν να προειδοποιεί για πιο επιθετική απάντηση και να υποστηρίζει ότι η Ρωσία θεωρεί πλέον τη Βρετανία «νούμερο ένα κακό».

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Αντρέι Φεντόροφ δήλωσε στο BBC Newsnight ότι η αντίδραση της Ρωσίας στις ανακοινώσεις του Μπέρναμ ήταν «πολύ αρνητική».

Ερωτηθείς σχετικά με την απειλή, ο Φεντόροφ δήλωσε:

«Υπάρχει σήμερα πολύ σοβαρή πολιτική και κοινωνική πίεση στον πρόεδρο Πούτιν να λάβει συγκεκριμένα μέτρα κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, επειδή θεωρεί τη Βρετανία μέρος του πολέμου στην Ουκρανία και η βοήθεια από τη Βρετανία θεωρείται άμεση εμπλοκή της χώρας σε αυτόν τον πόλεμο».

Προειδοποίησε ότι το επόμενο στάδιο της κλιμάκωσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει «όχι μόνο λεκτική αλλά ίσως και κάποια ορατή αντίδραση» της Ρωσίας απέναντι στη Βρετανία.

Εξηγώντας πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί αυτή η αντίδραση, ο Φεντόροφ είπε:

«Θα μπορούσε να υπάρξει η αποκαλούμενη τεχνική αντίδραση, ίσως κάποια επίθεση χάκερ από άγνωστη πηγή – φυσικά όχι σε επίσημο επίπεδο».

«Θα μπορούσαν να υπάρξουν διαφορετικά πολιτικά βήματα. Και δεν μπορώ να αποκλείσω 100% το ενδεχόμενο μιας ημι-στρατιωτικής αντίδρασης».

Όπως είπε, βρετανικά εργοστάσια που κατασκευάζουν drones για την Ουκρανία θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο μιας τέτοιας ενέργειας από «άγνωστες πηγές».

Οι χάκερ θα μπορούσαν επίσης να στοχεύσουν, σύμφωνα με τον ίδιο, «συγκεκριμένες επιχειρήσεις» που συνδέονται με την παραγωγή drones ή εξαρτημάτων για τους πυραύλους Storm Shadow, τη βρετανική εκδοχή των SCALP.

Ο Φεντόροφ υποστήριξε ότι, με την παράδοση σχεδίων για την κατασκευή πυραύλων στην Ουκρανία από τον Μπέρναμ, η Βρετανία έχει καταστεί «πολύ περισσότερο εμπλεκόμενη» στον πόλεμο.

«Η Μόσχα θεωρεί τα βήματα του Βρετανού πρωθυπουργού ως άμεση στρατιωτική εμπλοκή σε αυτή τη σύγκρουση», πρόσθεσε.

Το Κρεμλίνο: «Η Βρετανία συμμετέχει στον πόλεμο»

Οι δηλώσεις Φεντόροφ έγιναν μετά την τοποθέτηση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ο οποίος υποστήριξε τη Δευτέρα ότι «η Βρετανία συμμετέχει σε αυτόν τον πόλεμο» στο πλευρό της Ουκρανίας.

«Η Βρετανία ρίχνει συστηματικά λάδι στη φωτιά και συστηματικά και τακτικά σχεδιάζει τρόπους για να εμποδίσει οποιαδήποτε πρόοδο στην ειρηνευτική διαδικασία», δήλωσε.

Πρόσθεσε ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις επιδιώκουν να εντοπίσουν «τις εγκαταστάσεις παραγωγής τέτοιων πυραύλων» καθώς και «τις εγκαταστάσεις παραγωγής άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού», προκειμένου να τις καταστρέψουν.

Ο Μπέρναμ, ωστόσο, επέμεινε ότι η Βρετανία δεν πρόκειται να μειώσει τη στήριξή της προς την Ουκρανία απέναντι στην επιθετικότητα του Πούτιν, χαρακτηρίζοντας τις ρωσικές απειλές κατά της Βρετανίας «εξωφρενικές».

«Ποιος έβαλε τη φωτιά; Αυτό είναι το ερώτημα, έτσι δεν είναι;» δήλωσε.

Πούτιν, Μόντι και Σι ενώνουν τις δυνάμεις τους απέναντι στις ΗΠΑ - Στο κάδρο και η Τουρκία

Σε μια προφανή προσπάθεια να καθησυχάσει τις ανησυχίες του, ο Πούτιν συγκεντρώθηκε τη Δευτέρα στο Κιργιστάν για διήμερη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), ενός περιφερειακού μπλοκ που επιδιώκει να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη Δύση.

Στη σύνοδο συμμετείχαν επίσης ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο.

Ο οργανισμός, ο οποίος γιορτάζει την 25η επέτειό του, περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, τέσσερις χώρες της Κεντρικής Ασίας και τη Λευκορωσία, που αποτελεί σύμμαχο της Μόσχας.

Ο Πούτιν και ο Σι έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν τις συνόδους του SCO για να προωθήσουν το όραμά τους για έναν πολυπολικό κόσμο και να παρουσιάσουν ενιαίο μέτωπο απέναντι στη Δύση.

Η σύνοδος πραγματοποιείται τεσσεράμισι χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Το Ιράν εκπροσωπείται από τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν.

Οι ηγέτες της Κίνας, της Ρωσίας και της Ινδίας συναντήθηκαν τη Δευτέρα με άλλους αρχηγούς κρατών στο Κιργιστάν, για τη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), ενός οργανισμού που παρουσιάζεται ως αντίβαρο στην παγκόσμια επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι συμμετέχουν στις εργασίες της συνόδου στην Μπισκέκ, πρωτεύουσα του κράτους της Κεντρικής Ασίας.

Ο Πούτιν και ο Σι είχαν μία από τις πολλές διμερείς συναντήσεις στο περιθώριο της συνόδου, σύμφωνα με τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Ο Ρώσος πρόεδρος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, επιβεβαίωσε την ετοιμότητα της Μόσχας να καταστήσει μόνιμο το καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση έκδοσης βίζας μεταξύ Ρωσίας και Κίνας.

Η Ρωσία, η οποία βρίσκεται πλέον 4,5 χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής της στην Ουκρανία, και το Ιράν, που βρίσκεται έξι μήνες σε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αντιμετωπίζουν τη σύνοδο ως σημαντική πλατφόρμα για την ενίσχυση των σχέσεών τους με χώρες εκτός Δύσης.

Αντίβαρο στη Δύση

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης ιδρύθηκε το 2001 από την Κίνα, τη Ρωσία και τέσσερα κράτη της Κεντρικής Ασίας ως φόρουμ συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του αιώνα, ο οργανισμός έχει διευρυνθεί σημαντικά και έχει αυξήσει την επιρροή του, αν και οι στόχοι και τα προγράμματά του παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφή και η διεθνής αναγνωρισιμότητα του οργανισμού εξακολουθεί να είναι περιορισμένη.

Σήμερα ο SCO αριθμεί 10 κράτη-μέλη: Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Ιράν, Πακιστάν, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Ουζμπεκιστάν. Παράλληλα, αρκετές ακόμη χώρες έχουν καθεστώς «εταίρου διαλόγου».

Μαζί με τη Ρωσία, η Κίνα έχει παρουσιάσει τον SCO ως εναλλακτική λύση σε οργανισμούς που συνδέονται με τη Δύση, όπως η G7, ενώ τα τελευταία χρόνια επιδιώκει να διευρύνει το πεδίο δράσης και την επιρροή του οργανισμού, προσφέροντας αναπτυξιακή και οικονομική βοήθεια.

Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ο οργανισμός έχει επιτύχει να «διερευνήσει έναν νέο δρόμο για την περιφερειακή συνεργασία».

Το Πεκίνο προωθεί σταθερά την ιδέα μιας εναλλακτικής παγκόσμιας τάξης, με τη στήριξη της Ρωσίας.

Σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των συμμετεχόντων

Για πολλά από τα μέλη του SCO, η σύνοδος αποτελεί ευκαιρία να δείξουν ότι διατηρούν ισχυρές σχέσεις στη διεθνή σκηνή, παρά την επιδείνωση των σχέσεών τους με τη Δύση.

Ωστόσο, ο οργανισμός δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό ή στρατιωτικό μπλοκ. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι τα μέλη του έχουν σημαντικές διαφωνίες μεταξύ τους και διακριτά, συχνά αντικρουόμενα, συμφέροντα.

Για χώρες όπως η Ινδία, ειδικότερα, ειδικοί εκτιμούν ότι η σύνοδος αφορά περισσότερο τη διεθνή εικόνα και τη στρατηγική σηματοδότηση παρά την επίτευξη ουσιαστικών αποτελεσμάτων.

Ο SCO επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα, ενώ στους κόλπους του συμμετέχει και το Πακιστάν, το οποίο αποτελεί περιφερειακό ανταγωνιστή της Ινδίας.

Ο Ντινακάρ Πέρι, ερευνητής στον τομέα των μελετών ασφάλειας στο Carnegie India, δήλωσε ότι ο SCO προσφέρει στην Ινδία μια θέση στο τραπέζι των συζητήσεων σε μια περιοχή που διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο από τον ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό επιτρέπει στο Νέο Δελχί να προστατεύει τα συμφέροντά του, να παρακολουθεί τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές ισορροπίες και να προβάλλει την εικόνα ενός αξιόπιστου παράγοντα.

«Μπορεί να μην καθορίζει πλήρως την ατζέντα, αλλά δίνει στο Νέο Δελχί τη δυνατότητα να έχει άμεση εικόνα για την περιοχή και να αντισταθμίζει τη θέση του μέσω των σχέσεών του με άλλες χώρες», δήλωσε ο Πέρι.

Και η Τουρκία στο κάδρο

Η Τουρκία, η οποία διαθέτει καθεστώς εταίρου στον SCO, επιδιώκει επίσης να αξιοποιήσει την πλατφόρμα για να ενισχύσει τη θέση και την επιρροή της στην περιοχή.

Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ενέταξε την Τουρκία στον SCO ως «εταίρο διαλόγου» το 2012, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιθυμεί η χώρα του να γίνει μόνιμο μέλος του οργανισμού.

Η Τουρκία, παράλληλα, διατηρεί στενούς εμπορικούς δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης του 1995, όμως η υποψηφιότητά της για ένταξη στην ΕΕ έχει ουσιαστικά βαλτώσει εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια.

Η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη συμμετοχή της στον SCO ως τμήμα μιας ισορροπημένης εξωτερικής πολιτικής, μέσω της οποίας επιδιώκει να διατηρεί τις παραδοσιακές σχέσεις της με τη Δύση, ως μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα να ενισχύει την επιρροή της στην Ευρασία.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή