Μαρινάκης: Μείωση βουλευτών λόγω ασυμβίβαστου και μεγάλες εκλογικές περιφέρειες
«Αν ισχύσει το ασυμβίβαστο, ο αριθμός 300 θα γίνει στην πραγματικότητα 330-350», επισήμανε
Ο Παύλος Μαρινάκης
«Το ρουσφέτι περιορίζεται με το ψηφιακό κράτος», ανέφερε μεταξύ άλλων σήμερα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης με αφορμή τις χθεσινές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μιλώντας στην ΕΡΤ σχετικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ τόνισε: «Υπάρχουν δικαιολογημένες ενστάσεις από ανθρώπους που λοιδορούνται τις τελευταίες μέρες, έχουν κρεμαστεί στα μανταλάκια. Αλλά εμείς δεν είμαστε εκπρόσωποι της δικαστικής εξουσίας».
«Κάποιοι τώρα ανακάλυψαν τη διαφθορά στους 10-15 βουλευτές που εμπλέκονται στον ΟΠΕΚΕΠΕ», επισήμανε ο Παύλος Μαρινάκης και πρόσθεσε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να «τρέξει» τις διαδικασίες γιατί υπάρχουν πλημμελήματα που παραγράφονται στην 5ετία.
«Στο συνέδριο της ΝΔ τον Μάιο θα γίνει συζήτηση για το ασυμβίβαστο. Ισχύει σε 7 κράτη μέλη της ΕΕ. Όταν ένας βουλευτής γίνεται υπουργός θα αναστέλλεται η βουλευτική ιδιότητα, για να υπάρχει βουλευτής και να έχει η αντίστοιχη περιφέρεια εκπροσώπηση»
Για μείωση του αριθμού των βουλευτών είπε: «Αν ισχύσει το ασυμβίβαστο, ο αριθμός 300 θα γίνει στην πραγματικότητα 330-350». Ωστόσο διευκρίνισε ότι «περιμένουμε τις σκέψεις της κοινωνίας».
«Πρέπει να κινηθούμε σε μεγάλες εκλογικές περιφέρειες. Οι μικρής έκτασης περιφέρειες είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε φαινόμενα άλλης εποχής»
«Ο σταυρός έχει πολλά θετικά», είπε και διαφώνησε με όσους λένε ότι η έλλειψη σταυρού θα καταργήσει το ρουσφέτι.
«Δεν έχει νόημα να είναι κάποιος στη Βουλή πάνω από 15-20 χρόνια», επισήμανε.
«Θα υπάρχουν ανάγκες για παραπάνω μέτρα στήριξης λόγω του πολέμου», ανέφερε σε ερώτηση για περαιτέρω παρεμβάσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της σύρραξης στη Μέση Ανατολή. «Η κυβέρνηση δεν έχει αφήσει ποτέ αβοήθητο κανέναν πολίτη», πρόσθεσε.
Αναλυτικά ολόκληρη η συζήτηση:
Μακάρι να γινόταν να «χτυπηθεί» κάτι το οποίο συμβαίνει και στην Ελλάδα και όχι μόνο στην Ελλάδα, εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες, με ένα διάγγελμα, ανακοίνωση ή με μια σειρά εξαγγελιών. Το ρουσφέτι και αυτό που αξίζει να κάνουμε, είναι έναν διαχωρισμό: Το να ζητάει κάποιος να γίνει κάτι κατά παρέκκλιση, παράνομο, εκτός, τέλος πάντων, νομικού πλαισίου -γιατί το να ζητάει ένας βουλευτής για έναν πολίτη να μεταβιβαστεί ένα παράπονό του, ένα δίκαιο παράπονό του, δεν είναι κάτι που πρέπει να το καταδικάσουμε και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να τσουβαλιάσουμε τη μία με την άλλη περίπτωση. Λοιπόν, το να καταπολεμήσεις το κακώς εννοούμενο ρουσφέτι, δηλαδή το παράνομο αίτημα, το αίτημα το οποίο οδηγεί σε μια παράνομη πράξη, το κάνεις με πολιτικές. Ποιες είναι αυτές οι πολιτικές; Γιατί είμαστε και επτά χρόνια Κυβέρνηση και, δικαίως, ο κόσμος μας λέει: Τώρα την θυμηθήκατε αυτή την κουβέντα; Πώς περιορίζεις αυτές τις κακές πρακτικές που δικαίως εξοργίζουν την κοινωνία; Πρώτον, με το ψηφιακό κράτος. Όταν μια υπηρεσία ψηφιοποιείται, εκμηδενίζονται οι δυνατότητες που έχει κάποιος να παρέμβει με τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεύτερον, με το να διπλασιάζεις τις ΜΕΘ στα νοσοκομεία, παρέλκει η παρέμβαση να βρει κάποιος κρεβάτι ή, τέλος πάντων, μηδενίζονται, ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες. Τρίτον, με την ψηφιακή ειδοποίηση κλήσεων. Πώς θα σβήσεις μια ψηφιακή κλήση; Τέταρτον, επειδή μιλάμε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Με το να περάσεις τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Γιατί αυτό είναι μια κορυφαία μεταρρύθμιση, που άργησε για να κάνουμε και την αυτοκριτική μας; Μπορεί κανείς μέχρι τώρα και στο εξής να πάρει τηλέφωνο κάποιον στην ΑΑΔΕ και να του ζητήσει να πληρώσει λιγότερο ΕΝΦΙΑ; Μπορεί να πάρει κάποιος την ΑΑΔΕ και να του πει να πληρώσει τρεις μήνες μετά τον ΦΠΑ του; Όχι. Ότι πρέπει να πληρώσεις την ΑΑΔΕ, το πληρώνεις στην ώρα σου, αλλιώς έχεις τις προσαυξήσεις που προβλέπει ο νόμος ή κάνεις ρύθμιση. Έτσι, πλέον, και να θέλει κάποιος να πάρει και να πει: «Μην κάνετε έλεγχο, Αυτός για τον οποίο καλώ δεν πρέπει να πληρώσει τόσα ή πρέπει να πάρει περισσότερα», γιατί στον ΟΠΕΚΕΠΕ δίνονται επιδοτήσεις, «ενώ είναι να πάρει 1000 ευρώ να πάρει 2000 ευρώ», αυτά με το πέρασμα του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ δεν υπάρχουν. Δεν παίζει που λέμε. Άρα, για να μειωθούν οι δυνατότητες παρεμβάσεων, χρειάζονται περισσότερες τέτοιες πολιτικές, τις οποίες ήδη έχει εφαρμόσει, πολλές εξ αυτών, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Για το «τσουβάλιασμα» βουλευτών και τα παράπονα των πολιτών
Παύλος Μαρινάκης: Επειδή πολλοί εξ αυτών ήταν, είναι και θα συνεχίσουν να είναι και άνθρωποι που έχουμε πορευτεί μαζί, έχουμε διεκδικήσει τη στήριξη των συμπολιτών μας και στις προηγούμενες εκλογές, ως Γραμματέας έχω γυρίσει όλη την Ελλάδα, εγώ δεν θέλω να κρύβομαι πίσω από ένα ζήτημα επικαιρότητας. Υπάρχουν δικαιολογημένες ενστάσεις από πολλούς εκ των ανθρώπων που λοιδορούνται αυτές τις μέρες. Γιατί στην Ελλάδα υπάρχει το κακό συνήθειο, και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια, απλά τα τελευταία χρόνια όλο αυτό έχει γιγαντωθεί λόγω των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης -δεν φταίνε τα social media, αλλά ο τρόπος που γίνεται χρήση από κάποιους εκ των χρηστών- οι άνθρωποι αυτοί έχουν «κρεμαστεί στα μανταλάκια» και πολλές εξ αυτών των περιπτώσεων φαίνεται ότι είναι διαφορετικές, όταν διαβάσει κανείς τα πραγματικά δεδομένα σε σχέση με το τι περίμενε να δει πριν τα διαβάσει. Αλλά, εμείς είμαστε εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας και όχι της δικαστικής, για να προβούμε σε κρίση. Γι’ αυτό, όπως έχετε δει, αποφεύγω την περιπτωσιολογία. Κανένας δεν είναι αθώος ή ένοχος επειδή θα το πείτε εσείς ή εγώ. Αλλά να συμφωνήσουμε ότι μέχρι να δούμε όλα τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, δεν πρέπει να διατυπώνουμε κρίση. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη δυσαρέσκεια, η οποία είναι από την κοινωνία. Και ως θεωρητικά και σχετικά νεότερος άνθρωπος στο πολιτικό σύστημα, όπως και πολλοί άλλοι νέοι που έχουν μπει στην πολιτική, οφείλω να δω και αυτή την εικόνα. Υπάρχει κόσμος που δεν προσωποποιεί την ευθύνη στον Α’ ή Β’ βουλευτή και θα ήταν άδικο. Ούτως ή άλλως, εδώ δεν μιλάμε για μία περίπτωση που πιάστηκε ένας Υπουργός «με τη γίδα στην πλάτη» ή ένας πολιτικός, όπως στο παρελθόν διάφοροι που οδηγήθηκαν στη φυλακή, αλλά υπάρχει και κόσμος που λέει: «Πόσο πια θα πρέπει εγώ να έχω το μέσον για να πετύχω κάτι, που κάποιος άλλος δεν μπορεί να το πετύχει»; Και είναι δύο αλήθειες που οφείλουμε να τις δούμε και τις δύο. Δηλαδή και την αλήθεια κάποιων βουλευτών, οι οποίοι φαίνεται ότι μπλέκεται το όνομά τους και όταν ακούμε τα δεδομένα, λέμε: «Μα δίκιο έχει έτσι όπως τα λέει» και δεν πρέπει να τους τσουβαλιάσουμε, και την αλήθεια της κοινωνίας, η οποία δεν είναι ότι «τα έχει» με 5-10-15 βουλευτές. «Τα έχει» συνολικά με μια λογική ενός παλιού πολιτικού συστήματος, το οποίο εγώ δεν λέω ότι έχει κάνει κακά μόνο στη χώρα, έχει κάνει και πολλά καλά στη χώρα, που τώρα κάνει ότι δεν βλέπει, γιατί τώρα ξαφνικά ανακάλυψε τη διαφθορά στους 10-15 εμπλεκόμενους στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κοινωνία ζητάει πολιτικές, θάρρος και ουσιαστικές αλλαγές. Εγώ το βλέπω και στα σχόλια του κόσμου. Ο κόσμος σου λέει: «Εγώ δυσκολεύομαι σε κάποια πράγματα στην καθημερινότητά μου και βλέπω κάποιοι άλλοι να παρακάμπτουν τη διαδικασία». Άρα και στις δύο εικόνες, και στις δύο αλήθειες οφείλουμε να είμαστε με τον εαυτό μας, πάνω από όλα, ειλικρινείς και να λέμε πράγματα που ο κόσμος, όχι θέλει να ακούσει, όχι ευχάριστα λόγια, αλλά πολιτικές που θα αλλάξουν αυτή την εικόνα.
Για το χρονοδιάγραμμα στη δικαιοσύνη
Παύλος Μαρινάκης: Οφείλει η Δικαιοσύνη να τρέξει τις διαδικασίες, γιατί επειδή μιλάμε κατά πλειονότητα, κατ’α πλειοψηφία των περιπτώσεων, μιλάμε για πλημμελήματα, υπάρχει πενταετής παραγραφή, εκτός αν εντός πενταετίας επιδοθεί στον ύποπτο και στη συνέχεια, αν παραπεμφθεί, κατηγορούμενο, κλήση να δικαστεί δηλαδή το κλητήριο θέσπισμα. Δεδομένου ότι μιλάμε για πράξεις του 2021, νομίζω περίπου μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου, θα πρέπει μέχρι τον Αύγουστο, άντε Σεπτέμβριο, να έχει καταλήξει η Δικαιοσύνη αν θα ασκήσει ποινική δίωξη και θα παραπέμψει στο ακροατήριο κάποιους εκ των εμπλεκομένων ή θα βάλει την υπόθεση στο αρχείο. Εδώ επειδή μιλάμε και για μια υπόθεση δημόσιου ενδιαφέροντος, γιατί μιλάμε για ανθρώπους που είναι εκπρόσωποι των πολιτών ανά εκλογική περιφέρεια και μέλη και μέρη της νομοθετικής εξουσίας, θεωρώ ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να δείξει ιδιαίτερη σπουδή, πάντοτε στο πλαίσιο των λειτουργιών της και όχι βιαστικά, αλλά αποτελεσματικά, ούτως ώστε ο κόσμος να πάρει τις απαντήσεις του.
Για το αν οι εμπλεκόμενοι θα είναι στα ψηφοδέλτια
Παύλος Μαρινάκης: Όπως ξέρετε, αυτό είναι αποκλειστικό προνόμιο του εκάστοτε και εν προκειμένω του εν ενεργεία Πρωθυπουργού και ελπίζουμε και μετά τις εκλογές, του Κυριάκου Μητσοτάκη, ως Προέδρου της Ν.Δ.. Όμως εδώ, θέλω να το πω για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις ότι υπάρχει το τεκμήριο αθωότητας. Με εξαίρεση δύο περιπτώσεις που λόγω της κακουργηματικής μορφής των κατηγοριών, που και το ξαναλέω ότι και για εκείνους ισχύει το τεκμήριο αθωότητας, γιατί και για αυτές τις περιπτώσεις εγώ είδα στοιχεία και για τον κ. Καραμανλή, κυρίως, και για την κ. Παπακώστα, που δεν τα ήξερα πριν. Άρα, δεν θα τους δικάσουμε εμείς επειδή είναι για κακούργημα από πριν. Ας αφήσουμε, δηλαδή, να δούμε τελικά τι συμβαίνει. Οι οποίοι από μόνοι τους είπαν ότι εφόσον υπάρχει ακόμη εν εξελίξει η υπόθεση αυτή ή υπό διερεύνηση ή τελοσπάντων δεν έχει οδηγηθεί σε μια απαλλακτική κρίση η Δικαιοσύνη δεν θα είναι εκ νέου υποψήφιοι. Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα με τους υπόλοιπους αυτή τη στιγμή, γιατί: Πρώτον οι άνθρωποι αυτοί θα κληθούν να παράσχουν εξηγήσεις αλλά όπως και να 'χει, ακόμα και να παραπεμφθούν να δικαστούν —αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη— δεν σημαίνει ότι είναι ένοχοι. Η παραπομπή στο ακροατήριο, που αυτή τη στιγμή δεν είμαστε εκεί —το ξαναλέω, είμαστε ένα βήμα πριν— δεν σημαίνει καταδίκη.* Άρα, απομονώνουμε τις δύο συζητήσεις, χωρίς να σημαίνει ότι υποτιμούμε τη μία ή την άλλη. Και λέω το εξής: επειδή υπάρχει συνεχώς η κατηγορία της «κυβέρνησης υποδίκων». Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, από το 2019 μέχρι σήμερα που άλλαξε το Σύνταγμα ως προς το άρθρο για την άρση ασυλίας, 97 βουλευτές, όχι μόνο της Νέας Δημοκρατίας, οι 20 είναι της Νέας Δημοκρατίας βρίσκονται υπό το καθεστώς ή βρέθηκαν, άρσης ασυλίας. Δεν θυμάμαι κάποιο κόμμα να έχει ξαναθέσει θέμα «δεδηλωμένης». Το ότι αίρεται η ασυλία ενός βουλευτή δεν σημαίνει ότι είναι, πρώτον, υπόδικος και δεύτερον, ότι θα καταδικαστεί*. Πρέπει να σεβαστούμε το τεκμήριο αθωότητας. • Οφείλει η κάθε κυβέρνηση να μην παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη. Οι υποθέσεις δεν πρέπει να καθυστερούν. Πρέπει να έχουμε καθαρή εικόνα και όχι τμηματική. Δεν είναι κανονικό πράγμα να διαβάσουμε για δικογραφίες πριν έρθουν Παύλος Μαρινάκης Οφείλει η κάθε κυβέρνηση να μην παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη και να σταματάει στον ρόλο που της αναλογεί. Η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να παρεμβαίνει, μπορεί όμως να εκφράζει δίκαιους προβληματισμούς. Ένας προβληματισμός είναι, για παράδειγμα ή τέλος πάντων ένα δίκαιο αίτημα —το ξαναλέω, στο πλαίσιο του ρόλου μας και απευθυνόμενοι στη Δικαιοσύνη που έχει και εκείνη τον δικό της ρόλο— όσο γίνεται, υποθέσεις οι οποίες έχουν ένα ενδιαφέρον για τα κοινά, δηλαδή άπτονται του ενδιαφέροντος του κόσμου γιατί αφορούν βουλευτές, να μην καθυστερούν. Για να έχει ο κόσμος καθαρή εικόνα. Ένας δεύτερος προβληματισμός*… Εγώ δεν ξέρω αν είναι «σαλαμοποίηση» αλλά καταλαβαίνω ότι καλό είναι να έχουμε όλοι μία καθαρή εικόνα και όχι, δηλαδή, τμηματική. Και ένας τρίτος προβληματισμός είναι οι διαρροές. Σκεφτείτε πόσους μήνες ακούμε για την περιβόητη «δεύτερη δικογραφία ΟΠΕΚΕΠΕ» που τελικά ήρθε στη Βουλή. Πρώτον, δεν θεωρώ ότι είναι κανονικό πράγμα να διαβάζουμε για δικογραφίες πριν έρθουν. 3600 υποθέσεις ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι 170 εξ αυτών είναι στην Ελλάδα. Είναι μία αναλογία αντίστοιχη του γεγονότος ότι είμαστε μία από τις 27 χώρες, που μάλιστα δεν λειτουργούν σε όλες παραρτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αλλά, εν πάσει περιπτώσει, όσες λειτουργούν. Έχετε εσείς εικόνα σε άλλη χώρα ότι διαβάζουν οι πολίτες, οι αναγνώστες εφημερίδων ή ιστοσελίδων ή οι τηλεθεατές ή οι ακροατές ραδιοφώνων, το τι θα έρθει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Και μάλιστα, πόσες φορές αυτό που είναι να έρθει είναι διαφορετικό από αυτό το οποίο βλέπουμε όταν έρχεται; Νομίζω ότι και εδώ χρειάζεται μια ιδιαίτερη προσοχή. Εγώ δεν θεωρώ ότι οι διαρροές γίνονται απαραιτήτως από κάποιον από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ούτε έχω τέτοια στοιχεία. Μπορεί να γίνονται από ανθρώπους οι οποίοι συμμετέχουν σε μία έρευνα, είναι πολλά τα πρόσωπα. Να πούμε ότι για να προχωρήσει αυτή η υπόθεση λειτούργησαν οι εγχώριες αρχές. Δηλαδή οι παρακολουθήσεις των υπηρεσιακών παραγόντων έγιναν από τις ελληνικές αρχές και αυτό είναι και μία απάντηση στην υποτιθέμενη κατηγορία περί «καθεστώτος». Αλλά γενικά αυτοί είναι δίκαιοι προβληματισμοί και των βουλευτών και συνολικά της κοινωνίας.
Για το ασυμβίβαστο υπουργού- βουλευτή
Παύλος Μαρινάκης: Ναι, είναι μία πρόταση, είναι μία σκέψη. Είναι κάτι το οποίο ουσιαστικά ανοίγει ως διαδικασία ένα διάλογο, όπου σε κομματικό επίπεδο για εμάς θα κορυφωθεί στο συνέδριο του Μαΐου, αλλά σε ευρύτερο επίπεδο άπτεται και της διαδικασίας της Συνταγματικής Αναθεώρησης αλλά είναι και μία ευρύτερη συζήτηση. Στο συνέδριο του Μαΐου θα κάνουμε μία συνολικότερη κουβέντα, έναν διάλογο. Γιατί για εμάς το συνέδριο, ξέρετε, δεν είναι μια ευκαιρία να πούμε με ποιον δεν θα συγκυβερνήσουμε, όπως το ΠΑΣΟΚ. Το συνέδριο είναι μια ευκαιρία να μιλήσουμε για το κόμμα, την παράταξη και τη χώρα. Για το πώς πρέπει να κυβερνάται η χώρα. Άρα ποιο είναι το πρόγραμμά μας. Ποιες είναι οι θέσεις μας και πώς κινείται το κόμμα μας, η παράταξή μας, η Νέα Δημοκρατία- η μόνη μεγάλη παράταξη καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης- σε σχέση με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Δεν είναι ούτε απόφαση ειλημμένη, ούτε κάτι το οποίο έχει προεξοφληθεί ότι θα γίνει. Είναι μία σκέψη στο τραπέζι. Και χαίρομαι γιατί αν φύγουμε λίγο από τον μικρόκοσμο που εκφράζεται κυρίως από εκπροσώπους του παλιού πολιτικού συστήματος και πάμε λίγο στην κοινωνία, εγώ βλέπω ότι ο κόσμος θέλει να γίνονται αυτές οι συζητήσεις. Δεν σημαίνει ότι απαραιτήτως κάποιος συμφωνεί ούτε ότι διαφωνεί. Τι λέει αυτή η σκέψη; Είδα κάποιοι να τη λοιδορούν. Εγώ δεν σας λέω από πριν ότι ενθουσιάζομαι με την πρόταση αυτή, ούτε όμως ότι είμαι αρνητικός. Την ακούω με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η πρόταση αυτή του ασυμβιβάστου —όχι του πλήρους ασυμβιβάστου— ισχύει με διαφορετικούς τρόπους σε επτά κράτη-μέλη της Ευρώπης- ενδεικτικά Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο και κάποιες άλλες. Τι λέει η πρόταση αυτή; Τι λέει αυτό το μοντέλο λειτουργίας; Ότι επειδή όταν ένας βουλευτής γίνεται υπουργός, στην πραγματικότητα αφήνει σε «δεύτερη μοίρα» τη βουλευτική του ιδιότητα, θα αναστέλλεται η βουλευτική του ιδιότητα για όσο είναι υπουργός. Θα δίνεται η ευκαιρία σε έναν επιλαχόντα βουλευτή-δηλαδή κάποιον που δεν είχε εκλεγεί εν πρώτοις να παίρνει τη θέση του- άρα να ασκεί τα βουλευτικά καθήκοντα και η αντίστοιχη περιοχή να έχει δυνατή εκπροσώπηση. Γιατί το ξαναλέω, εγώ το ζω σε διάφορες μεγάλες εκλογικές περιφέρειες: όταν κάποιος ασκεί υπουργικά καθήκοντα, είναι λογικό να μην δίνει τόσο μεγάλη σημασία στα βουλευτικά καθήκοντα. Και σε περίπτωση που -γι’ αυτό και θέλει συνταγματική αλλαγή, αυτό, το συγκεκριμένο σημείο και στη συνέχεια-, προφανώς, θα μπορεί να είναι εκ νέου υποψήφιος βουλευτής. Ακούστηκε κάτι πολύ λογικό: «Μα, πάτε να καταπολεμήσετε το ρουσφέτι;». Καταρχάς η πρόταση αυτή δεν είναι πρόταση καταπολέμησης του ρουσφετιού. Σας είπα πώς θεωρώ ότι μειώνονται οι πιθανότητες για τα κακώς εννοούμενα ρουσφέτια, δηλαδή τα παράνομα, τα οποία όλοι τα καταδικάζουμε. Έτσι; Όλα αυτά που σας είπα πριν. Γιατί το λένε αυτό; Γιατί ασκούν αυτή την κριτική; «Μα, εδώ τώρα έχετε 300 βουλευτικά γραφεία. Αν το κάνετε αυτό, θα έχετε 400 βουλευτικά γραφεία και άλλα 30-40-50 γραφεία υπουργών εν αναμονή εκ νέου βουλευτών»…. Γι’ αυτό και θεωρούμε ότι αν «περπατήσει» αυτή η πρόταση τα επόμενα χρόνια να γίνει η Συνταγματική Αναθεώρηση. Θεωρώ ότι πρέπει συνοδευτικά να γίνει το εξής -που δεν χρειάζεται Συνταγματική Αναθεώρηση γιατί το Σύνταγμα μας δίνει ένα εύρος 200 έως 300- να μειωθεί και ο αριθμός των βουλευτών. Γιατί αν πάμε στη λογική οι υπουργοί όσο είναι υπουργοί-όπως συμβαίνει σε αυτά τα υπόλοιπα κράτη, που σας είπα της Ευρώπης- να μην είναι βουλευτές, τότε ο αριθμός 300 θα γίνει στην πραγματικότητα 330, 340 ή 350. Άρα, εάν καταλήξει το πολιτικό σύστημα και εάν τελικά κατατεθεί αυτή η πρόταση και βρεις τις αυξημένες πλειοψηφίες σε μία εκ των δύο συνθέσεων της Βουλής, κοινοβουλευτικών περιόδων. Τότε θεωρώ ότι θα πρέπει συνδυαστικά να νομοθετηθεί και η μείωση του αριθμού των βουλευτών. Όλα αυτά έχουν πολλά «αν». Δεν είναι οι μοναδικές σκέψεις. Περιμένουμε τις αντίστοιχες σκέψεις της κοινωνίας. Γιατί έχουμε μπροστά μας Συνταγματική Αναθεώρηση και γιατί 52 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση-με τα πολλά θετικά που έγιναν και από άλλα κόμματα. Εγώ πιστώνω το ΑΣΕΠ στο ΠΑΣΟΚ. Μέχρι το ΑΣΕΠ υπήρχε το ρουσφέτι του διορισμού. Μετά τον ΑΣΕΠ δεν μπορεί να υπάρξει το ρουσφέτι του διορισμού. Μέχρι τη «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», το παλιό πολιτικό σύστημα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα. Πλέον ό,τι γίνεται έχει αποτύπωμα. Μέχρι το ψηφιακό κράτος, μπορούσε πολύ εύκολα να υπάρχει σχέση μεταξύ πολίτη και κράτους, η «κακώς εννοούμενη» σχέση. Μέχρι την ηλεκτρονική επίδοση κλήσεων —αυτά έχουν γίνει επί των ημερών μας όλα που σας είπα πριν— μπορούσες να σβήσεις μια κλήση. Τώρα δεν μπορείς και το αντίστοιχο όλα που είπαμε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Άρα ο κόσμος θέλει να πάμε μπροστά και το ότι κάτι μπορεί να συνέβαινε διαφορετικά στο παρελθόν δεν σημαίνει ότι ήταν σωστό ούτε και λάθος βέβαια. Για το αν υπάρχει σκέψη να εκλέγεται κάποιος χωρίς σταυρό Π.ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Κοιτάξτε, καταρχάς δεν απορρίπτουμε τίποτα επί της αρχής. Και εγώ θα σας μιλήσω για τον εαυτό μου. Εμένα το σύστημα αυτό με βρίσκει αντίθετο προσωπικά, όχι ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, δεν είναι ο ρόλος μου αυτός. Ως Παύλο Μαρινάκη με βρίσκει αντίθετο. Θεωρώ ότι η μικρής έκτασης περιφέρειες είναι πολύ πιο πιθανό, να οδηγήσουν σε φαινόμενα τα οποία έχουμε δει τα προηγούμενα χρόνια, γιατί υπάρχει πιο πολύ απευθείας επαφή. Χωρίς σημαίνει, το ξαναλέω, ότι όσοι είναι σε μονοεδρικές περιφέρειες είναι διαπλεκόμενοι και όσοι είναι σε μεγάλες περιφέρειες δεν είναι. Το τσουβάλιασμα είναι κάτι απαράδεκτο και στην πράξη έχει φανεί εκτός τόπου και χρόνου Άρα, εγώ θεωρώ ότι αν μπούμε σ' αυτήν κουβέντα, δεν υπάρχει τέτοια σκέψη για τις επόμενες εκλογές, μιλάμε για κάτι μεταγενέστερο, περισσότερο πρέπει να κινηθούμε σε μεγάλες εκλογικές περιφέρειες, παρά σε μονοεδρικές. Ή, εν πάση περιπτώσει, για μένα ο σταυρός είναι πολύ προτιμότερος από την όποια λίστα. Γιατί; Πρώτον, γιατί εγώ *πιστεύω πολύ στην κοινωνική κινητικότητα. Ένας άνθρωπος ο οποίος είναι από μια περιοχή της περιφέρειας που μπορεί να έρθει στην Αθήνα, όπως είστε και εσείς, όπως είμαι και εγώ, όπως είναι και πολλοί άλλοι άνθρωποι, ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει τελειώσει ένα δημόσιο σχολείο ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκτεθεί στην ψήφο των συμπολιτών του και αν είναι καλός, να είναι στη Βουλή και αύριο μεθαύριο μπορεί να είναι και υπουργός σε οποιονδήποτε κόμμα. Θεωρώ το σταυρό ιερό*. Οποιαδήποτε πρόταση μειώνει για μένα την αξία του σταυρού είναι λάθος, είναι προς τη λάθος κατεύθυνση. Αλλά, είναι μια ταυτοτική προσωπική θέση που την εκφράζω. Θεωρώ ότι ο σταυρός έχει πολλά παραπάνω θετικά από τα αρνητικά και όσοι λένε ότι αν καταργηθεί ο σταυρός, θα καταργηθεί και το ρουσφέτι, θεωρώ ότι ακολουθούν έναν πολύ επικίνδυνο δρόμο ελιτισμού, γιατί στην πραγματικότητα θέλουν βουλευτές που κάθε φορά θα είναι «ελέω Θεού βασιλείς». Αυτό είναι μια κουβέντα που ο καθένας θα πει τη γνώμη του. Δεν είμαστε τώρα εδώ, δεν έχει ανοίξει τέτοια κουβέντα κι εγώ θεωρώ ότι είναι και καλό το εκλογικό σύστημα. Η προσωπική μου θέση είναι ότι θεωρώ, το ξαναλέω, δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος, γιατί τώρα κάνουμε μια κουβέντα τέτοια, ότι πρέπει το πρώτο κόμμα να μπορεί να κάνει κυβέρνηση, όποιο είναι το πρώτο κόμμα, η ενισχυμένη δηλαδή αναλογική με το μεγαλύτερο δυνατό τρόπο, το έχω πει πάρα πολλές φορές πριν την όποια μου πολιτική ιδιότητα, και πιστεύω πολύ στον κοινοβουλευτισμό, πιστεύω πάρα πολύ στη δύναμη του βουλευτή, στη δύναμη του σταυρού εμένα αυτά περίπου δύο χρόνια που είμαι σε κάθε γειτονιά του βόρειου τομέα, όπως αντίστοιχα και τα δυόμιση χρόνια που ήμουν γραμματέας του κόμματος γύρισα όλη την Ελλάδα, είναι η πιο σημαντική πηγή αληθινής ενημέρωσης. Φεύγουμε από τα κλειστά γραφεία και πάμε σε κάθε γειτονιά. Αλίμονο, αν οι βουλευτές ήταν άνθρωποι οι οποίοι απλά μπαίνανε σε μία λίστα και επιλέγονταν, δεν θα είχαμε καμία ανάγκη να μιλήσουμε με τον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε απέναντι σε πρακτικές παράνομων πράξεων.
Διαβάστε επίσης