Μαξίμου για ΟΠΕΚΕΠΕ: Άρση ασυλίας δεν σημαίνει ενοχή
Στο φόντο των δικογραφιών, το Μαξίμου ανοίγει τη «βεντάλια» θεσμικών αλλαγών – Σκληρή απάντηση σε Ανδρουλάκη
Σε μια συγκυρία όπου οι εξελίξεις γύρω από τις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ δημιουργούν έντονο πολιτικό απόηχο, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να χαράξει σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικής και δικαστικής αξιολόγησης. Κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι το αίτημα άρσης ασυλίας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί «σοβαρή εξέλιξη», χωρίς όμως να προδικάζει οποιαδήποτε ενοχή.
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η άρση ασυλίας δεν συνιστά ποινική καταδίκη, αλλά τυπική διαδικασία προκειμένου οι βουλευτές να κληθούν να δώσουν εξηγήσεις. «Αν δεν ήταν βουλευτές, θα είχαν ήδη κληθεί», σημειώνεται χαρακτηριστικά, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να αποδομήσει την αντιπολιτευτική ρητορική περί «υπόδικων» κοινοβουλευτικών ομάδων.
Η άρση ασυλίας ως «κανόνας» μετά το 2019
Στο ίδιο πλαίσιο, το Μαξίμου υπενθυμίζει ότι από το 2019 και μετά η άρση ασυλίας έχει καταστεί ουσιαστικά κανόνας, εκτός περιπτώσεων που σχετίζονται άμεσα με τα κοινοβουλευτικά καθήκοντα. Μάλιστα, τονίζεται ότι στις πρόσφατες περιπτώσεις οι ίδιοι οι βουλευτές ζήτησαν την άρση της ασυλίας τους, προκειμένου να λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη.
Η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να μεταφέρει τη συζήτηση και προς την αντιπολίτευση, επισημαίνοντας ότι κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο έχουν υπάρξει επτά περιπτώσεις άρσης ασυλίας βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Χωρίς να εξισώνει τις υποθέσεις, επιδιώκει να αναδείξει –όπως λέει– την ανάγκη αποφυγής γενικεύσεων και πολιτικής εκμετάλλευσης.
Πολιτική αξιολόγηση χωρίς «δικαστικές ετυμηγορίες»
Κυβερνητικά στελέχη ξεκαθαρίζουν ότι η πολιτική αξιολόγηση κάθε υπόθεσης δεν ταυτίζεται με δικαστική κρίση. Αντιθέτως, αφορά την εκτίμηση των πραγματικών δεδομένων που έρχονται στο φως της δημοσιότητας.
Με αυτό το επιχείρημα, το Μαξίμου επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη πολιτικής τοποθέτησης και στη διατήρηση της θεσμικής τάξης, αποφεύγοντας –τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής– την προεξόφληση εξελίξεων στη Δικαιοσύνη.
Το «λειτουργικό ασυμβίβαστο» στο τραπέζι
Παράλληλα με τη διαχείριση της επικαιρότητας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναφέρει στο προσκήνιο μια ευρύτερη θεσμική συζήτηση που αφορά στο ενδεχόμενο καθιέρωσης ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή.
Η πρόταση, όπως διευκρινίζεται, δεν αποτελεί ειλημμένη απόφαση αλλά μια ιδέα υπό επεξεργασία, η οποία θα απαιτούσε αυξημένη πλειοψηφία στο πλαίσιο συνταγματικής αναθεώρησης. Το μοντέλο που εξετάζεται χαρακτηρίζεται ως «λειτουργικό ασυμβίβαστο» και εφαρμόζεται ήδη σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.
Σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, η διπλή ιδιότητα οδηγεί συχνά στην υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού έργου, καθώς οι υπουργικές υποχρεώσεις υπερισχύουν. Για τον λόγο αυτό, τίθεται και η ιδέα της μείωσης του αριθμού των βουλευτών, ώστε να αποφευχθεί η διόγκωση του πολιτικού προσωπικού.
Συνταγματική αναθεώρηση μετά το Πάσχα
Το κυβερνητικό επιτελείο προαναγγέλλει ότι το συνολικό πλαίσιο προτάσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση θα παρουσιαστεί αμέσως μετά το Πάσχα. Ήδη, όπως αναφέρεται, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας επεξεργάζεται συγκεκριμένες προτάσεις που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο.
Στον αντίποδα, κλείνει –τουλάχιστον προς το παρόν– η συζήτηση για ενδεχόμενη κατάργηση του σταυρού προτίμησης, με την κυβέρνηση να ξεκαθαρίζει ότι δεν θα στηρίξει προτάσεις που περιορίζουν τη δύναμη των ψηφοφόρων.
Σφοδρή αντίδραση για την υπόθεση Τριανταφύλλου
Το πολιτικό θερμόμετρο ανέβηκε περαιτέρω μετά την αντίδραση του Νίκου Ανδρουλάκη σε ανάρτηση της συγγραφέως Σώτης Τριανταφύλλου σχετικά με την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Κυβερνητικές πηγές χαρακτηρίζουν την ενέργεια «απαράδεκτη» και εκτός θεσμικών ορίων.
Το Μαξίμου κάνει λόγο για επιλεκτική ευαισθησία σε ζητήματα κράτους δικαίου και καλεί εμμέσως τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να αναθεωρήσει τη στάση του, προκειμένου να κλείσει το θέμα.
Το πολιτικό διακύβευμα
Πίσω από τις επιμέρους αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδιατάξει την ατζέντα, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από τις δικογραφίες σε μια ευρύτερη θεσμική μεταρρύθμιση. Το στοίχημα για το Μαξίμου είναι διπλό: Αφενός να περιορίσει το πολιτικό κόστος από τις δικαστικές εξελίξεις και αφετέρου να εμφανιστεί ως φορέας θεσμικών τομών.
Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα εξαρτηθεί τόσο από την εξέλιξη των υποθέσεων όσο και από την ικανότητα της κυβέρνησης να μετατρέψει τις προτάσεις σε ευρύτερη πολιτική συναίνεση.
Διαβάστε επίσης