Η «έκρηξη» του διαδικτυακού τζόγου και η «σκιά» του χρέους στους νέους
Η αλματώδης αύξηση του διαδικτυακού στοιχηματισμού συνοδεύεται από σημάδια υπερχρέωσης και οικονομικής «ασφυξίας» για… μικρούς και μεγάλους
Snapshot
- Ο τζίρος του διαδικτυακού και ζωντανού τζόγου στην Ελλάδα έφτασε τα 12, δισ. ευρώ σε εννέα μήνες, με αύξηση ύψους 7% σε ετήσια βάση.
- Τα διαδικτυακά καζίνο και στοιχηματικές πλατφόρμες συγκέντρωσαν 5,5 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τα φυσικά πρακτορεία.
- Τα καθαρά έσοδα της αγοράς αυξήθηκαν κατά 8% στα 2,22 δισ. ευρώ, ενισχύοντας τη φορολογία, αλλά αυξάνονται οι κοινωνικοί κίνδυνοι λόγω ευκολίας πρόσβασης.
- Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η νομιμοποίηση του διαδικτυακού στοιχήματος έχει οδηγήσει σε τεράστιο όγκο στοιχημάτων και αύξηση χρεών, κυρίως σε νέους ηλικίας 20 – 30 ετών.
- Η χρήση πιστωτικών καρτών και δανεικών κεφαλαίων στον τζόγο επιταχύνει τη συσσώρευση χρεών, με αυξημένες καθυστερήσεις πληρωμών και αιτήσεις πτώχευσης, λόγω και των πρακτικών microbetting.
Η ταχεία ανάπτυξη της αγοράς τυχερών παιχνιδιών προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς ολοένα και περισσότερα στοιχεία επιδεικνύουν ότι η εξάπλωση του διαδικτυακού στοιχήματος συνοδεύεται από αυξανόμενους οικονομικούς κινδύνους, ιδιαίτερα για τους νεότερους.
Στην Ελλάδα, τα μεγέθη είναι ενδεικτικά της έντασης του φαινομένου. Ο συνολικός τζίρος σε καζίνο LIVE και στοιχηματισμό έφτασε τα 12,03 δισ. ευρώ σε διάστημα εννέα μηνών, σημειώνοντας αύξηση ύψους 5,7% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων. Όπερ σημαίνει ότι οι Έλληνες ποντάρουν περίπου 44 εκατ. ευρώ ημερησίως ή σχεδόν 1,8 εκατ. ευρώ την ώρα!
Αξιοσημείωτη είναι η μετατόπιση προς τις ψηφιακές πλατφόρμες. Τα διαδικτυακό καζίνο και οι στοιχηματικές εταιρείες συγκέντρωσαν περίπου 5,5 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας οριακά τα φυσικά δίκτυα πρακτορείων. Η συγκεκριμένη τάση αποτυπώνει τη βαθιά διείσδυση της τεχνολογίας στον χώρο του τζόγου, καθιστώντας την πρόσβαση ευκολότερη και πιο άμεση από ποτέ.
Παράλληλα, τα καθαρά έσοδα της αγοράς (GGR) ανήλθαν σε 2,22 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 8%, ενισχύοντας σημαντικά τα κρατικά έσοδα μέσω φορολογίας. Ωστόσο, πίσω από την οικονομική ανάπτυξη αναδύονται ανησυχίες για τις κοινωνικές επιπτώσεις και τους κινδύνους που συνδέονται με την ευκολία πρόσβασης και την ένταση της συμμετοχής.
Ανάλογη –αλλά σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα– είναι η εικόνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η νομιμοποίηση του online αθλητικού στοιχήματος την τελευταία δεκαετία έχει οδηγήσει σε «εκρηκτική» ανάπτυξη της αγοράς. Περισσότερες από 30 πολιτείες επιτρέπουν πλέον το mobile betting, με τον συνολικό όγκο στοιχημάτων να ξεπερνά το μισό τρισ. δολάρια.
Ωστόσο, η επέκταση συνοδεύεται από αυξανόμενες ενδείξεις οικονομικής «ασφυξίας» των πολιτών. Δικηγόροι που ασχολούνται με υποθέσεις πτώχευσης, αναφέρουν σημαντική αύξηση πελατών ηλικίας 20 έως 30 ετών, οι οποίοι έχουν συσσωρεύσει μεγάλα χρέη λόγω διαδικτυακού στοιχηματισμού, συχνά δεκάδων χιλιάδων δολαρίων σε πιστωτικές κάρτες.
Κοινός παρονομαστής είναι η χρήση δανεικών κεφαλαίων για συμμετοχή στον τζόγο. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το γεγονός ότι οι παίκτες δεν χρησιμοποιούν μετρητά αλλά πίστωση επιταχύνει δραματικά τη συσσώρευση χρεών, τα οποία μπορούν να «εκτιναχθούν» μέσα σε μερικούς μήνες.
Αρκετές έρευνες καταγράφουν αύξηση τόσο στις καθυστερήσεις πληρωμών, όσο και τις αιτήσεις προσωπικής πτώχευσης, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπου επιτρέπεται το online στοίχημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πιθανότητα πτώχευσης αυξάνεται έως και κατά 25%, ενώ, αντίστοιχη άνοδος παρατηρείται σε οφειλές πιστωτικών καρτών και δανείων, όπως μεταδίδει το Business Insider.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και ο σχεδιασμός των ψηφιακών πλατφορμών, που διευκολύνουν τη συνεχή και άμεση συμμετοχή. Νέες πρακτικές, όπως το microbetting –δηλαδή τα διαδοχικά μικρά στοιχήματα κατά τη διάρκεια ενός αγώνα– εντείνουν τη συχνότητα και τον όγκο των πονταρισμάτων, συχνά χωρίς ο χρήστης να αντιλαμβάνεται το συνολικό κόστος.
Παράλληλα, η παρουσίαση του στοιχηματισμού ως μορφή «επένδυσης» ή «πρόβλεψης» συμβάλλει στην κανονικοποίηση αυτού, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων γενεών που ήδη αντιμετωπίζουν οικονομικές πιέσεις.
Διαβάστε επίσης