Μαξίμου για διάταξη συνεπιμέλειας: Διάφανη η διαδικασία-Καμία ρύθμιση Φλωρίδη υπέρ της Κεφαλογιάννη
Το Μέγαρο Μαξίμου επιμένει ότι η διάταξη για τη συνεπιμέλεια δεν είναι φωτογραφική και αφορά όλους τους πολίτες που βρίσκονται σε αντίστοιχες αντιδικίες.
Μετά τον σάλο που δημιουργήθηκε κυβερνητικές πηγές διαχωρίζουν την διάταξη από την απόφαση της υπουργού Όλγας Κεφαλογιάννη να κάνει χρήση της ρύθμισης λέγοντας ότι αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.
Διαβεβαιώνουν πάντως ότι ο κ. Φλωρίδης και το υπουργείο Δικαιοσύνης σε καμία περίπτωση δεν επιχείρησαν να φτιάξουν μια διάταξη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα ενός προσώπου (στη συγκεκριμένη περίπτωση της κυρίας Όλγας Κεφαλογιάννη).
Οι ίδιες πηγές μάλιστα παραπέμπουν για περισσότερες λεπτομέρειες στην ανάρτηση της υπουργού Τουρισμού και προσθέτουν:
«Οταν αυτή τη διάταξη την “φορτώνουν” σε έναν πολιτικό ενώ αφορά όλο τον λαό και έπρεπε να το ρυθμίσουμε εδώ και πολύ καιρό, αδικεί τη ρύθμιση. Η ρύθμιση είναι υπέρ των πολιτών γιατί τους προσθέτει ένα ακόμα δικαίωμα Η συγκεκριμένη διάταξη, όπως και των άλλων υπουργείων οι οποίες ήταν πάνω από 35, κατατέθηκαν από την αρχή στο νομοσχέδιο. Δόθηκαν στα κόμματα, συζητήθηκαν επί τέσσερις συνεδριάσεις στην Επιτροπή με όλα τα κόμματα και ύστερα επί δύο ημέρες όλες οι διατάξεις αυτές συζητήθηκαν στην Ολομέλεια της Βουλής».
Επιμένουν δηλαδή ότι η είσοδος της διάταξης δεν έγινε εν κρυπτώ και τονίζουν ότι σε όλη τη διάρκεια των συζητήσεων δεν υπήρξε καμία ένσταση και κριτική στη διάταξη αυτή. Επί των διατάξεων του νομοσχεδίου συνολικά η Ν.Δ. ζήτησε ονομαστική ψηφοφορία στη Βουλή και η συγκεκριμένη διάταξη ψηφίστηκε από 180 βουλευτές ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νίκη και η Ελληνική Λύση του κ. Βελόπουλου είπαν “παρών”. «Δηλαδή δεν αρνήθηκαν ψήφο», όπως χαρακτηριστικά λέει το Μαξίμου.
«Ψήφισε η Ν.Δ., το ΚΚΕ και τρεις ανεξάρτητοι, σύνολο 180 βουλευτές. Δηλαδή αυτή η διάταξη πήρε την ψήφο των 3/5 της Βουλής ως θετική ψήφο και την ανοχή των 2/3, δηλαδή πήρε πάνω από 200 ψήφους. Σχηματίστηκε μία πλειοψηφία τεράστια στη Βουλή και αυτοί που την ψήφισαν τι είδαν; Είδαν ότι αυτή είναι μία καλή διάταξη για τους πολίτες μας. Αυτό ψήφισαν».
Η διαδικασία λοιπόν κατά την άποψη της κυβέρνησης ήταν διαφανής και δεν συμπεριλήφθηκε στο νομοσχέδιο ως τροπολογία αλλά ήταν σε κεφάλαιο του νομοσχεδίου και συζητήθηκε εκτενώς στη Βουλή.

«Ετοιμαζόταν το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών και όταν ετοιμάζεται ένα νομοσχέδιο ειδοποιούνται τα υπουργεία αν έχουν ρυθμίσεις που θέλουν να ενσωματώσουν στο νομοσχέδιο αυτό. Στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου ενσωματώθηκαν διατάξεις από 12 υπουργεία. Όχι τροπολογίες, αλλά κανονικά στο σώμα του νομοσχεδίου με συγκεκριμένα άρθρα. Αυτή είναι η καθημερινή πρακτική.
Εδώ είχαμε κανονικές διατάξεις στο νομοσχέδιο από 12 υπουργεία πέραν του κεφαλαίου για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ενσωματώθηκαν 8 διατάξεις του υπουργείου Δικαιοσύνης».
Ως προς τη νομική ουσία της υπόθεσης το Μέγαρο Μαξίμου τονίζει ότι η διάταξη ρυθμίζει ένα θέμα που έχει ρυθμιστεί εδώ και καιρό για άλλες υποθέσεις στα δικαστήρια. Δηλαδή όταν κάποιος διάδικος αποφασίζει να ασκήσει έφεση ζητά από το δικαστήριο να παραχωρήσει αναστολή της πρωτόδικης απόφασης μέχρι να βγει το αποτέλεσμα της εφέσεως. Αυτό το δικαίωμα δεν δινόταν πριν την διάταξη για τα θέματα της συνεπιμέλειας, κάτι το οποίο ξεκαθάρισε με δηλώσεις του και ο υπουργός Δικαιοσύνης.
«Ποιο δικαίωμα δώσαμε εμείς; Οταν εκδίδεται μία τέτοια απόφαση και έχει διαφωνία κάποιος από τους γονείς, εάν ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως να μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να αναστείλει την ισχύ της αποφάσεως αυτής μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της εφέσεως. Κάτι που ισχύει εδώ και δεκαετίες,
Ο δικαστής κυριαρχικά θα αποφασίσει εάν ο γονιός που προσφεύγει έχει δίκιο ή όχι, δεσμευόμενος αποκλειστικά από το συμφέρον του παιδιού», διευκρίνισε ο κ. Γιώργος Φλωρίδης.
Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Αναφερόμενος ατη χρήση της διάταξης από την κυρία Κεφαλογιάννη είπε: «Το αν η κυρία Κεφαλογιάννη, όχι ως Υπουργός, αλλά ως μητέρα, ως διάδικος μιας υπόθεσης Οικογενειακού Δικαίου, έκανε χρήση μιας τέτοιας διάταξης, την οποία το δικαστήριο θα κρίνει αν «κουμπώνει», εφάπτεται, έχει νομική βάση πάνω της, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση».
Ο κ. Μαρινάκης κάλυψε πλήρως τον κ. Φλωρίδη εξηγώντας ότι δεν υπήρξε απολύτως καμία σκοπιμότητα υπέρ της κυρίας Κεφαλογιάννη: «Όμως, δεν άλλαξε το Υπουργείο Δικαιοσύνης τα κριτήρια, τους όρους, την ουσία Δικαίου στο συγκεκριμένο πεδίο. Έδωσε μία παραπάνω δυνατότητα σε κάποιον που θέλει να αιτηθεί να μετατραπεί η πρωτόδικη απόφαση, μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης, δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον έχει ασκήσει έφεση».